Στο βιβλίο του Παλιοί δάσκαλοι ο εκ των κορυφαίων συγγραφέων της μεταπολεμικής περιόδου Thomas Bernhard καταθέτει με αγωνία και ευλάβεια τα εξής συγκλονιστικά: «Η τέχνη συνολικά δεν είναι, ναι, τίποτε άλλο παρά μια τέχνη επιβίωσης, το γεγονός αυτό δεν επιτρέπεται να το παραβλέψουμε, η τέχνη είναι η απόπειρα που κάνει συνέχεια με τρόπο συγκινητικό η διάνοια να τα βγάλει πέρα μ’ αυτόν τον κόσμο και με τις αντιξοότητες του, πράγμα που, όπως ξέρουμε είναι δυνατόν μόνο αν χρησιμοποιήσουμε ψέμα και ψευδολογία, υποκρισία και αυτοεξαπάτηση».

Ο ίδιος ο συγγραφέας βίωσε μόλις στα δεκαοχτώ του χρόνια ένα ισχυρό σοκ όταν ήρθε αντιμέτωπος με τον ίδιο τον θάνατο μετά από μία αρρώστια, πνευμονοπάθεια που λίγο έλειψε να του στοιχίσει την ζωή. Από εκείνη την στιγμή βυθίζεται σε έναν εσωτερικό διάλογο επιβίωσης και αυτό που τον στηρίζει και βρίσκει ως διέξοδο είναι η γραφή, έχει ανάγκη να καταγράψει, να αναζητήσει, να εκφράσει. Η επιρροή του επίσης συγγραφέα παππού του είναι δυναμική και καθοριστική για το μέλλον του. Όπως και στην περίπτωση του Ντοστογιέφσκι έτσι και εδώ η ανάγκη για συγγραφή δεν είναι ο αυτοσκοπός αλλά το μέσο που οδηγεί στην εσωτερική λύτρωση, στην απελευθέρωση και την εκτόνωση σκέψεων, αγωνιών, ενδότερων βασανιστικών διεργασιών που ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπο να δηλωθούν, να διοχετευτούν στο χαρτί.

Στα διηγήματα που βρίσκουμε εδώ ο Bernhard παρουσιάζει διάφορους ανθρώπους καθρέφτες του, alter ego του, παραλλαγές χαρακτήρων του που όπως ο Κ. στον Κάφκα παλεύουν με τα φαντάσματα της ύπαρξής τους με απώτερο σκοπό να απεμπλακούν από τις σκοτεινές και δυσοίωνες προβλέψεις που οι ίδιοι έχουν διαμορφώσει για το μέλλον τους. Ο Βασίλης Τσαλής, ο οποίος έφερε εις πέρας την δύσκολη μετάφραση του βιβλίου, αναφέρει στο εξαιρετικό επίμετρο που έχει ετοιμάσει το εξής: «Η αναζήτησή του είναι εμμονική, σαρώνεται από τον ίδιο στρόβιλο τρέλας που καταστρέφει τον Πάουλ Βίτγκενστάιν, ενώ στον Μπέρνχαρντ μετατρέπεται σε ιδιοφυή δημιουργία». Ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει για τον εαυτό του και προσπαθώντας να εξηγήσει την επιλογή των θεμάτων του: «Το θέμα μου είναι ο θάνατος, επειδή η ζωή είναι το θέμα μου {…} Είμαστε όλοι πλάσματα της αγωνίας». Οι ήρωές του είναι ο δικός του τρόπος να διοχετεύσει με κάθε λογής τρόπο τα όρια και τις γραμμές που τον κράτησαν στην ζωή, έτσι ο παρ’ ολίγον θάνατός του μετατρέπεται ευθύς αμέσως σε έμπνευση για επιστροφή στον εαυτό του όχι για να περιγράψει τον ίδιο του τον εαυτό αλλά για να επιδοθεί σε ανάλυση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ο εκάστοτε ήρωας δρα και συλλογίζεται και αποφασίζει τις επόμενες δράσεις απαλλαγής από την επικίνδυνη τροπή των πραγμάτων. Έτσι το περιβάλλον καθίσταται η κολυμπήθρα στην οποία βουτάει για να ξαναβγεί πιο δυνατός, αναγεννημένος.

