Περίμενα την κυκλοφορία του «Το Λάθος Αστέρι«, πως και πως. Από τότε που οι εκδόσεις Λιβάνη ανακοίνωσαν ότι απέκτησαν τα δικαιώματα και πως το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά, απλά, μετρούσα μέρες.

 

Από τη Γιώτα Παπαδημακοπούλου

 

Και να σκεφτείτε πως ανήκω στους τυχερούς εκείνους που το είχαν διαβάσει το πρωτότυπο, αγγλικό κείμενο. Θα αναρωτιέστε ίσως τώρα, και διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές, για ποιον λόγο να αγωνιώ για ένα βιβλίο που είχα ήδη διαβάσει. Σωστό… εν μέρη! Ίσως να ίσχυε αν μιλούσαμε για κάποιο άλλο βιβλίο και όχι για το συγκεκριμένο. Γιατί, κακά τα ψέματα, όταν κάνει είναι συγκλονιστικό, όταν κάθε του σελίδα σε κάνει να καρδιοχτυπάς, το να το διαβάσεις και στη δική σου γλώσσα, απλά κάνει τα συναισθήματα αυτά πιο έντονα. Και πραγματικά, αυτή η στιγμή, είναι εξαιρετικά δύσκολη για μένα καθώς, κάθομαι μισή ώρα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου, δακρυσμένη και συναισθηματικά τσακισμένη, ανίκανη να σκεφτώ τι ή πως πρέπει να το γράψω γιατί δεν ξέρω, κατά πόσο θα αναδεικνύει το μεγαλείο του και από την άλλη, κατά πόσο δεν θα προδίδει πράγματα που θα πρέπει να ανακαλύψετε μόνοι σας.

 

Η Χέιζελ είναι για 16χρονη έφηβη η οποία, εδώ και πολλά χρόνια, ζει με καρκίνο στους πνεύμονες, μια από τις πιο σκληρές μορφές της ασθένειας αφού, είναι μη θεραπεύσιμη και το ότι θα πεθάνει, δεν αποτελεί μια πιθανότητα αλλά, ένα τετελεσμένο γεγονός. Το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να κερδίσει περισσότερο χρόνο, να επιβραδύνει την πορεία της εξέλιξης του καρκίνου, προσπαθώντας παράλληλα να έχει, όσο το δυνατόν, πιο περιορισμένη κοινωνική ζωή έτσι ώστε ο θάνατός της, να αφήσει όσο το δυνατόν λιγότερα τραύματα. Στις συναντήσεις καρκινοπαθών που πηγαίνει, όμως, θα γνωρίσει τον Ογκάστους και από την πρώτη κι όλας στιγμή, θα αναπτυχθεί μεταξύ τους μια ιδιαίτερη σχέση, δυνατή και τρυφερή, μια σχέση αλληλεπίδρασης που θα τους βοηθήσει, όχι μόνο να βρουν κατανόηση και συμπαράσταση ο ένας στο πρόσωπο του άλλου αλλά, μια αδελφή ψυχή που μπορεί και καταλαβαίνει περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο και με την οποία, μπορεί να αναλύσει τις θεωρίες του γύρω από τη ζωή και τον θάνατο.

 

Ο John Green, είναι ένας πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος συγγραφέας και

πραγματικά, ντρέπομαι που το λέω όμως, πριν την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου, δεν τον γνώριζα. Η ειλικρινής, άμεση, συγκινητική γραφή του, που είτε μέσω του πολύπλοκου φιλοσοφικού, είτε μέσω του απλού λόγου, χρησιμοποιώντας και τα δύο είδη με εξαιρετική ευκολία και με απόλυτα ταιριαστό τρόπο την εκάστοτε φορά, καταφέρνει, όχι μόνο να μας αγγίξει σε πολύ ευαίσθητα συναισθηματικά και ψυχολογικά επίπεδα αλλά, να μας τσακίσει ηθικά, χωρίς όμως να μας αποστερεί την ελπίδα. Φαντάζει παράξενο, ίσως και παράλογο έτσι όπως τοποθετούμαι πάνω στο θέμα, σωστά; Δεν σας αδικώ που σκέφτεστε, πιθανότατα, έτσι αυτή τη στιγμή γιατί αν το κάνετε, πολύ απλά, δεν έχετε διαβάσει ακόμα το βιβλίο και όταν αυτό συμβεί, η αποκάλυψη θα έρθει ευθύς αμέσως μπροστά στα μάτια της ψυχής και της καρδιάς σας. Γιατί ακόμα και μέσα από την σάτιρα και τον αυτοσαρκασμό, που καθόλου μικρό κομμάτι της ιστορίας δεν αποτελούν, θίγει θέματα εξαιρετικά σοβαρά, θέματα που έχουν να κάνουν με την ίδια τη ζωή και το τέλος της και όμως, μέσα από την σοβαρότητα, αναδύεται με έναν παράξενο τρόπο η ελπίδα… η μορφή εκείνη που μόνο η αγάπη γεννάει.

 

Η Χέιζελ και ο Ογκάστους, είναι από τους πιο ενδιαφέροντες ψυχογραφικά και συναισθηματικά χαρακτήρες, που έχω συναντήσει ποτέ. Είναι δύο παιδιά με τα οποία, όχι μόνο μπορείς να ταυτιστείς αλλά χωρίς να το θες, χωρίς καν να το συνειδητοποιείς, συμπάσχεις μαζί τους, συμμερίζεσαι τα άγχη και τις αγωνίες τους, τους προβληματισμούς, τις φιλοσοφικές και πνευματικές τους ανησυχίες. Είναι δύο έφηβοι που δεν αναλώνονται στην ιδέα του καρκίνου και του θανάτου, όχι σε προσωπικό, εγωιστικό επίπεδο τουλάχιστον. Δεν ματαιοπονούν και δεν κλαίνε για τη ζωή που δεν θα προλάβουν να ζήσουν αλλά, για τον πόνο που θα προκαλέσουν σε αυτούς που αγαπούν και θα μείνουν πίσω, για τις πληγές που θα προκαλέσουν σε εκείνους που πίστεψαν πως ίσως, με κάποιον μαγικό τρόπο, θα μπορούσαν να ξεγελάσουν το θάνατο, να σταματήσουν το χρόνο. Όμως αυτά τα δύο παιδιά, δεν έχουν ανάγκη από ψευδή όνειρα, από φρούδες ελπίδες… ξέρουν πολύ καλά τι τα περιμένει, είναι προετοιμασμένα γι’ αυτό, όσο κι αν δεν είναι οι άλλοι. Πάντα θα ήθελαν να έχουν λίγο παραπάνω χρόνο αλλά δεν θα πενθήσουν γι’ αυτό, αντίθετα, θα δοξάζουν που μπόρεσαν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Αν αυτό δεν είναι απόδειξη δύναμης, τότε τι είναι;

 

Ειλικρινά… θα μπορούσα να πω τόσα, μα τόσα πολλά γι’ αυτό το βιβλίο και πάλι, θα ήταν πολύ λίγα για να περιγράψω, πως με έκανε να αισθανθώ, τόσο κατά την διάρκεια της πρώτης, όσο και της δεύτερης ανάγνωσής τους. Ήταν μια ιστορία που την έζησα ως τα βάθη της ψυχής μου, μια ιστορία που θα μπορούσε να ζήσει ο καθένας από εμάς και όμως, θα έδινε τα πάντα για να μην το κάνει και ο λόγος, ότι δεν θα ήξερε αν θα μπορούσε να το διαχειριστεί. Και πράγματι, ίσως να μην μπορούσε γιατί δυστυχώς, ο κόσμος μας, βρίθει από ηττοπαθείς και όχι από μαχητές, όπως η Χέιζελ και ο Ογκάστους. Ίσως πάλι, οι περισσότεροι, να μην έχουν κάποιον σημαντικό λόγο για να παλέψουν, κάτι που να αξίζει. Ποιος ξέρει… Αυτό που εγώ μπορώ να πω είναι πως το βιβλίο του John Green είναι ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα δύο υπέροχων χαρακτήρων στους οποίους, όλοι μας θα έπρεπε να μοιάσουμε, ένα κοινωνικό δοκίμιο, μια φιλοσοφική αναζήτηση του ορισμού της ζωής και του θανάτου μα πάνω απ’ όλα, μια ιστορία για την αγάπη και την δύναμη που μπορεί να μας προσφέρει, ακόμα και τις πιο δύσκολες στιγμές. Αληθινό, συγκινητικό, ανθρώπινο, ένα μυθιστόρημα που σε προκαλεί να αναζητήσεις τον εαυτό σου και τις δυνατότητές σου, που ισορροπεί άψογα ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ. Ένα βιβλίο που σε συγκλονίζει και σου ραγίζει την καρδιά… για πολλούς λόγους!

 

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη.