Τα πραγματικά πρόσωπα για τα οποία γράφεται το «Μαύρο Νερό» είναι γνωστά, αλλά το έργο τα υπερβαίνει καθώς, όπως συνηθίζει, η Ελφρίντε Γέλινεκ ασχολείται με τα θεμελιώδη. Συνδυάζει με εύστοχο τρόπο τρέχοντα γεγονότα με τη φιλοσοφία και το αρχαίο δράμα εγκιβωτίζοντας μείζονα μοτίβα του παρελθόντος σ’ ένα παρόν απολύτως τοξικό και αφήνοντας να αναφανεί ένα μέλλον μιαρό, αλλά -το κυριότερο- αμφισβητούμενο.

«…Φιλειρηνικός, ορθολογικός, ο Θεός! Μας παρασύρει προς τα μέσα. Μας παρασύρει στης βίας την αγκαλιά!…»

Ένα κείμενο-μανιφέστο εμπνευσμένο από το σκάνδαλο στην Ίμπιζα (Ibiza affair).

Στην παράσταση, σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αμπαζή, ο «Πολιτικός» (Ιερώνυμος Καλετσάνος) σαγηνεύεται από τον «Νέο Θεό» (Δήμητρα Χατούπη) και μεταμορφώνεται ως άλλος Πενθέας σε σύγχρονη μαινάδα. Όμως ο σύγχρονος Θεός παρακολουθεί ακατάπαυστα, καθώς τα πάντα καταγράφονται στην κάμερα από την κορυφαία του «Χορού» (Ελένη Μποζάκη), έως ότου εκείνη, αηδιασμένη από το συνεχές τσουνάμι χυδαιότητας και κυνισμού, ανατρέπει την έκβαση της ιστορίας.

***

-Το «Μαύρο Νερό» της Νομπελίστριας Ελφρίντε Γέλινεκ αφορμάται από αληθινά γεγονότα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για όσα πραγματεύεται;

Αφορμή για το έργο της Γέλινεκ ήταν το σκάνδαλο της Ίμπιζα, ένα τεράστιο πολιτικό σκάνδαλο στην Αυστρία.

Ο αντικαγκελάριος του ακροδεξιού κόμματος (Στράχε) συναντάει σε μία βίλα στην Ίμπιζα, μία Ρωσίδα -φερόμενη ως ανιψιά- ενός μεγάλου Ρώσου ολιγάρχη, η οποία υπόσχεται να χρηματοδοτήσει το κόμμα του στις επικείμενες εκλογές προκειμένου να τις κερδίσει. Ο ίδιος αρχίζει να της προσφέρει σε αντάλλαγμα πολλά δημόσια έργα της χώρας του. Όλη η συνάντηση αυτή καταγράφεται σε βίντεο κρυφά και κάποια στιγμή βγαίνει στη φόρα, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να παραιτηθεί ο Στράχε από τις εκλογές και να πρωταγωνιστήσει στο μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο των τελευταίων χρόνων. Βεβαίως η Γέλινεκ, χρησιμοποιεί το σκάνδαλο στην Ίμπιζα προκειμένου να μας μιλήσει για θέματα που βασανίζουν την ίδια, όπως και όλη την ανθρωπότητα.

-Το κείμενο της συγγραφέως είναι, μεταξύ άλλων, αρκετά συνειρμικό και κυνικό. Πείτε μας λίγα λόγια για την δική σας αναμέτρηση με αυτό.

Η συνεχής αναμέτρηση της Γέλινεκ με τη γλώσσα, μας οδήγησε στην δική μας αναμέτρηση με το κείμενό της «Μαύρο Νερό», που διαθέτει αμεσότητα και κυνισμό αρκετό για να μας κρατήσει – θεατές και ηθοποιούς – σε πλήρη ετοιμότητα. Η Γέλινεκ πιστεύει ότι η ίδια η γλώσσα, έχει μία τρομακτική δύναμη, μία δύναμη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δραματουργία και παράλληλα να θέτει σε συνεχή εγρήγορση τον θεατή. Αυτή η επαφή με τη γλώσσα της Γέλινεκ σε σχέση με τον θεατή υπήρξε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για εμάς. Από τη στιγμή που ξεκινάει η παράσταση επικοινωνούμε συνεχώς με το κοινό και έτσι δημιουργείται ένα είδος συνενοχής.

