Ο Κώστας Μπασάνος και ο Ιταλός καλλιτέχνης Stefano W. Pasquini που σπούδαζαν παράλληλα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Μπολόνια στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του ’80 μίλησαν στο Culture Now για το project τους Do you cry often? στο ArtWall Project Space.


– Ποια είναι η αφετηρία και η ιδέα της έκθεσής σας;

Stefano W. Pasquini: Επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Ελλάδα πριν τρία χρόνια, και ερωτεύτηκα την Αθήνα. Οπτικά, είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα πόλη και μου θυμίζει τη Νέα Υόρκη, οπότε κέντρισα στον Κώστα την ιδέα να οργανώσει μία έκθεση. Το θέμα προέκυψε αργότερα, όταν ξεκινήσαμε να σκεφτόμαστε τα κοινά σημεία της εικαστικής μας προσέγγισης. Στη συνέχεια μας κατέβαλε νοσταλγία όταν θυμηθήκαμε την εποχή που ζούσα στο Λονδίνο και ο Κώστας με επισκέφτηκε. Δημιουργούσα τότε τα πρώτα μου έργα με ράψιμο και, επειδή εκείνος είχε καλύτερες δεξιότητες στη ραπτική από μένα,  με βοήθησε στη δημιουργία αυτής της σημαίας, που θέτει το ερώτημα αν κλαις συχνά. Μου αρέσει αυτό το ερώτημα γιατί είναι πραγματικά άμεσο, οικείο, και υπονοεί ότι όντως κλαίμε…

–  Stefano, πιστεύεις ότι το έργο αυτό του 1995 που θέτει το συγκεκριμένο ερώτημα μπορεί να είναι επίκαιρο στο σημερινό κοινωνικοπολιτικό κλίμα που ζούμε;

SWP: Σε προσωπικό επίπεδο πιστεύω ότι η σημαία είχε περισσότερο νόημα το 1995 απ’ ότι σήμερα – ιδιαίτερα ως μέσο, δεν ήταν τότε πολυχρησιμοποιήμενη στο χώρο της τέχνης όπως σήμερα – αλλά ως ερώτημα πιστεύω ότι εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και θα εξακολουθεί να είναι. Το κλάμα είναι κάτι που είναι αδιαχώριστο από τη φύση μας, οπότε το ερώτημα πραγματικά αφορά το τι συμβαίνει στη συνέχεια και πώς μπορούν να βελιτωθούν τα πράγματα, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Σκέφτομαι ένα πρόσφατο βίντεο της Sinead O’Connor στο Facebook, στο οποίο κλαίει μπροστά από τον υπολογιστή της σε μία θαρραλέα προσπάθεια να αντιμετωπίσει δημόσια την κατάθλιψή της. Εκατομμύρια άνθρωποι την παρακολούθησαν, όμως αυτή εξακολουθεί να είναι μόνη στο δωμάτιό της…

– Οι δουλειές σας, όσον αφορά τουλάχιστον τα υλικά που χρησιμοποιείτε, φαίνονται πολύ διαφορετικές. Ποιο είναι το κοινό σας σημείο; Συμμερίζεστε την ίδια προσέγγιση;

Κώστας Μπασάνος: Νομίζω ότι η εικαστική μας πρακτική ακολουθεί διαφορετικές διαδρομές, παρόλα αυτά οι κοινές καταβολές και εμπειρίες μας επιτρέπουν να δημιουργούμε εντός ενός κοινού πλαισίου, ανεξαρτήτως μέσου.

– Γιατί η χρήση της γλώσσας είναι σημαντική και για τους δύο;

ΚΜ: Για μένα τουλάχιστον η γλώσσα και υποθέτω αναφέρεσαι στη γραπτή γλώσσα, είναι μέσο επικοινωνίας όπως και ένα έργο τέχνης με ένα μακρύ ιστορικό παρελθόν. Ο γραπτός λόγος είναι ένας ιστορικός λόγος και αυτό σημαίνει πολλά για τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού όπως και η εμφάνιση της τυπογραφίας και η διάχυση της γνώσης. Όλα αυτά και όχι μόνο με οδήγησαν στη χρήση αποσπασμάτων κειμένων όπου επισημαίνω την ταυτολογική υπόσταση της γλώσσας (φόρμας, περιεχομένου) υπονομεύοντας την εξουσία της, αλλά και διατηρώντας τη μορφολογική αυτονομία του γράμματος-στοιχείου.

SWP: Η δουλειά μου είναι συχνά ειρωνική, και η γλώσσα συχνά βοηθά με το λογοπαίγνιο. Πάντα με έλκυε η σύνθεση της εικόνας με το κείμενο, και παρόλο που ποτέ δεν ήθελα να γίνω γραφίστας, συχνά κατευθυνόμουν προς αυτή τη κατεύθυνση. Η χρήση λέξεων στην τέχνη μου αποτελεί έναν τρόπο υπενθύμισης ότι εξακολουθεί να υπάρχει κάποια ελευθερία με την οποία μπορώ να εργαστώ.

– Κώστα, εσύ κυρίως δημιουργείς εγκαταστάσεις, στις οποίες ενσωματώνεις τον γραπτό λόγο. Ενώ εσύ, Stefano, εκφράζεσαι μέσω της χρήσης διαφορετικών μέσων. Ποιο είναι το κίνητρο πίσω από αυτή την επιλογή σας;

ΚΜ: Χρησιμοποιώ κείμενο ή μάλλον “ready made” αποσπάσματα κειμένων που αποδομώντας τα ανάγονται στα γράμματα-στοιχεία. Αυτά αναπτύσσονται στο χώρο αναδεικνύοντας την πλαστική και χωρική τους υπόσταση  ή ακόμα και τη “σωματικότητα” του γράμματος-στοιχείου αφού ο θεατής μπορεί να κινείται ανάμεσά τους, υπονομεύοντας την “εξουσία” του κειμένου, την πηγή του αποσπάσματος και ενδεχομένως τη γλώσσα. Βέβαια η δουλειά μου εμπεριέχει και άλλα στοιχεία που σχετίζονται με το ρομαντισμό ή την έννοια του ορίζοντα, όπου οι κειμενικές αναφορές είναι απούσες και το μέσο διαφορετικό.

SWP: Νομίζω ότι η ελευθερία τεχνοτροπίας σε αυτή τη φάση και χρόνο πρέπει να είναι υποχρεωτική για έναν καλλιτέχνη, αλλά φυσικά αυτό εξαρτάται από το είδος της έρευνας που αυτός ή αυτή ακολουθεί. Έχω υιοθετήσει πλήρως την dada και εννοιολογική προσέγγιση, όπου η ιδέα έρχεται πριν τη τεχνική, γι’αυτό προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τα πλέον κατάλληλα μέσα γι΄αυτό που θέλω να πω, ανεξάρτητα από την αναγνωρισιμότητα της δουλειάς μου. Πρόβλημα είναι όταν δεν ξέρω τι να πω, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα…

–  Κώστα, γιατί έδωσες τον τίτλο “The Palace at 4am” στην εγκατάσταση που παρουσιάζεις στο Art Wall; Τα γράμματα ποιυ βλέπουμε σκόρπια δημιουργούν κάποια λέξη ή πρόταση;

ΚΜ: Έχω δανειστεί τον τίτλο της εγκατάστασης από ομώνυμο το έργο του A. Giacometti του 1932. Ο λόγος που αναφέρομαι ειδικά σε αυτό το έργο είναι αφενός για τα ιδιαίτερα μορφολογικά του χαρακτηριστικά όπως η εύθραστη ισορροπία του και η σκηνογραφική του φόρμα αλλά και οι αναφορές του ίδιου του Giacometti σε αυτό, όπως και το συναισθηματικό φορτίο που μεταφέρει. Τα αποσπάσματα κειμένων που χρησιμοποιώ στη δουλειά μου είναι δάνεια που απλά τα επαναδιατυπώνω πλαστικά στο χώρο. Έτσι, στο συγκεκριμένο έργο τα γράμματα σχηματίζουν την αποσπασματική φράση “The cries of joy at…” .που προέρχεται από ένα σχόλιο του Giacometti για το έργο The Palace at 4AM.

Τα γράμματα δεν ακολουθούν μια αναγνώσιμη σειρά για να ενισχυθεί περισσότερο η αίσθηση της αποσπασματικότητας του κειμένου με στοιχεία που απλά “στέκονται,” ισορροπούν ανάμεσα στην ανάγνωση και τα φυσικά όρια του χώρου, υπαινισσόμενα μια άδηλη ωστόσο υφιστάμενη σχέση κειμένου και αρχιτεκτονικής.

–  Stefano, γιατί ακολουθείς αυτή τη συγκεκριμένη μορφή/ ταξινόμηση (UF1702) στους τίτλους των έργων σου;

SWP: Το 2004 ήθελα να κάνω μια έρευνα για την ιδέα της ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ, γι’αυτό δημιουργούσα τουλάχιστον ένα έργο τέχνης καθημερινά, αναγκάζοντας την πρακτική μου να ακολουθήσει ένα είδος ημερολογιακού καθεστώτος, το οποίο φυσικά δεν με διδάξε κάτι. Αυτό που μένει είναι αυτός ο τρόπος ταξινόμησης των έργων μου μέσω των μέσων που χρησιμοποιώ, έτσι το UF1702 να σημαίνει “UNTITLED FLAG” (σημαία χωρίς τίτλο) δημιουργημένο το 2017, έργο #2. Με την ίδια προσέγγιση χρησιμοποιώ US για Untitled Sculptures (γλυπτά χωρίς τίτλο), UP (UNTITLED PAINTINGS) για πίνακες ζωγραφικής, UA (UNTITLED ACTIONS) για δράσεις και ούτω καθεξής …

–  Κώστα, στη συνάντησή μου με το Stefano στον εκθεσιακό χώρο ανέφερε ότι εκείνος γράφει θεωρητικά κείμενα αλλά η δική σου η δουλειά είναι πιο φιλοσοφική. Συμφωνείς με αυτό; Ποια είναι η φιλοσοφική σου προσέγγιση στο έργο σου; 

KM: Δεν ξέρω αν μορφολογικές επιλογές και το εννοιολογικό πλαίσιο ή οι κειμενικές αναφορές που τροφοδοτούν κατά κάποιο τρόπο την εικαστική μου πρακτική θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο ή να θεωρηθούν ως μια φιλοσοφική προσέγγιση. Σίγουρα ο κόσμος που ζούμε -στην προσπάθειά μας να τον κατανοήσουμε- δεν μας αφήνει αδιάφορους.

–  Stefano, πόσο συναφή είναι τα γραπτά σου με το σκεπτικό πίσω από το εικαστικό σου έργο;

SWP: Είναι δύσκολο να αποσυνδεθούν μεταξύ τους τα πράγματα που κάνω, διότι κατά κάποιο τρόπο τα βλέπω όλα ως έναν τρόπο προώθησης της τέχνης. Όχι απαραιτήτως της δικής μου δουλειάς. Πιστεύω ότι η τέχνη κινείται με ένα συγκεκριμένο ρυθμό και γράφοντας γι ‘αυτήν, επιμελώντας εκθέσεις, προωθώντας άλλους καλλιτέχνες, αποτελούν όλα κομμάτια του ίδιου παζλ, το οποίο ωθεί την τέχνη προς το κοινό. Σε μια εποχή που κατακλυζόμαστε από εικόνες, η σύγχρονη τέχνη χάνει την επαφή της με το κοινό, αλλά ταυτόχρονα είναι τόσο σημαντική όσο ήταν πριν από 40.000 χρόνια. Χωρίς την τέχνη, η ανθρωπότητα δεν έχει ελευθερία.

– Και οι δύο σπουδάσατε στην Ιταλία την περίοδο που είχαμε μία στροφή στη ζωγραφική και η Transavanguardia ήταν φαινόμενο. Κώστα, ειδικά εσύ, δεν δημιουργείς ζωγραφικά έργα. Αυτή η επιλογή σου δημιούργησε δυσκολίες στην εξέλιξη της καριέρας σου;

ΚΜ: Πράγματι στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και αρχές ‘90 η Transavanguardia ήταν τουλάχιστον στην Ιταλία μια κυρίαρχη τάση που όμως δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση στην εικαστική παραγωγή. Προσωπικά, θα έλεγα οτι οι επιρροές μου προέρχονται περισσότερο από την εννοιολογική τέχνη και την arte povera που η αύρα της ήταν ακόμα παρούσα στην τότε εικαστική σκηνή. Οι επιλογές είναι πάντα μια δύσκολη υπόθεση, πόσο μάλλον όταν καθορίζουν μια διαδρομή όπου η παράκαμψη είναι σχεδόν ο κανόνας.

–  Ποιες είναι οι ομοιότητες και διαφορές της ιταλικής και ελληνικής σύγχρονης τέχνης;

ΚΜ: Είναι πλέον κοινή παραδοχή οτι η σύγχρονη τέχνη ακολουθεί τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που έχει επιφέρει το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Ίσως η απάντηση στην ερώτηση να βρίσκεται στο παρωχημένο, κατά την άποψή μου, μοντέλο των εθνικών περιπτέρων στη Μπιενάλε της Βενετίας. Πόσο ελληνική ή ιταλική μπορεί να είναι η σύγχρονη τέχνη? Ενδεχομένως μια εικαστική παραγωγή που τροφοδοτείται από την Αναγέννηση, το Μπαρόκ ή ιστορικά κινήματα (φουτουρισμός, Arte Povera, κλπ) να  έχει μια ταυτότητα. Από την άλλη, επινοούμε τάσεις, κατασκευάζουμε και υπονομεύουμε συστήματα αναπαράστασης, οπότε είναι σχεδόν δύσκολο να μιλάμε για ομοιότητες και διαφορές σε ένα ρευστό σύστημα όπως αυτό της σύγχρονης τέχνης. Θεωρώ ότι η σύγχρονη τέχνη που παράγεται στην Ιταλία και στην Ελλάδα χάνεται ανάμεσα στην αδυναμία ενός θεσμικού πλαισίου ή του ίδιου του συστήματος της τέχνης να στηρίξει την εικαστική παραγωγή και μιας ανύπαρκτης κυρίαρχης ιδεολογίας όπου η τέχνη θα κάνει το ρήγμα. Και, φυσικά οι εύθραυστες κοινωνικοπολιτικές ισορροπίες δεν αρκούν ως ερέθισμα.


Διαβάστε επίσης: 

Do you cry often?: Εγκατάσταση στο ArtWall Project Space