Μετά τον Γεώργιο Βιζυηνό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ο Θωμάς Κοροβίνης με τον μοναδικό του λόγο και την νοσταλγική ματιά πραγματεύεται ένα επεισόδιο από τη ζωή του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη. Αυτόν που όλοι εμείς σήμερα τιμούμε και τα ποιήματά του έχουν απασχολήσει τόσους μελετητές ανά τον κόσμο, κάποτε τον λοιδόρησαν και τον σχολίαζαν επικριτικά οι σύγχρονοί του όχι τόσο για τα γραπτά του όσο για τις ομοφυλοφιλικές του τάσεις και προτιμήσεις, κάτι όμως που ποτέ δεν διατυμπάνισε και δεν άφησε να πλήξει την εικόνα του προς τα έξω. Από νωρίς εξεδήλωσε την ερωτική κλίση του προς το ανδρικό φύλο, γιατί αυτό τον εξέφραζε, και εδώ παρουσιάζεται μία από τις στιγμές της γέννησης της επιθυμίας στην παρουσία του στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη της καταγωγής των παππούδων του. Η εποχή του περισσότερο από την σημερινή ήταν κάθετα αρνητική και εχθρική στην ομοφυλοφιλία, τα ταμπού έδιναν και έπαιρναν και μέσα από το κείμενο αυτό διαφαίνεται η προσπάθεια απόκρυψης της «αδυναμίας» του αυτής, του κρυφού διακαούς του πόθου.

Για πρώτη φορά επισκέπτεται τα γνωστά τουρκικά δημόσια λουτρά και έρχεται σε επαφή με έναν τόπο ηδονής, απόλαυσης των ματιών και του νου, έναν χώρο οικείο αλλά και σαγηνευτικό που κατευθείαν τον συγκινεί και γίνεται συχνός τόπος επίσκεψής του. Εκεί το σώμα του μιλάει την γλώσσα της απόλαυσης και δημιουργείται έντονα το συναίσθημα για την ανδρική έλξη, κάτι που θα τον ακολουθούσε μέχρι και τον θάνατό του. Για την ιστορία δεν αποκλείεται στους πνευματικούς κύκλους που κυκλοφορούσε να είχε δει κάπου τον γνωστό πίνακα του γάλλου Ingres «Το τουρκικό λουτρό» ή ακόμα κάποια Οδαλίσκη από αυτές που αποτελούσαν εξωτικό θέμα για τους Ευρωπαίους ζωγράφους που επισκέπτονταν νοερά άγνωστες σε αυτούς περιοχές. Εκείνος βέβαια με διαφορετική διάθεση γράφει δια χειρός Κοροβίνη: «Ήτο η πρώτη επίσκεψίς μου εις δημόσιον λουτρόν, η εμβάπτισής μου εις ένα νέον και προσφιλή κόσμον, μυστηριώδη, ηδονικόν και κατά την προσωρινήν αίσθησίν μου επικίνδυνον. Η ατμόσφαιρα του τουρκικού λουτρού μοι προυξένησε πρωτόγνωρον και παράδοξον εντύπωσιν, άμα δε και απροσδόκητον ταραχήν». Η ψυχή και το σώμα του ποιητή καθώς και η καρδιά του αλλά και συνολικά όλες του οι αισθήσεις δεν μπορούν να αντισταθούν στο πάθος και τον πόθο που σαν λάβα ηφαιστείου ξεπηδά, εκείνος μαγεύεται όλο και πολύ από τον νεαρό Χασάν και αυτόν ονειρεύεται σε κάθε στιγμή της εκεί παραμονής του με την ελπίδα να κατακτήσει το σώμα που του εμφανίζεται. Σιγά σιγά αρχίζει και ξετυλίγει το κουβάρι της επιθυμίας του και ξεκουμπώνει το πουκάμισο της ηδονής που έχει ενδυθεί. Ξεκλειδώνει κάθε πιθανή πόρτα για να στεγάσει με ασφάλεια και διακριτικότητα όλες του τις διαθέσεις, τις μύχιες και τις ομολογημένες.

