Μπαίνω στο Δίπυλον με πολλά ερωτηματικά, καθώς ετοιμάζομαι να παρακολουθήσω τη Διαρκή Πρόβα με τίτλο ΚΑΠΟΥΤ / Πόλεμος, ένα Vaudeville, της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Ένα υβρίδιο παράστασης και πρόβας που, απ’ όσους το έχουν ήδη βιώσει, περιγράφεται ως «εμπειρία».
Οι πόρτες ανοίγουν στις 18.00 και κλείνουν στις 22.00, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη. Για τέσσερις ώρες το κοινό έχει απόλυτη ελευθερία κίνησης, να μπει και να βγει, να παρακολουθήσει αποσπασματικά ή συνεχόμενα, να επιστρέψει ή να αποχωρήσει οριστικά. Θυμίζει περισσότερο μια ζωντανή έκθεση, όπου κανείς περνά, παρατηρεί ένα έργο τέχνης, το επεξεργάζεται ή το αγνοεί, επιστρέφει, ή συνεχίζει την πορεία του.
Από την είσοδό μου στον χώρο, όπου μια ταξιθέτρια μου λέει «μπορείτε να κάτσετε όπου θέλετε, αρκεί να μην πέσετε πάνω σε κάποιον ηθοποιό», ως τη στιγμή που δόθηκε η οδηγία να φωτιστεί ένα άτομο από το κοινό, και ένας ηθοποιός να του απευθυνθεί ως άλλη Άτοσσα (από τις Πέρσες του Αισχύλου), μέχρι το φινάλε της βραδιάς, όπου μια θεατής έβγαλε κυριολεκτικά το καπέλο της στους ερμηνευτές και άνοιξε διάλογο μαζί τους, το πλαίσιο ήταν σαφές – εδώ καταργείται η συμβατική σχέση σκηνής και πλατείας. Θεατές και ηθοποιοί γίνονται συνυπεύθυνοι για αυτό που συμβαίνει. Η απόσταση μειώνεται δραματικά.
Το εγχείρημα είναι φαινομενικά μόνο χαοτικό· σίγουρα πάντως από τα πιο πανκ θεάματα που έχω δει σε ελληνική σκηνή. Ανατρεπτικό σε μορφή και περιεχόμενο, έξυπνα εστιασμένο στο ζήτημα της βίας και του πολέμου, λειτουργεί ως ένα ποιητικό δοκίμιο σε θεατρική φόρμα. Δεν αφηγείται γραμμικά ούτε επιδιώκει να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα· αντιθέτως, ανοίγει ρωγμές, φέρνει σε τριβή υλικά και φωνές.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Σε μια περίοδο που όλοι και όλες τρέχουμε για να προλάβουμε, εδώ ο χρόνος διαστέλλεται. Και μέσα σε αυτή τη διαστολή, ο θεατής δεν καλείται να καταναλώσει ένα αποτέλεσμα, αλλά να συνυπάρξει με ένα ερώτημα.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πρωτότυπο εγχείρημα, που το ensemble αναδεικνύει με τόλμη και αισθητική αρτιότητα, καθιστώντας τυχερό όποιο άτομο επιλέξει να παρευρεθεί σε αυτή την ιδιόμορφη Πρόβα.

Διαρκής ανοιχτή πρόβα
Από τη συζήτηση που είχα με τη Νεφέλη Μαϊστράλη, η οποία έχει αναλάβει τη διεύθυνση της Πρόβας (είχε προηγηθεί ο Ακύλλας Καραζήσης στο διάστημα Οκτώβριος 2025 – Ιανουάριος 2026) πριν επισκεφτώ το Δίπυλον, μαθαίνω ότι η “τυχαιότητα” – το στοιχείο του νέου, αυτού που δημιουργείται μπροστά στα μάτια του κοινού, λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Από τη μία, έγκειται στο γεγονός πως το υλικό διαρκώς εναλλάσσεται, αλλά και στο ότι όταν το ensemble ακουμπά σε υλικά που έχουν ήδη δοκιμαστεί, ανάλογα με την αίσθηση της στιγμής, προστίθενται νέα στοιχεία, συνδέσεις και προσεγγίσεις.
Είναι κοινώς αποδεκτό μυστικό πως η πρόβα συχνά έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την ίδια την παράσταση. Από αυτή τη σκέψη φαίνεται πως γεννήθηκε η ιδέα της Ανοιχτής Πρόβας, προσφέροντας μια συνθήκη που δεν οφείλει να ολοκληρωθεί ποτέ. Κάθε φορά που πάει να «κλειδώσει», οι συντελεστές «τραβούν το χαλί», ώστε να παραμείνει ανοιχτή. Μου μένει μια φράση της Μαϊστράλη για την ηθοποιία και το θέατρο: «Η δουλειά μας μια Ανοιχτή Πρόβα οφείλει να είναι άλλωστε».
