Θυμάστε ένα παλιό τραγούδι που έλεγε, «Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της Γης, στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς»;  Ήμουν

Της Γιώτας Παπαδημακοπούλου

παιδί ακόμα όταν το πρωτοάκουσα και όπως ήταν φυσικό επόμενο, οι τότε συμμαθητές μου, το χλεύαζαν και περιγελούσαν, τόσο τη μουσική, όσο και τους στίχους. Και ειλικρινά, γινόμουν έξαλλη! Πώς γίνεται να σου φαίνεται αστείο κάτι που κρύβει τόσο μεγάλη θλίψη, ένα τραγούδι βασισμένο σε μια ιστορία που αποτελεί, τον ορισμό της τραγικότητας; Μου φαινόταν ασύλληπτο και απίστευτα σκληρό. Γιατί η Περσεφόνη, βρέθηκε να μοιράζει τη ζωή της ανάμεσα στη Γη και τον Κάτω Κόσμο, μοιρασμένη ανάμεσα στην επιφάνεια που δεν ήθελε να αφήσει και τον Άδη, που τόσο απελπισμένα την ήθελε κοντά του. Αυτό το μύθο χρησιμοποιεί η Brodi Ashton στην ιστορία με γενικό τίτλο, «Everneath», προκειμένου να χτίσει τον δικό της και ως πρώτη απόπειρα, είναι αρκετά πετυχημένη.

Η ιστορία ξεκινάει με τη Νίκι να έχει ολοκληρώσει τη Θρέψη του Κόουλ και για έναν περίεργο και άγνωστο λόγο, κατάφερε να βγει ζωντανή και σχεδόν αλώβητη από τη διαδικασία που κράτησε, 100 ολόκληρα χρόνια. Έτσι, έχει το δικαίωμα να Επιστρέψει ή να ακολουθήσει τον Αιώνιο Ζωντανό της ο οποίος, της υπόσχεται ένα λαμπρό μέλλον με εκείνη, βασίλισσα στο πλευρό του. Η Νίκι όμως, προς μεγάλη του έκπληξη, επιλέγει την Επιστροφή καθώς, η εικόνα ενός και μόνο ανθρώπου στριφογυρίζει στο μυαλό της -η εικόνα του Τζακ- και γυρίζει πάλι στο γήινο επίπεδο. Εκεί διαπιστώνει πως έχουν περάσει μόλις 6 μήνες απ’ όταν εξαφανίστηκε καθώς, ο χρόνος στην Επιφάνεια και το Έβερνιθ, κυλούν πολύ διαφορετικά. Και έχει μπροστά της, ακριβώς άλλους 6 μήνες πριν οι Στοές επιστρέψουν για να διεκδικήσουν το χρέος που η Νίκι έχει απέναντί τους, οδηγώντας την στα σκοτάδια τους όπου θα τις τροφοδοτεί αιώνια ή, να επιλέξει να ακολουθήσει τον Κόουλ και να γίνει κι εκείνη Αιώνια Ζωντανή στο πλευρό του, κυριαρχώντας στο Έβερνιθ.

Η νέα κατάσταση που αντιμετωπίζει η Νίκι, είναι πολύ δύσκολη για εκείνη. Το γεγονός ότι εξαφανίστηκε χωρίς λέξη, κάνει τους πάντες να την αμφισβητούν, ακόμα και τον ίδιο της τον πατέρα, με τις φήμες να οργιάζουν και την επιφυλακτικότητα απέναντί της να μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Όμως η Νίκι είναι αποφασισμένη να ζήσει όσο περισσότερο έντονα μπορεί τον χρόνο που έχει στη διάθεσή της, χωρίς να επαναλάβει τα ίδια λάθη, αποχαιρετώντας αυτή τη φορά με τον σωστό τρόπο, τους ανθρώπους γύρω της, έτσι που η απουσία της όταν θα φύγει οριστικά να μην είναι τόσο επίπονη και δύσκολη. Όμως ο χρόνος κυλά και συνειδητοποιεί πως δεν θέλει πραγματικά να φύγει και ας μην έχει άλλη επιλογή. Έχει μετανιώσει για την επιλογή της όμως, είναι έτοιμη να πληρώσει το τίμημα, με τον Κόουλ να την διεκδικεί κάθε ώρα και λεπτό, προσπαθώντας να την μεταπείσει και να μείνει μαζί του, την ίδια στιγμή που ο Τζακ, παλεύει να την φέρει και πάλι κοντά του. Κι ενώ η Νίκι ξέρει πως δεν είναι σωστό, δεν μπορεί να μείνει μακριά από το Τζακ που μοιάζει να είναι, το μοναδικό αληθινό πράγμα που τη δένει με την Επιφάνεια και αυτό, για το οποίο αξίζει να παλέψει ενάντια στην ίδια της τη μοίρα.