«Είτα ο μύστης και ανάδοχός μου εις τον πρώτον μου έρωτα, ο γητευτής του οποίου η άνεσις έδειχνε άνθρωπον «ξεθαρρεμένο», μοι εξέμαξε τας θηλάς εναλλάξ και τούμπαλιν και με έδηξεν λαιμάργως εις την ρίζαν του τραχήλου, με αποτυπώματα εμφανέστατα, δια τούτο κατά τον περίπατον μετά του Χασάν είχον «τυλιχθεί» με έν βαθυμέλαν, μακρύ περιλαίμιον». Είναι πλέον δέσμιος κάθε του εσωτερικής εντολής, ζει έναν έρωτα σαρκικό και θαυμάζει το ανδρικό σώμα σαν τον αρχαίο γλύπτη που σμιλεύει τον πηλό για να διαμορφώσει το τελικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ο Καβάφης με αφηγηματικό χείμαρρο βυθίζεται σε λεπτομερείς περιγραφές για το πως βιώνει όλο αυτόν τον ερωτικό πυρετό και δεν διστάζει να ανοίξει διάπλατα το σπίτι και τα παράθυρα της ηδονής που τον έχει κατακυριεύσει πολλές φορές σε τέτοιο βαθμό που η επιθυμία έχει ξεφύγει από τα όρια του ελέγχου του. Ο Καβάφης σαν τον ίδιο τον Θεό Γανυμήδη δεν χάνει την ευκαιρία να θυσιάσει τον εαυτό του στην υπηρεσία του υπέρτατου έρωτος που τον λυτρώνει και τον απελευθερώνει από τα ηθικά στερεότυπα που του επιβάλλει η κοινωνία. Την ένταση των πόθων θα την εκφράσει σαφώς καλύτερα και πιο ποιητικά με την καθαρεύουσαν, την οποία όπως εξομολογείται δοκιμάζει για πρώτη φορά. «Απεφάσισα παραλλήλως εις το αυτοβιογραφικόν μου τούτο πεζογράφημα να δοκιμασθώ ασκούμενος εις την γλωσσικήν εκδοχήν της ελληνικής, την λεγόμενην καθαρεύουσαν».

Είναι αποκαλυπτική η μοναξιά του σε αυτόν τον δρόμο, τον πολύ ιδιαίτερο και κάπως δραματικό. Δεν περιμένει κατανόηση, πορεύεται μόνος και έρημος σαν σχοινοβάτης και νομάς σε μια ζωή καταδικασμένη, σε έναν έρωτα που θεωρείται «παράνομος» και ανήθικος, σε ένα σπίτι που κλείνει όλες του τις ορέξεις και αφήνεται εκεί και μέσα από την ποίησή του και τα πεζά του να καταγράψει και να εκτονώσει όλα αυτά που πολλές φορές δεν επιτρέπεται να εκφράσει δημόσια. Ο βίος του θα είναι αναμφίβολα βασανιστικός, μοναχικός, καταθλιπτικός, ένας κουρασμένος ποιητής από το βάρος της ερωτικής απαγόρευσης που του έχει επιβληθεί, αυτοεξόριστος. «Ευρέθην – ανεπαισθήτως – μόνος και περιωρισμένος εις «την κάμαρή μου την κρυφή»,, εις τα τείχη μου, τα τείχη τα οποία θα με ηκολούθουν περιορίζοντά με εις όλον μου τον βίον. Αυτά τα τείχη ήσαν η δική μου τύχη. Περίκλειστος να ευρίσκομαι εντός των, αρνητής της αληθινής ζωής».

Αποσπάσματα:

«Ότι θες να κρύψης, βάλτο στο φως του ήλιου». Αλλά έως πότε θα εφοβούμην; Πόσον ημπορεί κανείς να βίοι την ζωήν του ως μυστικήν; Να ζη εν παραβύστω;»

«Δια τούτο κατέληξα και εις την ποιητικήν φράσιν «δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός».

«Η νεότης θεραπεύει την αυταπάτην της αφθαρσίας και της αθανασίας, η δε υπεροψία της ήβης, ιδανικώς ωραία εν τη ανυποψία της, συνηγορεί εις την ψευδαίσθησιν της αιωνιότητος».


Διαβάστε επίσης: 

Σκίρτημα Ερωτικόν – Θωμάς Κοροβίνης