Το βασικό ερώτημα της Ανοιχτής Πρόβας είναι πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για τη βία και τον πόλεμο. Πρόκειται για ένα ανεξάντλητο θέμα· γι’ αυτό και τα μέλη του ensemble έχουν αμέτρητες πηγές να κινηθούν και να αντλήσουν έμπευση. Διαβάζουν κείμενα, ξαναγράφουν υλικά, επαναδιαπραγματεύονται ταινίες… Πριν ανοίξουν οι πόρτες, προηγείται ένας ολιγόλεπτος συντονισμός. “Φρεσκάρουν” τη μεταξύ τους επικοινωνία και καταστρώνουν μια ροή, μια λίστα υλικών που λειτουργεί ως μπούσουλας για τη συγκεκριμένη βραδιά. Δεν την ακολουθούν απαραίτητα κατά γράμμα· όμως τους δίνει μια κατεύθυνση. Κι έπειτα, η Πρόβα αρχίζει!

Το Ensemble
Σύμφωνα με το site του Εθνικού το Ensemble συγκροτούν οι: Γιάννης Βάρσος, Ελισσαίος Βλάχος, Θεοδώρα Γεωργακοπούλου, Τίτος Γρηγορόπουλος, Δημήτρης Καπετάνιος, Βασίλης Καραμπούλας, Κατερίνα Κρίστο, Κονδυλία Κωνσταντελάκη, Άννα Λουιζίδη, Θωμάς Μακρυγιάννης, Γιώργος Ματζιάρης, Ουίτσι, Νεφέλη Παντερμαλή, Βιβή Πέτση, Τατιάνα-Άννα Πίττα, Θάλεια Σταματέλου. Επί σκηνής εγώ παρακολούθησα επτά από αυτά τα άτομα, μαζί με τη Νεφέλη Μαϊστράλη.
Η Μαϊστράλη τονίζει στη συζήτησή μας τη σημασία της σύνθεσης του ensemble και την αναγκαιότητα, όπως λέει, να αποσυνδεθεί η έννοια του πειραματισμού από τη νεότητα. Χωρίς ρίσκο, επισημαίνει, πως η καλλιτεχνική δραστηριότητα οδηγείται σε μαρασμό, καθώς είναι εύκολο να παγιδευτεί κανείς σε μια μανιέρα ή στη λογική ενός προϊόντος που “δουλεύει”.
Συζητάμε, έτσι, τη σημασία της κατεύθυνσης που χάραξαν η Αργυρώ Χιώτη και η Ιώ Βουλγαράκη για την Πειραματική Σκηνή -με υπεύθυνους τον Ακύλλα Καραζήση και τη Νεφέλη Μαϊστράλη-, παρέχοντας έναν θεσμικό χώρο ελευθερίας – έναν χώρο δοκιμής και ρίσκου για άτομα κάθε ηλικίας. Μέσα από την Ανοιχτή Πρόβα, τα μέλη του ensemble κινούνται σε ένα πλαίσιο που δύσκολα θα συναντούσαν στο θέατρο της ελεύθερης αγοράς. Εδώ, τους δίνεται η δυνατότητα να εξερευνήσουν επί σκηνής, αξιοποιώντας τις διαφορετικές ικανότητες τους και καλλιεργώντας νέες· λειτουργώντας συλλογικά ως συνδημιουργοί, συν-σκηνοθέτες και συν-συγγραφείς.
ΚΑΠΟΥΤ / Πόλεμος, ένα Vaudeville
Δραματουργικός άξονας της Ανοιχτής Πρόβας είναι το μυθιστόρημα του Curzio Malaparte, Kaputt. Το βιβλίο βρίσκεται στον χώρο σε φυσική μορφή, τοποθετημένο πάνω στα γραφεία που περιμετρικά ορίζουν τη σκηνή — ανάμεσα σε χαρτιά, μπουκάλια νερού των ηθοποιών, άλλα βιβλία, χαρτιά, και μουσικά όργανα.
Από το ΚΑΠΟΥΤ, που πραγματεύεται τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συγκρατώ κυρίως από τη συζήτηση επί σκηνής πως δεν έχει σημασία αν όσα αφηγείται είναι επινοημένα ή πιστή καταγραφή. Ο πόλεμος λειτουργεί ως τοπίο, σχεδόν ως δευτερεύων χαρακτήρας. Πρωταγωνιστής είναι η ίδια η έννοια του «καπούτ» — η κατάρρευση. Σε επόμενη φάση, αποσπάσματα του μυθιστορήματος για τα παιδιά των Εβραίων στα γκέτο της ναζιστικής Γερμανίας, συνδέονται με σύγχρονες εικόνες παιδιών στην Παλαιστίνη.
Δεν έχει νόημα να απαριθμηθούν όλα τα κείμενα που άκουσα κατά την παρουσία μου στην Ανοιχτή Πρόβα. Αποσπάσματα από τα Ομηρικά Έπη διαδέχονται την ομιλία του Αλμπέρ Καμύ κατά την παραλαβή του Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μια ηθοποιός, έπειτα από νεύμα της Μαϊστράλη, διαβάζει Βίκτωρ Ουγκώ. Ακούγονται μαρτυρίες γυναικών που ανήκαν στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού. Μια ηθοποιός σχολιάζει τη Μουλάν της Disney, κάνοντας κινήσεις μιμούμενη την πριγκίπισσα στη σκηνή της μάχης, και σύντομα ακολουθεί αναφορά στην εκτέλεση της Σόφι Σολ της αντιναζιστικής οργάνωσης “Λευκό Ρόδο”.