Στο διήγημα «Δύο παιδαγωγοί» ο συγγραφέας θα αποτυπώσει την αλήθεια της εσωτερικής του πάλης με τα παρακάτω λόγια: «Ποτέ, νομίζω, δεν ήμουν τόσο εξουθενωμένος όσο τη στιγμή που αποφάσισα να κρατήσω την τραγιάσκα {…} Είχα και πάλι την αίσθηση ότι τελείωνα, ότι είχε φτάσει το τέλος μου. Φοβόμουν το άδειο σπίτι, και τα κρύα άδεια δωμάτια. Φοβόμουν τον εαυτό μου, και μόνο για να μην πεθάνω από τον τρόμο μου εξαιτίας της θανάσιμης κατάστασης στην οποία είχα περιέλθει, στρώθηκα κάτω κι έγραψα αυτές τις λίγες σελίδες…». Δεν υπάρχει πιο οδυνηρή πραγματικότητα από έναν άνθρωπο που αντικρίζει το τέλος, ακουμπάει το τέλος του διανοητικά, εκείνου που στην φαντασία του ονειρεύεται μία φυγή από ένα παρόν που τον κατατροπώνει και τελικά αποφασίζει να διαφύγει του κινδύνου την τελευταία στιγμή γιατί η ζωή είναι πιο πολύτιμη και ο θάνατος εύκολη λύση που δεν επιλέγει. Αυτό ο συγγραφέας Μπέρνχαρντ το γνωρίζει καλά από την δική του εμπειρία και μπορεί και το εξωτερικεύει τόσο φυσικά που όλοι εμείς συμπάσχουμε.

Το ίδιο συμβαίνει και στο διήγημα «Γιάουρεκ» όπου ο ήρωας, σαν ένας άλλος Βαν Γκογκ, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις δικές του Ερινύες και τα στοιχειωμένα του μερόνυχτα. Το μαρτυρικό του παρόν δεν έχει τελειωμό και όμως εκείνος περιγράφοντας και μιλώντας για το βάσανό του οδηγείται στην αποδοχή πως οι σκέψεις του δεν έχουν λογική και οφείλει να περάσει την γέφυρα μεταξύ της ανυπαρξίας και της ύπαρξης. Όσο πιο πολύ συλλογίζεται τόσο κατανοεί την ματαιότητα του αδιεξόδου, η απελπισία του γίνεται μοχλός αποφυγής της δραματικότητας στην οποία έχει περιέλθει. Αναφέρει χαρακτηριστικά με τα συναισθήματα να τον πνίγουν τόσο πολύ που κατορθώνει να δει την επιφάνεια της θάλασσας και να γλιτώσει τον «πνιγμό» του: «{…} συλλογίζομαι, να είμαι ο πιο απελπισμένος άνθρωπος, όμως, όπως σκέφτομαι, βαδίζω, βαδίζω πιο γρήγορα, βαδίζω όλο και πιο γρήγορα πάνω κάτω, και λέω στον εαυτό μου ότι πρέπει να είναι απελπισμένος, πρέπει να είναι βυθισμένος στην απελπισία, και έχει δίκιο, έχει δίκιο να είναι απελπισμένος, κάθε μέρα διαρκώς απελπισμένος {…} ότι η ύπαρξή μου είναι όντως μία απελπισμένη ύπαρξη». Σε αυτό το σημείο συνειδητοποιεί πως όλα αυτά δεν έχουν καμία βάση, μπορεί να γίνει κύριος του εαυτού του, να επιβάλλει τους δικούς του όρους και να ορίσει την τύχη του, λίγο πριν αυτή εκτροχιαστεί από παράγοντες που δεν μπορεί να ελέγξει. Και εδώ τα εγκεφαλικά του κύτταρα του δυναμώνουν και ενισχύονται από την θέληση και την ισχυρή επιθυμία του για ζωή που ζωγραφίζεται στα μάτια του. Έχει διώξει μακριά τα σύννεφα και έχει χαράξει άλλο δρόμο με σαφείς γραμμές, όχι πια μαύρες. Το απόσπασμα που ακολουθεί έρχεται να επιβεβαιώσει τα παραπάνω: «Όμως γνωρίζω επίσης πως είναι γελοίο να είσαι μια απελπισμένη ύπαρξη ͘ η διαπίστωση και μόνο ότι κάποιος είναι μια απελπισμένη ύπαρξη είναι γελοία, όπως και καθαυτή η χρήση της λέξης «απελπισία» είναι γελοία…».

Ο Βασίλης Τσαλής αναφέρει στο επίμετρο την φιλοσοφία του Νίτσε περί αναλήθειας και εξηγεί πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη από αυτήν γιατί σε αντίθετη περίπτωση ο άνθρωπος θα καταστρεφόταν από την χειμαρρώδη αλήθεια την οποία και δεν μπορεί να αντέξει. Έτσι στον άνθρωπο ταιριάζει μόνο «η πίστη στην εφικτή, την προσεγγίσιμη αλήθεια, στην αυταπάτη που τον πλησιάζει και του εμπνέει εμπιστοσύνη…». Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος από τα παραμύθια που πλάθει για να μπορεί να θολώσει μέσα του την αλήθεια που είναι μαρτυρική. Όσοι κοιτούν κατάματα την αλήθεια και προσπαθούν να την αντιμετωπίσουν βαδίζουν σε επικίνδυνα νερά, βράζουν σε μία Κόλαση παράλογη ενδεχομένως δίχως επιστροφή και δίχως θεραπεία. Έτσι και κατά τον Νίτσε «η τέχνη είναι ισχυρότερη από τη γνώση, διότι αυτή επιθυμεί τη ζωή, ενώ η γνώση επιτυγχάνει ως ύστατο στόχο της μονάχα την εκμηδένιση».

Εμείς, ως άνθρωποι και θνητοί, ακριβώς όπως και ο Μπέρνχαρντ και με την θέληση να μην παρασυρθούμε από την ορμή της αλήθειας, καταφεύγουμε στο καταφύγιο που ονομάζεται τέχνη και όπως θα μας πει και ο Πικάσο «έχουμε ανάγκη την τέχνη για να διώχνουμε μακριά την σκόνη της καθημερινότητάς μας». Κάθε λογής δυστυχία είναι ανυπόφορη και λύνεται με απονενοημένα διαβήματα και ακραίες πράξεις όπως η αυτοκτονία – πολλές οι περιπτώσεις ζωγράφων, ποιητών που την επέλεξαν – μόνο όταν η αλήθεια υπερισχύει και υπερνικά αυτήν την θέληση να ξεφύγουμε και τελικά βρίσκουμε σε αυτή το υπέρτατο νόημα που όμως μας κοστίζει ενώ στο μυαλό μας μας καθαγιάζει μια για πάντα. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει λάθος ή σωστό, ηθικό ή ανήθικο γιατί η ψυχή του ανθρώπου παραμένει άβυσσος!

«Ένας εγκληματίας είναι, αναμφίβολα, ένας φτωχός άνθρωπος, που τιμωρείται για την ένδειά του» Από το διήγημα Ο μαραγκός

«Αν τις πρώτες ώρες της παραμονής μου στα λατομεία ήμουν βέβαιος ότι είχα βρει εν ολίγοις εκείνο το οποίο έψαχνα, την επαφή με τους ανθρώπους, αμέσως κατόπιν αντιλήφθηκα πως θα μου ήταν αδύνατον να βρω έναν έστω σύντροφο, για να κουβεντιάζω τα μακρόσυρτα δειλινά, και δεν αναφέρομαι καθόλου στις άγρυπνες νύχτες» Από το διήγημα Γιάουρεκ


Το βιβλίο του Thomas Bernhard, Πρόζα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.