Η αθάνατη πένα του Μενέλαου Λουντέμη

Ο ποιητής και πεζογράφος Μενέλαος Λουντέμης, φεύγει σαν σήμερα από την ζωή.

Ο ποιητής και πεζογράφος Μενέλαος Λουντέμης, μια από τις πιο ευγενικές ψυχές του ελληνικού λόγου, γεννήθηκε στην Μικρά Ασία. Η ζωή του πολυτάραχη. Από πρόσφυγας της Μικράς Ασίας, στην Αίγινα, στην Έδεσσα, στην Πέλα. Τα δεινά δεν σταματούν. Ο Μενέλαος Λουντέμης, εντάσσεται με δυναμισμό και πίστη στον αγώνα, στο ΕΑΜ, εκτελώντας χρέη Γενικού Γραμματέα οργάνωσης διανοουμένων. Έλληνες ποιητές, με σημαντικό έργο , είχε- και είχαν- την τύχη να τους γνωρίσει σε ένα από τα ταξίδια του από τόπο σε τόπο. Μεταξύ τους ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Βάρναλης, ο Σικελιανός.

Την περίοδο του Εμφυλίου, ο Λουντέμης κατηγορείται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο,αλλά εν τέλη οδηγείται στους τόπους εξορίας. Μακρόνησος, Άι Στράτης. Εκεί γνωρίζει πλήθος ακόμα κομμουνιστών ποιητών, όπως τον Ρίτσο και τον Κατράκη. Η δικτατορία του Παπαδόπουλου, τον εξορίζει για ακόμα μια φορά, πέρνοντας του την ελληνική ιθαγένεια από την χώρα για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και έτσι παίρνει τον δρόμο προς την Ρουμανία. Από εκεί, ο ποιητής βρίσκεται σε κάθε ξακουστό μέρος του πλανήτη, από την Κίνα μέχρι και το Βιετνάμ.

Οι εξορίες, η κατοχή, η επαναστατική του πένα που δεν λύγιζε από λογοκρισίες και διωγμούς, συνθέτους ένα έργο μοναδικό, με ιστορικές, κοινωνικές προεκτάσεις, μην ξεχνώντας βέβαια ποτέ, τον έρωτα. Την αγάπη. Την συντροφικότητα. Την παιδικότητα.

Ποίηση

Μὰ μιὰ μέρα…

Μιὰ μέρα -φίλοι μου καλοί-
ἕνα σταχτὺ σύννεφο ἄφησε τὸν οὐρανό του
κι ἔπεσε στὴ κάμαρά μου.
Καὶ τότε… ὅλα… ἔχασαν τὸ χρῶμα τους.
Η Θλίψη ἔγινε σταχτιά.
Σταχτιὰ κι η χαρά.
Σταχτὺς κι Ἔρωτας.
Καὶ σταχτύς -ἀλίμονο- κι ο Θάνατος.

Ὦ Σειρῆνα, ἐσύ…
Ἐσὺ ποὺ τά ῾βαψες ὅλα.
Ποὺ τ᾿ ἄλλαξες ὅλα,
γιατί δὲν ἄφηνες τὸ Θάνατο
-τουλάχιστον αὐτόν-
νὰ μὲ πάρει μὲ τ᾿ ἀληθινό του χρῶμα;

Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα(αποσπάσματα)

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ… Ἔρωτα μὴ σὲ…
ἔρωτα μισέ… ἔρωτα μισέ…»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
………………………………………………

Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Ἐρωτικὸ κάλεσμα

Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

Αναμονή

Σε περιμένω. Μη ρωτάς.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει − κείνος
που δεν έχει τι να περιμένει
κι όμως περιμένει.

Σε περιμένω.
Γιατί αν πάψω να περιμένω,
είναι σα να πάψω να βλέπω,
σα να πάψω να ελπίζω −
να πάψω να ζω.

Αβάσταχτο είναι
πικρό είναι…
να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
κι όμως να μην είσαι ναυαγός
ούτε και σωτήρας,
παρά μόνο ναυάγιο!

Σε περιμένω. Μη ρωτάς.
Μη ρωτάς τι περιμένει
ένας που χάθηκε στην έρημο.
Ένα δέντρο, λίγο νερό, ένα δρόμο.
Προπάντων ένα δρόμο περιμένει.
Κι ας μη βγάζει πουθενά.

Και κλείνουμε με τα λόγια του: Αν ήρθες σε αυτό τον κόσμο για να μετρήσεις τα χρόνια σου και να ζήσεις μια φρόνιμη ζωή, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε.Μα αν είναι να χαθεί κάποτε ο κόσμος, θα χαθεί από τους φρόνιμους, γιατί αυτοί κάνουν τους ισχυρούς ισχυρότερους.

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