Αφηγήσεις για τη δουλεία στις ΗΠΑ, για την αποικιοκρατία στην Αφρική, για την αντίσταση μπλέκουν σε μια ιδιαίτερη σύνθεση.
Η σκέψη ενός γιατρού στη Γάζα: «Θα ήταν πιο ευσπλαχνικό αν με είχαν σκοτώσει, αν με είχαν δολοφονήσει νωρίτερα, να μην τα έχω δει όλα αυτά».
Δεν ακούγονται ιαχές πολέμου, ούτε κλάματα. Ενίοτε, ο Δημήτρης Καπετάνιος συνοδεύει με το σαξόφωνό του, ενώ κάποια στιγμή ακούγεται ένα σιωπηλό τραγούδι σα μοιρολόι.
Σε τέσσερις ώρες ακούγονται δεκάδες κείμενα. Κι όμως, το ερώτημα παραμένει: πώς μιλά κανείς για τη βία και τον πόλεμο;
Ενίοτε το σώμα αρθρώνει λόγο ισχυρότερο από τις λέξεις. Μια χορογραφία με πατερίτσες με καθηλώνει. Βλέποντας την Άννα Λουιζίδη να μετατρέπει το δεκανίκι πότε σε παρτενέρ και πότε σε στήριγμα, η εικόνα αποκτά ποιητική πυκνότητα. Ακολουθούν και οι υπόλοιποι.
«Πώς θα πεθάνεις για κάποιον
με τον οποίο δεν έχετε χορέψει μαζί;»
Εξαιρετικά δένουν και τα σχέδια της Κονδυλίας Κωνσταντελάκη με μαύρο και κόκκινο μελάνι, που προβάλλονται την ώρα που τα κάνει άλλοτε πάνω στον τοίχο, και άλλοτε πάνω στα σώματα των υπολοίπων, συνοδεύοντας τη σκηνική δράση.
Η δράση, ανά διαστήματα, ανοίγει προς το κοινό. Προσωπικά, ανταποκρίθηκα μόνο μία φορά, όταν κλήθηκα να συμμετάσχω σε μια «λοταρία θανάτου».
«Ποιος στοιχηματίζει στη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία;
Είναι πιο φθηνό να αγοράσει κανείς για άμεσο τερματισμό της εισβολής…»
Και μια ηθοποιός σχολιάζει: «Πιο φθηνή η ελπίδα;»
Οι συνειρμοί ενεργοποιούνται μετά το πρώτο μισάωρο στην αίθουσα. Σκέφτομαι την ταινία El exilio de Gardel του Fernando E. Solanas, ιστορίες της γιαγιάς μου, ένα ποίημα του Mahmoud Darwish. Συμβαίνει και σε άλλους από ότι μαθαίνω. Ένας λογιστής, μετά την παρακολούθηση της Πρόβας, θέλησε να επεξεργαστεί μια επιστολή οικείου του προσώπου και να τη φέρει ως υλικό στο ensemble. Θα την παρουσιάσουν σε επόμενη ημερομηνία.
Όταν πήγα εγώ στην Ανοιχτή Πρόβα το εισιτήριο μου ανέγραφε ως ημερομηνία την Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026 – πήγα δηλαδή λίγες μέρες μετά την αποκάλυψη των φωτογραφιών με τους εκτελεσθέντες κομμουνιστές από τον ναζιστικό στρατό κατοχής. Η Τατιάνα-Άννα Πίττα αφορμώμενη από αυτό, απευθύνει χαιρετισμό με τη γροθιά ψηλά: «Αντίο στη Θεία Μαίρη», εκτελεσμένη όπως και ο αγαπημένος της Κώστας Χυτήρης. Ο τελευταίος ανάμεσα στους νεκρούς του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής. Ανατριχιάζω. Είναι σπάνιο να συναντάς τόσο άμεση επαφή θεάτρου και κοινωνίας.

Αλήθεια…
Τι ημερομηνία αναγράφει το δικό σου εισιτήριο;
Ποια ιστορία σου εντυπώθηκε; Ποια σου ήρθε συνειρμικά;
Τελικά, πώς πιστεύεις πως μπορούμε να μιλήσουμε για τον πόλεμο και τη βία;
Photo Credit: Ελίνα Γιουνανλή
Διαβάστε επίσης:
ΚΑΠΟΥΤ / Πόλεμος, ένα Vaudeville: Το Εθνικό Θέατρο συνεχίζει την Ανοιχτή Πρόβα στο θέατρο Δίπυλον
Εθνικό Θέατρο: Το πρόγραμμα των παραστάσεων για τη σεζόν 2025-26
Εθνικό Θέατρο: Η Πειραματική Σκηνή μετακομίζει στο θέατρο Δίπυλον – Νέες δράσεις