Από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφορεί το βιβλίο, Το ελιξίριο της μακροζωίας  του Μπαλζάκ σε μετάφραση της Έφης Κορομηλά.

[…]Ο Μπαρτολομέο Μπελβιντέρο, ο πατέρας του δον Ζουάν, ήταν ένας γέρος ενενήντα χρόνων, που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ασχολούμενος με εμπορικές επιχειρήσεις. Είχε διασχίσει πολλές φορές τις μυστηριώδεις χώρες της Ανατολής και είχε αποκτήσει τεράστια πλούτη και γνώσεις ακόμη πιο πολύτιμες, έλεγε, απ’ το χρυσάφι και τα διαμάντια, στα οποία δεν έδινε πια καμία σημασία, «Προτιμώ ένα δόντι από ένα ρουμπίνι, και την εξουσία από τη γνώση» αναφωνούσε κάποιες φορές χαμογελώντας. Σ’ αυτό τον καλό πατέρα άρεσε ν’ ακούει τον δον Ζουάν να του διηγείται κάποια νεανική τρέλα του, κι έλεγε με σκωπτικό ύφος, προσφέροντας του άφθονο χρυσάφι: «Αγαπημένο μου παιδί, να κάνεις μόνο τις κουταμάρες που σου δίνουν ευχαρίστηση». Ήταν ο μοναδικός γέρος που χαιρόταν να βλέπει έναν νέο άντρα: παρακολουθώντας μια τόσο λαμπερή ζωή, η πατρική αγάπη ξεγελούσε τα δικά του γηρατειά. Όταν ο Μπελβιντέρο ήταν εξήντα χρόνων, είχε ερωτευτεί έναν άγγελο πραότητας και ομορφιάς. Ο δον Ζουάν ήταν ο μοναδικός καρπός εκείνου του όψιμου και σύντομου έρωτα. […]

Σ’ αυτή τη «μαύρη» νουβέλα, ο Μπαλζάκ συνδυάζει δύο από τους πιο γνωστούς και δημοφιλείς θρύλους του δυτικο-ευρωπαϊκού φαντασιακού: το ελιξίριο της ζωής και το πρόσωπο του δον Ζουάν, του περιβόητου γυναικοκατακτητή. Ο συγγραφέας δίνει τη δική του εκδοχή, δημιουργώντας ένα έργο πρωτότυπο και διασκεδαστικό μέσα στη μακαβριότητά του.

Ένας από τους θεμελιωτές του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, γεννήθηκε το 1799 στην πόλη Τουρ της Γαλλίας. Σπουδάζει νομικά, ύστερα από παρότρυνση της οικογένειάς του, και φιλοσοφία. Το 1819, αρνείται να ακολουθήσει το επάγγελμα του συμβολαιογράφου, για να αφιερωθεί στη συγγραφή φιλοσοφικών δοκιμίων, μυθιστορημάτων και τραγωδιών. Σε όλα του πληθωρικός, τον χαρακτήριζε η ακατάβλητη εργατικότητα, το ακατάβλητο σθένος, όλα καθ’ υπερβολή: το ίδιο ισχύει για την ερωτική ζωή του, τις καταχρήσεις, τις σπατάλες και τη μεγαλομανία του. Ζει πνιγμένος στα χρέη και δουλεύει όλο και περισσότερο και καταπιάνεται με όλο και περισσότερα για ν’ απαλλαγεί απ’ αυτά. Το 1822 γίνεται εραστής της κατά 20 χρόνια μεγαλύτερής του κυρία Ντε Μπερνύ. Εκείνη πρωτοδιαβάζει και καθαρογράφει τα έργα του. Θα πληρώσει κάθε εμπορικό του ναυάγιο: τυπογραφείο, βιβλιοπωλείο, έκδοση εφημερίδας, φυτείες ανανά, μετοχές σε σιδηροδρόμους. Συνάπτει παράλληλες ερωτικές σχέσεις, και το 1832 λαμβάνει το πρώτο γράμμα της «ξένης», της Εβελίνα Χάνσκα, κι αρχίζει φλογερή αλληλογραφία. Θα παντρευτούν το 1850, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια προσπάθειας, γράφοντας μυθιστορήματα της σειράς, για τις δημοφιλείς τότε επιφυλλίδες, χωρίς να υπογράφει καν, ωσότου αγγίξει την επιτυχία. Το 1833 συλλαμβάνει την ιδέα για το γιγαντιαίο εγχείρημά του την «Ανθρώπινη κωμωδία», όπου, ο Μπαλζάκ μιλάει για την «τεράστια έκταση ενός σχεδίου που αγκαλιάζει ταυτόχρονα την ιστορία και την κριτική της κοινωνίας, την ανάλυση των δεινών της και τη διερεύνηση των αρχών της», και συμπεριλαμβάνει μεγάλο μέρος του έργου, μεταξύ άλλων: «Η εξαδέλφη Μπέτυ», «Μπαρμπα-Γκοριό», «Ευγενία Γκραντέ», «Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ», «Ο εξάδελφος Πονς». Πεθαίνει το 1850 στο Παρίσι σε ηλικία μόλις 51 ετών.