«Δεν ήμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι για το τέλος {…} Με παρηγορεί ωστόσο η σκέψη ότι βρίσκεται στον Παράδεισο, μια και κανένας δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος άνθρωπος απ’ότι υπήρξε ο ίδιος. Δεν ζούσε παρά μόνο για μας, και η ζωή του ήταν γεμάτη ανησυχίες και προβλήματα». Αυτά γράφει στις 9 Φεβρουαρίου 1873 η κόρη του εκλιπόντος Sheridan Le Fanu τιμώντας τον αξιαγάπητο πατέρα της ενώ ο λογοτεχνικός κόσμος της εποχής θρηνεί έναν πρωτοπόρο της. Στα βιβλία του Le Fanu, όπως αναφέρει στην εισαγωγή της η Ευαγγελία Κουλιζάκη, πρωταγωνιστούν στοιχειωμένα κάστρα και απομονωμένες επαύλεις με απροσδόκητους επισκέπτες ή ανατριχιαστικούς ενοίκους, δαιμονικοί εραστές και καταραμένα ειδύλλια, οπτασίες της νύχτας και βαμπιρικές femmes fatales, υπερφυσικές οντότητες και ψυχές που στριφογυρίζουν στους τάφους τους – ή επιστρέφουν από τον τάφο για να αποδώσουν δικαιοσύνη ή να πάρουν εκδίκηση. Μια τέτοια ψυχή, μια τέτοια αόριστης προέλευσης οντότητα είναι η αφετηρία και η αφορμή της αφήγησης του Le Fanu στην συγκεκριμένη ιστορία καθώς μόνιμος εφιάλτης του πλοιάρχου Μπάρτον είναι η θανάσιμη απειλή μιας ακατανόητης μορφής που τον ακολουθεί παντού και τον καταδιώκει σε κάθε βήμα του.

Από την στιγμή που ο πλοίαρχος Μπάρτον αντιλαμβάνεται την ύπαρξη της μορφής, την οποία συναντά όχι πλέον ως κάτι άυλο αλλά ως κάτι απτό και αντιληπτό με όλες τις αισθήσεις του καταρρακώνεται και εισέρχεται σε ένα φαύλο κύκλο ανυπαρξίας και αυτοακύρωσης του ίδιου του εαυτού, βυθίζεται στην μοναξιά και εκδηλώνει σημάδια παράνοιας και σχιζοφρένειας. Το φάντασμα που ακολουθεί στους εφιάλτες του τον συγγραφέα και τον αναγκάζει να γράφει τα βράδια για να το κατευνάσει ή να συμβιβαστεί μαζί του είναι το ίδιο που εδώ παίρνει σάρκα και οστά και κυνηγά μέρα και νύχτα, εντός ή εκτός σπιτιού τον εξουθενωμένο και ταλαιπωρημένο Μπάρτον. Στην αρχή αδυνατεί να κατανοήσει το παραμικρό, δεν έχει την ικανότητα να σταθεί στα πόδια του και καταρρέει, συντρίβεται. Στην πορεία και όταν καταλαβαίνει από που μπορεί να προέρχεται ή πόσο μπορεί τελικά να τον βλάψει, παραδίνεται αμαχητί παρά τις προσπάθειες να το αντιμετωπίσει με κάθε δυνατό τρόπο, σαν να αποδέχεται με κάποιο τρόπο την προδιαγεγραμμένη του μοίρα. Και αυτό που φοβάται όσο πλησιάζει όλο και περισσότερο στην διαπίστωση πως είναι μονόδρομος η συμβίωση μαζί του είναι πως το τέλος του είναι προ των πυλών και έτσι αβίαστα συμβιβάζεται απόλυτα με την ιδέα πως δεν θα του ξεφύγει όπου και να πάει, δεν θα αισθανθεί κάτι αλλά απλώς θα δεχθεί τα «βέλη» του και την κατάκτηση που του επιφυλάσσει το ον αυτό, ό,τι και να είναι.