-Θα θέλατε να μας περιγράψετε τους ρόλους σας και κυρίως τη διάδραση μεταξύ τους;

Η δραματουργική επεξεργασία της Έλσας Ανδριανού βασίζεται στην τραγωδία «Βάκχες» του Ευριπίδη, με δεδομένο ότι πολλά από τα έργα της Γέλινεκ βασίζονται επίσης στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ένας ρόλος είναι ο νέος Θεός και άρα είναι αυτό που εκπροσωπεί ο Διόνυσος στις «Βάκχες», που ουσιαστικά φέρει ένα νέο είδος βίας απροκάλυπτης και ανερμάτιστης. Ο ρόλος του πολιτικού, που ενσαρκώνει ο Ιερώνυμος Καλετσάνος, θα μπορούσε να πει κανείς ότι εκπροσωπεί τον Πενθέα στις «Βάκχες» που εν τέλει, ενώ φτάνει στον υψηλότερο βαθμό εξουσίας, στο τέλος κατακρημνίζεται. Σε όλη την παράσταση, η σχέση των δύο ρόλων ζωντανεύει με τον τίτλο «θεός που σαγηνεύει και θνητός που ενδίδει» (θύτης-θύμα).

-Κατά τη διάρκεια της παράστασης αλληλεπιδράτε με μια κάμερα που τραβά βίντεο, κάτι που συμβάλλει αρκετά στο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. Πώς είναι αυτή η εμπειρία για εσάς και πώς επηρεάζει την υποκριτική σας προσέγγιση;

Η ύπαρξη της κάμερας ήταν και είναι ένα σημαντικό και γοητευτικό στοιχείο για τον ηθοποιό. Στην προκειμένη περίπτωση δίνει, κατά τη γνώμη μου, το αισθητικό και συγχρόνως πολιτικό στίγμα της ίδιας της παράστασης. Και φυσικά ο ίδιος ο ηθοποιός έχει να αντιμετωπίσει και να υπάρξει σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι το γκρο πλαν, όπου υποκριτικά σημαίνει ότι η απεύθυνση γίνεται κινηματογραφική. Στο δεύτερο επίπεδο ο ηθοποιός πρέπει να επικοινωνήσει το κείμενο και την ουσία του στο θεατρικό κοινό. Αυτός ο συνδυασμός κινηματογραφικής και θεατρικής επικοινωνίας δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον κράμα για τον ηθοποιό.

-Όπως προαναφέρατε, στο έργο της η Γέλινεκ παραπέμπει στις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Πώς εκφράζεται αυτή η σύνδεση στην παράσταση;

Η σύνδεση της δραματουργίας της παράστασης με τις «Βάκχες» είναι πολύ σαφής και ορατή. Η ύπαρξη του χορού και της κορυφαίας του χορού παραπέμπει στην αρχαία τραγωδία. Η κορυφαία του χορού και ο ίδιος ο χορός εκπροσωπεί την άποψη και τη γνώμη του πλήθους, του λαού. Η σχέση της Γέλινεκ με την αρχαία τραγωδία έτσι κι αλλιώς είναι ορατή σε πολλά της κείμενα.

-Η φύση της εξουσίας και η βία είναι δύο βασικά θέματα που διέπουν το κείμενο. Ποιες μορφές βίας θα λέγατε πως αντιμετωπίζουμε σήμερα και σε ποιες δίνει ιδιαίτερη έμφαση η προσέγγιση της ομάδας σας;

Η βία δεν έχει όνομα και δεν έχει όρια. Με ποιες μορφές εμφανίζεται εξαρτάται από την ίδια την εποχή και τις ίδιες τις συνθήκες που διαμορφώνονται τη δεδομένη στιγμή. Αυτήν τη στιγμή την αντιμετωπίζουμε παγκοσμίως σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, ανθρωπιστικό. Η βία παραμένει η ίδια πάντα και πάντα δημιουργείται από την ανάγκη για εξουσία, από την ανάγκη για το χρήμα και το κέρδος.

-Θα μπορούσαμε να πούμε πως η παράσταση αφήνει χώρο για αισιοδοξία;

Η παράσταση αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία με τη συγκεκριμένη δραματουργία, όπου στο τέλος με την εμφάνιση της κορυφαίας του χορού – του νέου αίματος – έρχεται με τη σειρά της να κατακρεουργήσει τον ίδιο τον Θεό και την ίδια τη βία. Η αισιοδοξία της παράστασης έγκειται στο νέο αίμα, στους ανθρώπους που διατηρούν μία νεανική αντίληψη για τα πράγματα, που έχουν άποψη, που δεν φοβούνται να διεκδικήσουν, να δράσουν, άρα δεν φοβούνται να ζήσουν.

Διαβάστε επίσης:

Το Μαύρο Νερό, της Ελφρίντε Γέλινεκ σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αμπαζή στο Θέατρο Altera Pars