Μία πόλη, μια χώρα, δύο λαοί, δύο κοινότητες, δύο θρησκείες, ένας κόσμος μίσους και αγάπης, στο τέλος όμως η ζωή είναι μία και κοινή. Ο Άμος Οζ, με αυτό το πραγματικά σπουδαίο μυθιστόρημα κάνει αναφορά στην ιστορία μίας χώρας που έζησε και ζει στον ρυθμό και τον παλμό μίας αιώνιας δυστυχώς σύρραξης, ανάμεσα σε αλήθειες και ψέματα που διαιωνίζονται. Η συγκρουσιακή διάθεση δεν έχει πάψει να κλονίζει τους ανθρώπους, όλα όμως είναι πλαστά, η σύγκρουση αυτή είναι άραγε συνέχεια μίας συγκεκριμένης πολιτικής απόφασης που συμφέρει ή ένας τρόπος σιωπής δια μέσου της βίας; Ποιος είναι ο προδότης και ποιος ο ευεργέτης, ποιος ο δυνάστης και ποιο το θύμα; Και μιλώντας για προδότη, ο συγγραφέας σκύβει στο πρόσωπο του Ιούδα, για να μας εξηγήσει τι κρύβεται πίσω από το αμφιλεγόμενο αυτό πρόσωπο, αυτή την μορφή της ιστορίας για την οποία έχει διαμορφωθεί ένας μύθος προδοσίας που χρήζει επανεξέτασης και αναθεώρησης.

Ο Σμούελ Ας, αυτός ο «προδότης» της ίδιας του της ζωής και του μέλλοντός του είναι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος μέσα από τον οποίο θα ανακαλύψουμε πόσο σκληρό και δυστυχές είναι να ζεις σε μία χώρα και κυρίως σε μία πόλη, όπως η Ιερουσαλήμ βουτηγμένη στην ανασφάλεια και την αδυναμία συνύπαρξης γιατί έτσι αποφασίστηκε γρήγορα για να μην προλάβουμε να αντιδράσουμε. Αυτή η αβεβαιότητα όμως θα υπήρχε αν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ δεν είχε λάβει χώρα; Ερώτημα κεραυνός που όμως παραμένει αναπάντητο ενώ είναι καίριο αλλά έχουν γνώση οι φύλακες -όπως ο Άμος Οζ – και για αυτό το θέτουν. Είναι βέβαιο πως ο Άμος Οζ, μαχητής και υπερασπιστής της ομαλής συμβίωσης των δύο κοινοτήτων, προκαλεί και αντιστέκεται με θεωρίες που πολλούς ενοχλούν αλλά πολλούς περισσότερους προβληματίζουν και ξυπνούν από τον λήθαργο ενός παρόντος που αξίζει διερεύνησης γιατί έτσι δεν βρίσκει λύση, μήπως αυτό είναι το ζητούμενο; Για αυτό σκαλίζει το παρελθόν και κοιτάζει πίσω από την κουρτίνα των γεγονότων για να αναδείξει αλήθειες που πληγώνουν. Μας υπενθυμίζει τα γεγονότα που οδήγησαν στην γέννηση όλων αυτών που σήμερα βιώνουν οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ και προκαλεί με την γραφή του, τις καταθέσεις και τις αφηγήσεις του επιστρατεύοντας μία επαναστατική ματιά που θα συζητηθεί πολύ. Γιατί τόσο αίμα και για χάρη ποιου άγνωστου Θεού να χύνεται; «Υπήρχε πράγματι αρκετός χώρος για δύο κοινότητες, και ότι ήταν καλύτερο γι’ αυτές να υπάρχουν η μια πλάι στην άλλη ή η μια μέσα στην άλλη, δίχως το πλαίσιο ενός κράτους. Να υπάρχουν ως μεικτή κοινότητα ή ως συνένωση δύο κοινοτήτων, χωρίς η μια να απειλεί το μέλλον της άλλης».

Αυτοί που μάτωσαν τον κόσμο δεν είναι αυτοί που θα φέρουν την σωτηρία του και πολλώ δε μάλλον αυτοί που έχουν λόγο να υπερηφανεύονται για τα πεπραγμένα τους. Ποια συμφέροντα υπηρετούσαν αυτοί που αποφάσισαν την οριστική διένεξη των Εβραίων με τους Άραβες και την πρόκληση δεινών που μέχρι σήμερα κοστίζουν ζωές αθώων ανθρώπων και τότε πανηγύριζαν για τον «θρίαμβό» τους; Αυτοί που λογίζονται ως ευεργέτες είναι αυτοί που έχουν την εξουσία των λαών ενώ στην πραγματικότητα τον στήνουν στην γωνία για προσωπικό όφελος. Πόση υποκρισία αντέχει ακόμα ο κόσμος είναι ένα ερώτημα που ούτε η Ατάλια, ούτε ο Σμούελ ούτε ο γέροντας Βαλντ μπορούν να απαντήσουν αν και παλεύουν μέσω της ιστορίας να σχηματίσουν άποψη και να διαμορφώσουν την εικόνα του. Συζητήσεις επί συζητήσεων και επιχειρήματα επί επιχειρημάτων στο τραπέζι του διαλόγου του νέου Σμούελ που έρχεται να υπηρετήσει με ζήλο και σεβασμό τον σοφό Βαλντ. Εκεί ξεκινάει μία σχέση γοητευτική ανάμεσα στους δύο που ανταλλάσουν απόψεις και γνώμες με πολλές φορές έντονο ύφος για γεγονότα ιστορικά και πολιτικά, για συμβάντα που έμελλε να κρίνουν τον ρου της ιστορίας. Και όλα αυτά ενώ στο μυαλό του Σμούελ ο κώδωνας κινδύνου για τις σπουδές που μόλις παράτησε, κανείς δεν ξέρει γιατί, ηχεί έντονα από την οικογένειά του και τον προβληματίζει αν και τα σχέδιά του είναι στρωμένα και προκαθορισμένα. Και ενώ η Ατάλια, αυτή η μυστηριώδης γυναίκα που έχασε τον γιο της στον πόλεμο αυτό της αδικίας που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε εκφράζει την οδύνη της για την απώλειά της και ζει σαν φάντασμα ύστερα από μια χαμένη παιδική ηλικία και μία βασανιστική μητρότητα που διεκόπη νωρίς. Σαν βλέπει όμως τον νέο Σμούελ να την πλησιάζει όλο και περισσότερο γιατί τον σαγηνεύει εκείνη σαν Μαρία Μαγδαληνή και Παναγία μαζί νιώθει να την πλημμυρίζει ένα αίσθημα αγάπης που ούτε και η ίδια μπορεί να καθορίσει και για αυτό το απαρνιέται.

Ο Βαλντ θα μεταφέρει στο νέο Σμούελ με την σοφία που τον διακατέχει και με την αντίληψη των πραγμάτων, τόσο για τον διαφαινόμενο έρωτα που γεννιέται όσο και για την εμπόλεμη κατάσταση ένα αλληγορικό μήνυμα με πολλούς αποδέκτες: «Άμα δύο άνδρες αγαπούν την ίδια γυναίκα, άμα δύο λαοί αξιώνουν την ίδια γη, ακόμα και αν πιουν μαζί ποταμούς από καφέ, όλοι αυτοί οι ποταμοί δεν πρόκειται να σβήσουν το μίσος τους ούτε οι κατακλυσμοί θα μπορέσουν να το πνίξουν». Και συνεχίζει: «Είναι αλήθεια, οι ονειροπόλοι δεν μπορούν να μας σώσουν, μήτε αυτοί μήτε οι μαθητές τους, δίχως όμως όνειρα και δίχως ονειροπόλους η κατάρα που επικρέμεται πάνω μας θα είναι επτά φορές πιο βαριά». Ο Ιούδας, όπως ονομάζει το βιβλίο του ο συγγραφέας, ήταν ένας από αυτούς τους ονειροπόλους που δυστυχώς δεν κατάφερε να πείσει για το όνειρό του ούτε τον ίδιο τον Χριστό στον οποίο πίστεψε και αφιέρωσε τον χρόνο του και την ζωή του από την στιγμή που τον γνώρισε. Ο Ιούδας κατά τον Οζ, δεν είναι προδότης αλλά ο πιο χριστιανός από τους χριστιανούς, αγάπησε τον Χριστό, τον ακολούθησε, άφησε τα πλούτη του και τον πίστεψε τόσο πολύ που τελικά τον οδήγησε στον Σταυρό δίχως να το θέλει γιατί πίστεψε όσο κανείς άλλος πως Εκείνος μπορεί να αναστηθεί και να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο θνητότητας. Δυστυχώς, έκανε λάθος γιατί ο Ιησούς ήταν άνθρωπος με σάρκα και οστά, αυτό που επιθυμούσε ήταν να θεραπεύει αρρώστους και να κηρύττει. Να τα λόγια του Ιησού: «Εγώ είμαι ο άνθρωπος; Άραγε εγώ είμαι ο άνθρωπος; Μήπως δεν είμαι αρκετός για αυτό το καθήκον; Κι αν οι φωνές με παραπλανούν; Κι αν ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς με δοκιμάζει; Κι αν παίζει μαζί μου; Με χρησιμοποιεί για έναν σκοπό που το μυστικό του δεν μου αποκαλύπτεται;» Πλήθος ερωτήματα πλημμυρίζουν το μυαλό του και ο ίδιος νιώθει βάρκα στο πέλαγος. Εκεί είναι ο Ιούδας να του φωνάξει με αγάπη και πίστη: «Εσύ είσαι ο άνθρωπος. Εσύ είσαι ο Σωτήρας. Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού. Εσύ είσαι ο Θεός. Εσύ είσαι προορισμένος να σώσεις όλους τους ανθρώπους. Από τα ουράνια έλαβες αυτή τη βουλή, να πας στην Ιερουσαλήμ και να τελέσεις τα θαύματά σου εκεί, στην Ιερουσαλήμ θα τελέσεις το μεγαλύτερο θαύμα από όλα, θα κατέβεις από τον σταυρό σώος και αβλαβής, και όλη η Ιερουσαλήμ θα πέσει στα πόδια σου». Με αυτά τα λόγια ο Ιούδας καθησυχάζει τον Ιησού και τον γεμίζει με πίστη που ούτε ο ίδιος περίμενε πως θα αποκτούσε.

Ο Άμος Οζ ξεδιπλώνει έναν ολόκληρο κόσμο σκέψης με την ωριμότητα ενός συγγραφέα που έχει πλέον όλα τα εχέγγυα, μετά και από αυτό το αριστούργημα, να διεκδικήσει με αξιώσεις το Νόμπελ λογοτεχνίας σαν ένα τρόπαιο ειρήνης για αυτά που πρεσβεύει και εκπροσωπεί, μία ήρεμη πνευματική δύναμη σε μία περιοχή που μαστίζεται από αστάθεια και μισαλλοδοξία. Αυτά εφόσον εισακουστεί η πνευματική του αύρα, ας το ελπίσουμε. Απέναντι σε αυτή την βαρβαρότητα που συντελείται σε αυτή την γωνιά του πλανήτη εκείνος επιστρατεύει τον λόγο ως το μόνο όπλο που μπορεί να κομίσει νέο αέρα για όποιον μπορεί να τον αισθανθεί και να μυρίσει λίγο την ειρήνη μετά από τόσο πόλεμο. Αιρετικός για πολλούς και βλάσφημος για άλλους, σίγουρα όμως θαρραλέος και γενναίος, ο συγγραφέας του «Μαύρου κουτιού» τολμάει να γράψει για αυτά που τον στιγματίζουν χωρίς φόβο και πάθος, όπως αξίζει στους «μεγάλους» άνδρες. Οι λέξεις είναι το δισάκι του με το οποίο πορεύεται και για αυτό αξίζει να μνημονευτεί, όχι μόνο δεν διστάζει αλλά μεγαλουργεί.

«Η αληθινή τραγωδία της ανθρωπότητας, έλεγε ο Σαλτιέλ, δεν είναι ότι οι καταδιωγμένοι και οι καταδυναστευμένοι λαχταρούν να απελευθερωθούν και να σηκώσουν το κεφάλι ψηλά. Όχι. Το χειρότερο είναι ότι οι καταδυναστευμένοι ονειρεύονται κρυφά να καταδυναστεύσουν τους δυνάστες τους. Οι καταδιωγμένοι ποθούν να γίνουν διώκτες. Οι σκλάβοι ονειρεύονται να γίνουν αφέντες. Όπως στο Βιβλίο της Εσθήρ».

«Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν από μέρα σε μέρα περιμένοντας χωρίς να ξέρουν ποιον ή τι περιμένουν».


Το βιβλίο του Άμος Οζ, Ιούδας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.