Αριστείδης Αντονάς: Με θέλγει αφάνταστα η έκπτωση των Αθηνών

Ο Αριστείδης Αντονάς απαντά στις ερωτήσεις του CultureNow με αφορμή το βιβλίο του με τίτλο «Το σημειωματάριο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Ένα σημειωματάριο, δώρο από μια φίλη που πρόσφατα απεβίωσε, αποκτά στα μάτια του νέου του κατόχου σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες, αφού μοιάζει να φέρει την κατάρα που κατέτρυχε εκείνες από τα χέρια των οποίων πέρασε και το άφησαν άγραφο. Ο ήρωας θα προσπαθήσει να ξορκίσει το κακό, γεμίζοντας τις λευκές σελίδες πυρετωδώς και στο πόδι κυριολεκτικά, κατά την περιήγησή του δηλαδή στα Εξάρχεια και ενόσω κάνει διάφορες στάσεις, από το ιχθυοπωλείο έως το βιβλιοπωλείο, στη διαδρομή από το σπίτι του στο σπίτι της αγαπημένης του. Οι σελίδες θα γεμίσουν με σκέψεις και συλλογισμούς για τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, την ιστορία της πόλης, καθώς και με περιγραφές της τόσο ευμετάβλητης γεωγραφίας της αθηναϊκής συνοικίας. Ο Τζόις και ο «Οδυσσέας» του ονοματίζονται ρητά με σχετικές συχνές αναφορές, βρίσκονται όμως εμφανώς και στην πρόθεση και την εκτέλεση του πονήματος. Η εικόνα των Εξαρχείων όπως αναδύεται μέσα από την αθηναϊκή οδύσσεια που αποτελεί «Το σημειωματάριο» του Αριστείδη Αντονά είναι μια εικόνα καλειδοσκοπικά ρευστή, παρακμιακή αλλά και μεγαλειωδώς λαμπρή.

***

– Ο αφηγητής του «Σημειωματαρίου» γράφει με αφορμή ένα σημειωματάριο που έχει περάσει ως δώρο, πριν καταλήξει σ’ αυτόν, από τα χέρια της Καίης Τσιτσέλη, κι έπειτα της Τζίνας Πολίτη, γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων και οι δύο. Στον –κυριολεκτικό– διάβα του αφηγητή αναφέρονται και άλλες προσωπικότητες όπως, όλως ενδεικτικά, ο Γιώργος Χειμωνάς και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ως προς το ύφος του βιβλίου, είναι σαφείς οι –ρητές, άλλωστε– αναφορές στον Τζέιμς Τζόις, ενώ και η «Κυρία Νταλογουέι» της Βιρτζίνια Γουλφ μοιάζει συγγενής. Πόσο σημαντική, ή και απαραίτητη, είναι αυτή η διανοητική και καλλιτεχνική σκυταλοδρομία για να μπορέσει να δημιουργήσει κάποιος;

Καθόλου απαραίτητη. Λέτε “να μπορέσει να δημιουργήσει κάποιος” αλλά και η δημιουργία είναι κάτι σαν αρρώστια, ή σαν εγκεφαλικός πυρετός, παρόμοιος με εκείνον του ήρωα στο «Σημειωματάριο». Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ένα στημένο παραλήρημα για τον διαταραγμένο ήρωα που βρέθηκε  σε  παραζάλη μαθαίνοντας το θάνατο μιας Ελληνίδας που αγάπησε τον Τζόις. Αυτή έχει στο αφήγημα το όνομα της Τζίνας Πολίτη. Παρά ταύτα η Πολίτη ως ηρωίδα-φάντασμα της περιπλάνησης είναι ένα πρόσωπο που κατασκεύασα εγώ. Δεν είναι αληθινή κι ας γνώρισα εγώ την αληθινή Τζίνα Πολίτη. Ο ήρωας που τριγυρίζει στα Εξάρχεια είναι απελπισμένος γιατί η επιστροφή στην Ελλάδα μπορεί να είναι μια καταστροφή και όχι μια σωτηρία. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της κατασκευασμένης αφηγηματικής Τζίνας: μια ολοκληρωτική καταστροφή. Ήθελα να σκεφτώ περισσότερο την άτυχη επιστροφή στην Ελλάδα, το θέμα της επιστροφής μέσα σε μια μελαγχολικά ξεπεσμένη Αθήνα. Ήθελα να δώσω ένα πραγματικό όνομα σε μια ηρωίδα φάντασμα που η επιστροφή την κατέστρεψε. Και να δώσω ανθρώπινη σάρκα στην αποτυχία της επιστροφής. Νομίζω πως κι η ίδια δεν θα με παρεξηγούσε για αυτό το αφήγημα. Είναι μια υπόθεση εργασίας. Η Τζίνα Πολίτη δεν συντρίφτηκε δηλαδή από την Ελλάδα όσο το γράφω εδώ. Κι ούτε ισχύουν όσες λεπτομέρειες δίνω στο βιβλίο για να γίνει ο χαρακτήρας περισσότερο ανάγλυφος. Έφτιαξα έναν ανάγλυφο χαρακτήρα, νομίζω το δοκίμασα για πρώτη φορά. Συνήθως οι ήρωες μου είναι επίπεδοι και παρόμοιοι μεταξύ τους, είναι διανοητικές κατασκευές, δεν αισθάνεται κανείς πως ανήκουν στην πραγματικότητα. Ήθελα να δοκιμάσω κάτι άλλο με «Το σημειωματάριο». Δεν ξέρω αν θα το ξανακάνω.