Η Brodi Ashton, γοητευμένη προφανώς από την ελληνική μυθολογία, αποφάσισε να δημιουργήσει μια ιστορία η οποία, θα παντρέψει τους διάφορους αρχαίους μύθους μας που σχετίζονται με τον Κάτω Κόσμο και τον τρόπο που αυτός και οι κάτοικοί του, συνδέονται με τη γη και τους ζωντανούς. Με πιο απλά λόγια, συνδυάζει τον μύθο της Περσεφόνης και του Άδη, με εκείνον του Ορφέα και της Ευρυδίκης σε μια προσπάθεια, να αποδείξει πως όλοι οι σχετικοί μύθοι, συνδέονται μεταξύ τους οδηγώντας σε μια μορφή συγκαλυμμένης αλήθειας, εμπλουτίζοντας το κράμα που δημιουργείται από αυτήν την ένωση, με μια δόση μοντερνισμού, εξέλιξης και ισορροπημένης τοποθέτησης στο σήμερα. Και κακά τα ψέματα, η ελληνική μυθολογία και ιστορία πουλάει, αυτό έχει αποδειχθεί πολλάκις τα τελευταία χρόνια, πόσο μάλλον όταν δεν έχουμε να κάνουμε με μια κοινότυπη, πολεμική ιστορία αλλά, με την ιστορία πίσω από έναν μύθο, γοητευτικό και ρομαντικό, όμορφο και συνάμα τραγικό.

Το μεγάλο πλεονέκτημα της ιστορίας, είναι οι χαρακτήρες του, τουλάχιστον οι τρεις βασικοί καθώς, εκπροσωπούν τρεις ολότελα διαφορετικές προσωπικότητες, με έναν ωστόσο, κοινό πυρήνα, που δεν είναι άλλος από την αγάπη, έστω κι αν εκφράζεται διαφορετικά από τον καθέναν τους. Η Νίκι, αγαπάει με την ψυχή της ωστόσο, με το πρώτο αίσθημα αμφιβολίας, είναι ικανή να παραδοθεί στην θλίψη της και εν συνεχεία, για να ξεφύγει από αυτήν και να χαθεί στη λήθη, είναι ικανή να ξεπεράσει τα όρια, εξού και βρίσκεται εκεί όπου τελικά βρίσκεται. Ο Κόουλ είναι ένας αθάνατος, ένας άνθρωπος που απαρνήθηκε την καρδιά του για την αιωνιότητα, ζώντας από τα συναισθήματα των άλλων, χωρίς να νοιάζεται, μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον που συναντά τη Νίκι και αντιλαμβάνεται πως είναι για εκείνον, κάτι περισσότερο από μια ευκαιρία να ανέλθει. Και υπάρχει και ο Τζακ, που αγαπάει στα άκρα, παθιασμένα και που δεν εγκαταλείπει, ακόμα κι όταν όλα φαντάζονται τρελά και μάταια, αγαπάει με έναν τρόπο υπεράνω, που μπορεί να τον κάνει θύμα ή και ήρωα.

Το μοναδικό ίσως μειονέκτημα που θα μπορούσα να πω ότι βρίσκω στην φρέσκια και ευχάριστα γραμμένη ιστορία της Ashton, η οποία παίζει σε δύο αμφίδρομα διαστήματα, στο παρελθόν και το παρόν, έχει να κάνει με τον ρυθμό της και να τι ακριβώς εννοώ με αυτό. Αν και μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, χωρίς βαρετές περιστροφές, δεν μας αφήνει τον απαραίτητο χώρο και χρόνο να καταλάβουμε από την πρώτη στιγμή τι ακριβώς έχει συμβεί και η Νίκι, έχει οδηγηθεί στην παρούσα κατάσταση. Αυτό είναι κάτι που το ανακαλύπτουμε, σελίδα την σελίδα και όταν πλέον τα πράγματα μπαίνουν σταδιακά στη θέση τους, το τοπίο ξεδιαλύνει και διαβάζουμε με κομμένη την ανάσα, με την ιστορία από το μέσον και μετά, να παίρνει συνεχώς νέα τροπή, νέες διαστάσεις, οδηγώντας σε μια κορύφωση του δράματος που μας κάνει να ανυπομονούμε για την συνέχεια η οποία, ελπίζω να μην αργήσει. Η Νίκι, μόλις ξεκίνησε τη μάχη της απέναντι στο Έβερνιθ και όπως όλα δείχνουν, ακόμα δεν έχει χάσει όλα όσο μπορεί αλλά την ίδια στιγμή, δεν έχει πει και την τελευταία της λέξη προκειμένου να ανακτήσει τα χαμένα.