Ο Σιγκισμούντ Κρζιζανόφσκι παντρεύει μοναδικά την λογοτεχνική επιστημονικότητα με την αφηγηματική φιλοσοφία

Τα διηγήματα που παρουσιάζονται εδώ είναι το απαύγασμα της κοσμοθεωρίας ενός εκκεντρικού λογοτέχνη, ενός ξεχασμένου από τον χρόνο, ενός παίκτη της αφήγησης που μπλέκει το φανταστικό με το μεταφυσικό.

Η περίοδος συγγραφής αυτών των διηγημάτων δεν είναι δα και η πιο εύκολη, είναι μια περίοδος με κρίσιμα ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα τα οποία δεν δύνανται να αφήσουν κάποιον αδιάφορο, να μην τα σχολιάσει, να μην επηρεαστεί από αυτά και γιατί όχι να μην εμπνευστεί από αυτά. Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που καταπιάνονται και πραγματεύονται ζητήματα αντίστοιχα όπως ένας άλλος πολύ μεγάλος της εποχής αυτής, ο Γιούρι Ολέσα (διαβάστε την σχετική παρουσίασή μου αναφορικά με το έργο του Ζήλια από τις ίδιες εκδόσεις). Ο Σίγκισμουντ Κρζιζανόφσκι είναι μια πολύ ιδιάζουσα περίπτωση συγγραφέα, πρόκειται για έναν συγγραφέα ιδιαίτερα εκκεντρικό, ένα πρόσωπο το οποίο παρέμεινε στο πουθενά, άγνωστος μεταξύ αγνώστων για πολλά χρόνια και το έργο του ανακαλύφθηκε πολλές δεκαετίες μετά. Οι ιστορίες που παρουσιάζονται σε αυτή την πολύ φροντισμένη έκδοση έχουν ένα κοινό σημείο και μια κοινή συνισταμένη, δεν οδηγούν πουθενά τον αναγνώστη και νιώθει πως μάλλον κάτι δεν καταλαβαίνει όταν τις διαβάζει. Και όμως, ο συγγραφέας μπορεί να μην θέλει να γίνει κατανοητός, τα διηγήματά του εξάλλου κινούνται μεταξύ του μεταφυσικού, του φανταστικού και του ειρωνικού, ένας ακόμα Γκόγκολ ή ένας ακόμα Σεριντάν Λε Φανύ.

Ιστορίες βγαλμένες από τις στοχαστικές στοές ενός εκκεντρικού λησμονημένου

Ο Κρζιζανόφσκι επιτελεί αυτό που και ο Κάφκα έκανε την ίδια εποχή, αδιαφορεί πλήρως για τα πολιτικά και εστιάζει στα πιο προσωπικά, στα αυτοαναφορικά, στα δικά του βιωματικά. Ο Κρζιζανόφκσι αδιαφορεί από ό,τι φαίνεται για τις πολιτικές επιταγές και τα καθεστωτικά πρέπει των μπολσεβίκων και λοιπών εξουσιαζόντων, δεν ασχολείται καν με αυτά και γράφει ιστορίες με εντελώς άλλο περιεχόμενο σαν ο ίδιος να ζει σε ένα δικό του κόσμο. Ουσιαστικά, οι ιστορίες του είναι πλασμένες και γραμμένες σε έναν άλλο παράλληλο κόσμο με πολλές φορές υπαινικτικά νοήματα αλλά σαφώς αποφεύγει την όποια αναφορά σε πεπραγμένα που θα μπορούσαν να τον στιγματίσουν και να αποτελέσει σημείο κακής αναφοράς. Επιδίδεται λοιπόν σε αφηγήσεις εντελώς έξω από τα συνηθισμένα, δεν είναι όπως ο Γκόρκι που υπηρετεί το σύστημα και υμνεί τον εργάτη, τον απλό λαϊκό άνθρωπο που παλεύει και μοχθεί. Ο Κρζιζανόφσκι έξω από το λεγόμενο κουτί, μας παρουσιάζει ιστορίες βγαλμένες από ένα δικό του στερέωμα, ιδιαίτερα εκκεντρικό και μυστηριώδες, όμως πολύ σαγηνευτικό διότι αγγίζει άλλες σφαίρες, κάτι μεταξύ Πόε στη λογοτεχνία και ποίηση και Ένσορ στην ζωγραφική.

Παίζει πολύ με έννοιες του χώρου, του χρόνου, της μνήμης, της πόλης, με την ύπαρξη και την ανυπαρξία, με το παρόν και το μέλλον, το συνειδητό και το ασυνείδητο, δεν ξεχνά όμως να υπαινιχθεί, να επικρίνει με το δικό του πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, χωρίς να αντιλαμβάνεται ο τότε λογοκριτής τα όσα επιθυμεί να δηλώσει. Ίσως άλλωστε και για αυτό το μεγαλείο του ως συγγραφέα και αφηγητή ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα, δεν ήταν ένας συγγραφέας που θα μπορούσε να ενδιαφέρει ή να συγκινήσει τους συγκαιρινούς του. Στο διήγημα Κόκκινο χιόνι γράφει για παράδειγμα ως αιχμή απέναντι στην κρίση ελευθερίας που ζει ο άνθρωπος στην πόλη, την Μόσχα: «Μου έστειλαν ερωτηματολόγιο: ποια η σχέση σας με τη θρησκεία; Ο Θεός, βλέπεις, είναι ένα πρόσωπο που έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα και πρέπει να εξοριστεί από τον κόσμο που δημιούργησε. Έτσι δεν είναι; Αλλά ας σοβαρευτούμε. Είχα ήδη ετοιμάσει μια πρόχειρη απάντηση. Και τους γράφω: «Θεός ασφαλώς και δεν υπάρχει, διότι, αν υπήρχε, θα μπορούσε, με την παντοδυναμία του, να δημιουργήσει πιο έξυπνους αντιπάλους από τους βλάκες γραφιάδες του Άθεου». Παίζει με τις λέξεις και τις έννοιες και τα λέει όλα χωρίς ουσιαστικά να λέει τίποτα, δεν ενοχλεί διότι κανείς δεν τον καταλαβαίνει, μιλάει υπόγεια και υπαινικτικά.

Τα διηγήματα είναι άρτια μεταφρασμένα από την δεξιοτέχνη της μετάφρασης Ελένη Μπακοπούλου ενώ το επίμετρο το έχει επιμεληθεί εξαιρετικά η Νιόβη Ζαμπούκα. Η τελευταία μάλιστα σε μια αποστροφή του λόγου της αναφέρει τα λόγια κάποιου πως ο Κρζιζανόφσκι «θυμίζει πάρα πολλούς, αλλά δεν μοιάζει με κανέναν» ενώ η ίδια προσθέτει πως «Η φανταστική, αλληγορική και μεταμυθοπλαστική πρόζα του είναι μια ιδιόμορφη περισυλλογή αφενός πάνω στις διάφορες συλλήψεις του ποιητικού λόγου που γεννήθηκαν στο πλαίσιο της νέας αισθητικής των αρχών του 20ου αιώνα, και αφετέρου πάνω σε θεμελιώδη μεταφυσικά και γνωσιολογικά ζητήματα της φιλοσοφίας και κατακτήσεις της επιστημονικής σκέψης, τα οποία ανασυνθέτει και μεταφράζει σε λογοτεχνία». Είναι δηλαδή αυτό που και κάποιος είχε πει κάποτε πως ένα μυθιστόρημα δεν είναι τίποτα άλλο παρά φιλοσοφία δοσμένη με εικόνες, με τη μόνη διαφορά πως εδώ πρόκειται για διηγήματα.

Βρίσκω πολλές ομοιότητες με το σκοτάδι του Πόε, του Μωπασάν και του Λε Φανύ καθώς ο Κρζιζανόφσκι αναζητά τις απαντήσεις σε δύσκολες ερωτήσεις. Για παράδειγμα στην Αυτοβιογραφία ενός πτώματος, ένα ιδιαίτερα αινιγματικό και πολυδιάστατο διήγημα όπου ο αφηγητής παραμένει εγκλωβισμένος, εγκιβωτισμένος σε μια αλήθεια εντελώς εξωπραγματική, ίσως μοναδικά δική του. «Τώρα μου είναι ολοκάθαρο: κανένα «εγώ» αν δεν τροφοδοτηθεί από το «εμείς», αν δεν παραμείνει συνδεδεμένο μέσω του ομφάλιου λώρου με το μητρικό οργανισμό που προστατεύει τη μικρή ζωή του, δεν μπορεί να είναι έστω και λίγο ο εαυτός του. Ακόμα και το μαλάκιο, που κρύβει την ύπαρξή του σε σφιχτά κλεισμένα παντζούρια, αν του τα κλείσεις με ένα σφιχτό μεταλλικό δακτύλιο, θα πεθάνει». Αυτό το απόσπασμα είναι όλο το απαύγασμα μιας δικής του κοσμοθεωρίας, είναι το αποτέλεσμα των ενδελεχών ερευνών που πραγματοποιεί τόσο στην φιλοσοφία όσο και στην επιστήμη ενώ παράλληλα επηρεάζεται άμεσα από την άλλη εργασία του, εκείνη της συγγραφής κειμένων αναφορικά με τον Πούσκιν, τον Σαίξπηρ και άλλων ώστε να βιοπορίζεται. Μια νέα λοιπόν ανακάλυψη λογοτεχνική όπως αυτή του Κρζιζανόφσκι είναι ένα μικρό θαύμα.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Αυτοβιογραφία ενός πτώματος»:

«Η νύχτα εκπνέει. Έχω κουραστεί. Ώρα να διακόψω. Ένα γύρο και πίσω από τους τοίχους, και έξω από το παράθυρο, είναι όλα κάπως ιδιαίτερα ήσυχα και ακίνητα»

Διαβάστε επίσης:

Αυτοβιογραφία ενός πτώματος: Μια συλλογή διηγημάτων του Σιγκισμούντ Κρζιζανόφσκι

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