Στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας στη Β’ σκηνή παρουσιάζεται το έργο «Η παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη, μια παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, σε συνεργασία με τους This Famous Tiny Circus theater group. Σκηνοθεσία και ερμηνείες οι Κων/νος Μάρκελλος και Ελένη Στεργίου.

Το έργο.

«Η παρέλαση» όπως και τα άλλα δύο μονόπρακτα της τριλογίας της Πόλης, η «Πόλη» και  η «Διανυκτέρευση», ανέβηκαν σε ενιαία παράσταση στο θέατρο Τέχνης από τον Κάρολο Κουν το 1965.  Υπαρξιακό θρίλερ ή αλληγορία επώδυνου σουρεαλισμού, τοποθετεί το άτομο απέναντι στο σύνολο, στη βάση μιας διαλεκτικής πάνω στη σχέση Ιδιωτικού και Δημοσίου. Ένα πολιτικό έργο με την ιδιαίτερη γραφή της Αναγνωστάκη, πλούσιο σε συμβολισμούς, που αφορούν ιστορικά σε μια εποχή σκοτεινή, ανταριασμένη και δυσοίωνη για το «μετά», όπως και έγινε.

«Η παρέλαση» εμπεριέχει προσωπικά βιώματα της δημιουργού και του αδελφού της, ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, τον οποίο επισκεπτόταν καθημερινά στη φυλακή κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, από το 1948 μέχρι το ’51. (θανατική καταδίκη το ’49, τελικά απελευθερώθηκε από τη Γενική Αμνηστία). Όλα τα φοβερά συναισθήματα που βίωσε, η απειλή του θανάτου, ο εκφοβισμός και η σκληρή αδημονία ζωντανεύουν μέσα στο κείμενο, απλώνονται σε καθολικό επίπεδο, χωρίς τους περιορισμούς ενός πεπερασμένου πλαισίου δράσης για συγκεκριμένο  παρελθοντικό γεγονός ή συνθήκη. Ο νοηματικός πυρήνας του μονόπρακτου βγαίνει από τα στενά όρια του συμβατικού και μελετώντας το νεοέλληνα ως πολιτική περσόνα δείχνει ευκρινέστατα τόσο την ατομική όσο και τη συλλογική του ευθύνη, απέναντι στα πράγματα στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά και διεθνιστικά. Τραύματα, διαψεύσεις, ιδεολογικά αδιέξοδα, ανεκπλήρωτα όνειρα, ατέρμονος πόλεμος στα χαρακώματα του πολιτικού ιστού, τα οποία όπως αποδείχτηκε δεν αφομοιώθηκαν λειτουργικά, ώστε να χρησιμοποιηθούν ως λίπασμα για τις επόμενες γενιές, συνιστούν τον καμβά της «παρέλασης». 

Η υπόθεση.

Δύο αδέλφια η Ζωή και ο Άρης ζουν στη σοφίτα του σπιτιού τους μοναχικά και απόκοσμα, με έναν πατέρα λιγομίλητο και σχεδόν ξένο προς αυτά, αφού συνέχεια λείπει και η επικοινωνία μαζί του είναι ανύπαρκτη. Η επαφή τους με τον έξω κόσμο είναι ένα παράθυρο, απ’όπου βλέπουν την πλατεία της πόλης, στην οποία σε λίγο θα γίνει στρατιωτική παρέλαση. Οι τρομπέτες, τα λάβαρα, τα τύμπανα και οι σημαίες, προοιωνίζουν το «μεγάλο»γεγονός. Η ηρωίδα αντιπαθεί τις παρελάσεις, γιατί ο κόσμος σπρώχνει και τσαλαπατά, ενώ ο Άρης είναι ενθουσιασμένος, γι’αυτό το λόγο κρεμασμένος σχεδόν από το παράθυρο γίνεται αναλυτικά περιγραφικός, πράγμα, που εξοργίζει την αδελφή του. Το κλίμα ανάμεσά τους έντονο, με απανωτές ερωτήσεις, που εδραιώνουν τη δραματική εξέλιξη και πλοκή του θεατρικού, αποτυπώνουν μια ατμόσφαιρα φόβου, στην αρχή γενικού και πλανώμενου μέσα στους τέσσερις τοίχους, στη συνέχεια όμως αποκρυσταλλώνεται σε φόβο θανάτου. 

Κατηγορίες αλληλοεκτοξεύονται, παιχνίδια εξουσίας επινοούνται, πασχίζουν να σώσουν την αλήθεια τους επιβιώνοντας σε ένα μικρόκοσμο με μηδενικά περιθώρια αυθυπαρξίας. Το μόνο φως που τους απομένει είναι τα όνειρα, τα οποία αδυνατούν να πραγματώσουν, καθότι φοβούνται να αποδράσουν, «βολεμένοι»στον «παραμυθένιο» εγκλεισμό τους. Η σύγκρουση του «είναι» με το φαντασιακό οδηγεί προσωρινά στην αίσθηση, πως ο έξω κόσμος είναι ελευθερωτής, ενώ αργότερα θα γίνει μεταφορικά και κυριολεκτικά ο δήμιός τους. Αυτό που τόσο καιρό απέφευγαν, όσο και να φαίνεται σαν διαφυγή από τη φθορά της πνιγηρής συνήθειας, θα γιγαντωθεί και θα απειλήσει τη ζωή τους. Ο φεγγίτης της σοφίτας θα τους δώσει εικόνες φρίκης, αποστροφής και πανικού. Εκεί τα δύο αδέλφια ενώνονται, πιστεύουν ότι ήλθε το τέλος του κόσμου, ίσως όχι, τρέμουν στην ιδέα ότι δεν θα ξεφύγουν. Ενδιαφέρον για την προοικονομία του έργου έχει το όνειρο που είδε ο Άρης με ένα σπίτι με πολλά κλειστά δωμάτια, τα οποία άνοιγε ένα-ένα με τα κλειδιά τους. Στο τέλος συνάντησε το μεγάλο δωμάτιο μόνο με μία κουρτίνα, άδειο από έπιπλα. Αυτός ο χώρος συμβολίζει το αχανές του έξω κόσμου, με ό,τι αυτός περιλαμβάνει και βέβαια τους τερατόμορφους ανθρώπους, που είδαν κατά τη διάρκεια της παρέλασης, όταν σ’αυτή συνέβησαν ανατριχιαστικά πράγματα, όπως το κλουβί με τους γυμνούς σκελετωμένους γέροντες με τα μακριά μαλλιά, άλλους ακρωτηριασμένους, πρόσωπα καμένα καθώς επίσης μικρά παιδιά ανάμεσά τους. Στο τέλος η εικόνα του ανθρώπου με την κουκούλα στο πρόσωπο δεμένο χειροπόδαρα έτοιμο για σφαγή, τους συγκλονίζει. Η Ζωή ουρλιάζει στον Άρη»κάνε κάτι, φώναξε».