Ο Χένρι Τζέιμς είχε πει για τον Le Fanu, από τον οποίο άλλωστε εμπνεύστηκε το «Στρίψιμο της βίδας» πως οι ιστορίες του ήταν «το ιδανικό ανάγνωσμα για μεταμεσονύχτιες ώρες σ’ ένα σπίτι στην εξοχή ενώ ο M.R.James πως «κατορθώνει να εμπνέει τον μυστηριώδη τρόμο καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον συγγραφέα». Η μεταφράστρια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου καταφέρνει να αποδώσει στα ελληνικά ένα δυσκολονόητο κείμενο και να μεταδώσει τον παλμό του γράφοντος.

Αυτό που ζει ο Μπάρτον είναι από την μία ένα ανεξήγητο φαινόμενο μιας και ουσιαστικά δεν γνωρίζει ποιος είναι ο εχθρός του αλλά μπορεί μόνο να κάνει σχετικές υποθέσεις και πιθανές εικασίες ενώ από την άλλη μοιάζει αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας, όπως μας το περιγράφει, να είναι η επιθυμητή λύτρωση του ίδιου του συγγραφέα από την αδυναμία να τιθασεύσει τις ξάγρυπνες νύχτες και τους βασανιστικούς εφιάλτες που προκύπτουν από αυτές. Τελικά μήπως ο Παράδεισος, γιατί όπως λέει και η κόρη του η Κόλαση δεν του αρμόζει, του κρύβει έναν πρόναο Κολάσεως για να ανέλθει πιο γρήγορα εκεί και να γευτεί τους καρπούς της γαλήνης και της νηνεμίας που ποτέ δεν μπόρεσε να απολαύσει στην Γη; «Έχω, πλέον, μια κάποια παρηγοριά από τον κόσμο των πνευμάτων, από όπου έχει προέλθει και η τιμωρία μου. Ξέρω πια ότι τα βάσανά μου σύντομα θα τελειώσουν» {…} Δεν είμαι ικανός πλέον για τη ζωή. Σύντομα θα πεθάνω ͘  δεν τρέμω μπροστά στο θάνατο όπως πριν. Μια φορά ακόμα θα ξαναδώ εκείνον, και τότε όλα θα τελειώσουν». Αυτός ο δαίμονας που τον κατατρέχει προέρχεται από το παρελθόν του, είναι ένας μυστικός και ιδιαίτερος τρόπος απονομής δικαιοσύνης που τώρα αποδίδεται και έτσι μια δίοδος πληρωμής των αμαρτιών του επί Γης έτσι ώστε να απελευθερωθεί από τον δαίμονα αυτόν μια για πάντα; Προφανώς για αυτό παρουσιάζεται να είναι τόσο ήρεμος στο τέλος, ίσως γιατί κατά βάθος και μέσα του να γνωρίζει τα συστατικά της μετάβασης στο τελικό στάδιο, εκεί όπου όλα θα είναι όπως πριν. Και έτσι με υπομονή αναμένει να τελειώσει το μαρτύριο. Εκεί που είχε χάσει κάθε ελπίδα για ζωή και όλα ήταν γύρω σκοτάδι, τώρα λάμπουν φως και χαρά, τα δεσμά έχουν σπάσει και ο γύπας που του κατατρώει τα σωθικά έχει αφοπλιστεί για πάντα.

«Η ιδέα της απόλυτης μοναξιάς, έστω και για ένα λεπτό, είχε γίνει για αυτόν σχεδόν τόσο αφόρητη όσο και η ιδέα του να βγει έξω σε δημόσιο δρόμο ͘ επρόκειτο για μια ενστικτώδη προσμονή του επερχόμενου».

«Όσο μπορείτε, πλοίαρχε Μπάρτον, να ξεφύγετε από τη σκιά σας άλλο τόσο μπορείτε και από μένα ͘ ό,τι και αν κάνετε, εγώ θα σας βλέπω όσο συχνά επιθυμώ, και θα με δείτε και εσείς, διότι δεν θέλω να κρύβομαι, όπως εσείς φαντάζεστε». 


Το βιβλίο του Sheridan Le Fanu, Το άγρυπνο μάτι, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα.