«Ο Ντύρρενματτ προσπαθεί να αναγάγει το θέμα της ευθύνης του επιστήμονα σε πρόβλημα συλλογικό, καθώς, όπως ο ίδιος λέει, στη «σημερινή εποχή είμαστε όλοι ένοχοι». Ως τέτοιο, λοιπόν, πρέπει να λυθεί όχι από το άτομο, αλλά από την κοινωνία». Δεν έχει άδικο στην επισήμανση αυτή η Μάρθα Κουτσιούμπα-Παιονίδη, η επιφορτισμένη με την εισαγωγή, την μετάφραση και την επιμέλεια του επίμετρου, καθώς αυτό που προκύπτει τόσο από την δική της ανάλυση, τόσο από τον πρόλογο του Επαμεινώνδα Βαμπούλη όσο και από ιδία αντίληψη είναι πως ο Ντύρρενματτ δεν θέλει να ακολουθήσει την ρήση του Ματίς. Ο τελευταίος έλεγε πως θέλω η ζωγραφική μου και τα έργα μου να είναι ξεκούραστα όπως μια πολυθρόνα ενώ ο Ντύρρενματτ πιστεύει πως ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μας ανεξαιρέτως οφείλουμε να είμαστε ενήμεροι, δραστήριοι και ενεργοί σχετικά με κάθε τι που συμβαίνει γύρω μας, να αναλαμβάνουμε εν ολίγοις τις ευθύνες που μας αναλογούν. Κανείς δεν πρέπει να στέκεται αμέτοχος σε μια κοινωνία που χάνει αξίες, που ολισθαίνει, που παραπαίει, τότε και ακόμα περισσότερο σήμερα αλλά να είναι σε επαγρύπνηση και εγρήγορση και έτοιμη για δράση με όπλο την λογική.

Ο Επαμεινώνδας Βαμπούλης γράφει: «Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτού του θεατρικού έργου δεν έγκειται στην τραγική του διάσταση, ή τουλάχιστον δεν έγκειται μόνο στην τραγική του διάσταση». Και πράγματι σε όλη την διάρκεια των διαλόγων αυτό που υπερισχύει είναι το τραγικό μέσα από το κωμικό, αυτή η διάθεση του συγγραφέα να «περπατήσει» πάνω στα χνάρια του Αριστοφάνη που τόσο μελέτησε και από τον οποίο διδάχτηκε πως το κωμικό στοιχείο είναι ένας πρώτης τάξεως όπλο για να μεταφέρει τα μηνύματά του. Και πράγματι «το τραγικό ξεφυτρώνει εκεί που δεν το περιμένεις. Αυτό είναι που το κάνει τραγικό άλλωστε». Τραγικές φιγούρες στην όλη αφήγηση δεν είναι μόνο οι επιστήμονες αλλά και εμείς οι ίδιοι που στην μεγάλη εικόνα του κόσμου παρατηρούμε απαθείς. Δεν είναι μόνο οι επιστήμονες αλλά και εμείς οι ίδιοι ως «επιστήμονες» κατέχουμε την γνώση για το καλό της κοινωνίας ή για την εξυπηρέτηση συμφερόντων; Μήπως τελικά ο καθένας από εμάς υποσκάπτει το κοινό μας μέλλον άλλος εκούσια και άλλος ακούσια αγνοώντας ή χειρότερα ακόμα αδιαφορώντας για τους κινδύνους που ελλοχεύουν; Και βέβαια σε πρώτο πλάνο οι επιστήμονες που θαυμάζουμε και τιμούμε, που είναι αλήθεια τα όρια της δικής τους δράσης και ποιος ο έλεγχος που πρέπει να τους αφορά;

Οι «Φυσικοί» του Ντύρρενματτ δεν είναι κάποιοι ξένοι, απόμακροι κάτοικοι μιας φαντασιακής κοινωνίας, ενός απόμερου κόσμου. Είναι άνθρωποι που είναι σαφώς ιδιοφυείς, είναι επιστήμονες με διαπιστευτήρια και δημοφιλείς για τις ανακαλύψεις τους αλλά κυκλοφορούν γύρω μας, ανάμεσά μας και έχουν «επιλεγεί» να διαδραματίσουν κομβικό ρόλο στην διάδοση της γνώσης. Η γνώση δεν είναι ένα προνόμιο των ολίγων, αλλά ένα δικαίωμα των πολλών και οι επιστήμονες φέρουν βαριά την ευθύνη για αυτή τους την αποστολή. Δεν υπηρετούν κανέναν άλλον πρώτα παρά την ίδια την κοινωνία και σε αυτήν οφείλουν να αναφέρονται σε κάθε τους βήμα μένοντας αμερόληπτοι και συγκεντρωμένοι μακριά από μικροπρεπείς πειρασμούς, πολιτικές σκοπιμότητες, ίδια συμφέροντα και επικίνδυνους πειραματισμούς. Οφείλουν να απαντούν κατάλληλα σε κάθε είδους πρόκληση ή πρόσκληση που απειλεί το κοινό μας μέλλον.

Οι πρωταγωνιστές του Ντύρρενματτ κλεισμένοι οικειοθελώς σε ένα ψυχιατρείο για να αποφύγουν την επαφή με τον έξω κόσμο προσπαθούν να αποκρύψουν, να εξασφαλίσουν την ζωή στο δικό τους μικρόκοσμο, να απομονωθούν και να διώξουν μακριά κάθε τι που θα τους καθιστούσε υπόλογους ενώπιον της κοινωνίας. Και όμως ο διάλογος μεταξύ τους είναι αποκαλυπτικός, όταν ο ένας επιστήμονας απευθύνεται στον άλλο με σκεπτικισμό ως προς την διαχείριση της γνώσης: «Σέβομαι τα προσωπικά σας αισθήματα, Μαίμπιους, αλλά είστε μια ιδιοφυία και γι’ αυτό δεν ανήκετε πια στον εαυτό σας, αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ανοίξατε νέους ορίζοντες στη φυσική. Αλλά δεν έχετε το μονοπώλιο στη γνώση. Έχετε υποχρέωση να δώσετε τα φώτα σας και σ’ εμάς, τους κοινούς θνητούς». Μια κοινωνία που τους τιμά αλλά τους έχει αναθέσει το ύψιστο έργο, να της αποκαλύπτουν την πάσα αλήθεια, να δηλώνουν το παρόν και να μην την περιγελούν, να της είναι πιστοί. «Γιατί η γνώση είναι έτσι και αλλιώς, εξουσία ͘  εξουσιάζεις αυτό που γνωρίζεις».

Ο Ντύρρενματτ επιτίθεται εμμέσως πλην σαφώς στην απαθή κοινωνία και σε εκείνους που απεργάζονται σενάρια καταστροφής και συγκάλυψης με μοχλό μια εξουσία που λέγεται επιστήμη. Στο σύνολο της κριτικής του όμως είναι όλοι εκείνοι μέρη ενός συστήματος που με όχημα το ψέμα και την υποκρισία αποδομούν κάθε έννοια δικαιοσύνης και τάξης πραγμάτων. «Εγώ δεν γράφω έργα με θέση. Η φιλοσοφία μου δεν προηγείται του έργου μου. Το έργο που γράφω θέτει προβλήματα ως έργο. Δεν λύνει και δεν αποδεικνύει τίποτα. Αφού γραφτεί, δεν αποκλείεται να προκαλέσει κάποιες σκέψεις. Το έργο στέκεται μπροστά στο θεατή όπως ο κόσμος μπροστά στο φυσιοδίφη». Ο Ντύρρενματτ εκμεταλλεύεται την δεξιότητά του για να εκφράσει μέσα από  το θεατρικό βήμα, την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό αρχών και κανόνων, την παύση των θλιβερών μεθόδων των καθεστώτων και της συνεχούς φαυλότητας, την επιστροφή σε μία κανονικότητα που είναι πολύτιμη αλλά που τείνει να εξαλειφθεί για χάρη των λίγων και προνομιούχων. «Στο έργο του Ντύρρενματτ γελοιοποιούνται οι βασικότεροι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας». Με βαθύτατα υπαρξιακό προσανατολισμό, με αγωνίες και ανησυχίες φιλοσοφικές θέτει τον αναγνώστη/θεατή στο κέντρο της θεατρικής πράξης για να ζυγίσει, να κρίνει, να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, να κατανοήσει την θέση του στον κόσμο και τον ρόλο που καλείται ο ένας ως μέρος του συνόλου να διαδραματίσει. Εξάλλου τι είναι ο άνθρωπος παρά ένα σταυρόλεξο για πολύ δύσκολους λύτες!


Αποσπάσματα:

«Οι έρευνές μας κατέληξαν να είναι επικίνδυνες, οι ανακαλύψεις μας θανατηφόρες. Για μας τους φυσικούς, δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά η συνθηκολόγηση με την πραγματικότητα».

«Μια ιστορία τελειώνει μόνο αφού πάρει τη χειρότερη δυνατή τροπή».

«Για τον Ντύρρενματτ, η κωμωδία είναι ο καθρέφτης ενός κόσμου που βρίσκεται σε αταξία. Και σύμφωνα με το συγγραφέα, ο κόσμος αυτός είναι αμετάβλητος, δεν μπορεί να αλλάξει». Από την εισαγωγή του βιβλίου


Διαβάστε επίσης: 

Οι φυσικοί – Φρήντριχ Ντύρρενματτ