Η αντίδραση αυτή σχετίζεται με κάτι πολύ προσωπικό των παιδιών. Το πλήθος αναστατώνεται, οι έφιπποι  πυροβολούν και οι πρόσκοποι χτυπούν ό,τι βρουν μπροστά τους. Δεν μπορεί να γίνει τίποτε.

Η παρέλαση με την ιλιγγιώδη πλοκή της σκαρφαλώνει ασθμαίνοντας προς την κορυφή : μόλις φθάσει εκεί, το σχοινί θα κοπεί απότομα. Η κάθαρση δεν θα έλθει για κανέναν.

Τελικά το αναπόφευκτο και το αμετάκλητο οδηγούν στην αδήριτη ανάγκη να δούμε σε πρώτη φάση, ατομικά, τον απολεσθέντα εαυτό μας και συνακόλουθα να αντιμετωπίσουμε ό,τι έχει βιωθεί σε συλλογικό επίπεδο, αλλά δεν έχει καταγραφεί στη συνείδηση, έτσι ώστε να αφομοιωθεί θέτοντας βάσεις για το μέλλον. Αυτή η αναπηρία είναι ο «εχθρός» έξω από το παράθυρο, που δεν αφήνει να συμφιλιωθούμε με τους εαυτούς μας ιδιωτικά και μετά με το πολιτικό/κοινωνικό γίγνεσθαι. Δεν υπάρχει άλλη λύση από το να προσεγγίσουμε  με ευθύνη τη μνήμη και τις πληγές του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος. Η αδυναμία να αντιδράσουμε,  μας αντιμάχεται σθεναρά, και φυσικά μας  τιμωρεί γι’αυτή την απάθεια. Το παράθυρο είναι η επικοινωνία με το ξένο, το αλλότριο, το ανοίκειο, το ριψοκίνδυνο, αυτό που θα δοκιμάσει τις αντοχές και το αξιακό μας σύστημα, ειδικά σε κρίσιμες περιόδους, τότε που απαιτείται αρετή και τόλμη. Η απώλεια του εαυτού είναι πάνω από οποιαδήποτε ιδεολογία και όταν συμβεί συνεπάγεται το θάνατο σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικοπολιτικού στίβου, κάνοντας ανέφικτη την όποια δημόσια δράση. Ο συνεχής διάλογος του «εγώ» με το «εμείς» είναι η μόνη δικλείδα ασφάλειας για τις κοινωνίες και τους λαούς συμπαντικά.

Το κείμενο αποδείχτηκε προφητικό σε σχέση με τα σημερινά τεκταινόμενα.

Ερμηνείες-Συντελεστές.

Οι δύο ταλαντούχοι ηθοποιοί ερμήνευσαν με δύναμη και βάθος, με εύπλαστη τεχνική και με την ανάλογη ένταση και ωριμότητα εκεί που χρειαζόταν. Εισάγουν το θεατή αμέσως στο έργο με το ξεδίπλωμα όλης της έκτασης των υποκριτικών τους ικανοτήτων.

Η σκηνοθεσία των Κωνσταντίνου Μάρκελλου και της Ελένης Στεργίου γειωμένη, διαχειρίστηκε αριστοτεχνικά το υλικό, αποδίδοντας καίρια το κολασμένο περιβάλλον με τις καφκικές πινελιές. Σύμβουλος δραματουργίας η Βασιλική Δεμερτζή. Τα σκηνικά της Ζωής Μολυβδά – Φαμέλη και του Μπάμπη Καμπανόπουλου, η ξύλινη καρέκλα και το πολύχρωμο αλφαβητάρι υπηρέτησαν, μαζί φυσικά με το παράθυρο (ένα γκρι παραλληλόγραμμο κουτί  με δύο  τζάμια) , λειτουργικά το παραγόμενο προϊόν.

Σύμβουλος δραματουργίας η Βασιλική Δεμερτζή.

Φωτισμοί η Μελίνα Μάσχα, μουσική η Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου και κοστούμια η Βασιλική Σύρμα, όλα δεμένα με το θέμα και το ύφος του θεατρικού κειμένου.

Μία παράσταση, καθρέφτης της τότε εποχής, αλλά και του σήμερα, που αξίζει για τη διαχρονικότητα και τους συμβολισμούς της.


Διαβάστε επίσης: Κωνσταντίνος Μάρκελλος – Ελένη Στεργίου: Για μια ποιητική και αλληγορική “Παρέλαση”