– «Το σημειωματάριο» εκτυλίσσεται στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στα Εξάρχεια. Ο αφηγητής δηλώνει αμετανόητος κάτοικος της περιοχής, ταυτόχρονα όμως καταγράφει όλη την ασχήμια, τη βρομιά και τις οσμές που συναντά στον δρόμο του, ενώ ακόμα και οι καλλωπιστικές εκ προθέσεως πικροδάφνες τού μοιάζουν απαίσιες, τα δε καφέ αποδεικνύονται σε σωτήριες νησίδες παύσης και εξόδου από τα δεινά της πόλης. Πώς συμβιβάζεται αυτή του η επίμονη επιλογή να μένει σε αυτή τη συνοικία σε πείσμα αυτών που βλέπει γύρω του;

Δεν έχει άλλη επιλογή. Πρέπει να ζήσει σε αυτή την πολη. Κι είναι αναγκασμένος να κρατηθεί από αυτές τις νησίδες που είναι τα καφέ. Δεν ξέρω ποια θα ήταν μια καλύτερη περιοχή στην Αθήνα από τα Εξάρχεια. Κι ακόμα, δεν είναι όπως το λέτε. Ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο “ασχήμια” για την Αθήνα. Σέβομαι την πόλη όπως είναι. Κι ακόμη με θέλγει αφάνταστα η έκπτωση των Αθηνών. Όλα στην Αθήνα μπορεί να εξιδανικευτούν ενώ την ίδια στιγμή μένουν ξεπεσμένα.

– Στο βιβλίο σας γίνεται αναφορά στον εν εξελίξει εξευγενισμό της συνοικίας των Εξαρχείων. Είναι κάτι που εσάς προσωπικά σας ανησυχεί, σας ικανοποιεί, ή το παρακολουθείτε ουδέτερα;

Με ανησυχεί. Κάθε υποτιθέμενη βελτίωση μιας γειτονιάς  την εξομοιώνει με ένα μοντέλο, με μια συγκεκριμένη παγκόσμια σκηνογραφία της ίδιας τυπικής γειτονιάς. Προσπαθώ να αποκρυσταλλώσω λοιπόν στο «Σημειωματάριο» κάποιες από τις εικόνες των Εξαρχείων που σύντομα θα χαθούν. Η οδός Μεθώνης στην οποία επέμεινα, για παράδειγμα, αλλάζει κάθε μέρα. Σύντομα δεν θα θυμίζει την δική μου περιγραφή. Κάτι αντίστοιχο πρόκειται να γινει στην οδό Τοσίτσα.

– Το ζήτημα της θέσης της Αθήνας ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή επανέρχεται με διάφορους τρόπους στο βιβλίο σας, με πιο υποβλητική κατ’ εμέ εικόνα την αναβράζουσα και κοχλάζουσα αρχαιότητα κάτω από την άσφαλτο και τα χιλιοσπασμένα πεζοδρόμια. Πιστεύετε ότι θα κριθεί ποτέ οριστικά αυτή η μάχη ανάμεσα στα δύο, ή θα μένει εσαεί σε εκκρεμότητα;

Τα δυτικά ερείπια εκδικηθηκαν εξ αρχής τη σημερινή πόλη. Και η σύγχρονη ζωντανή πρωτεύουσα ηττήθηκε εν σχέσει προς τόσες νεκρές, αόρατες, εξιδανικευμένες πόλεις. Την πραγματικότητα τη νίκησαν εν τέλει οι άφθαρτες, ανυπαρκτες και αρχαιότερες ερειπωμένες πόλεις των Αθηνών. Η μάχη μεταξύ Ανατολής και Δύσης έχει ήδη κριθεί. Η Ανατολή ηττήθηκε και μάλιστα ενώ η Δύση εξέπνεε. Μήπως το ένα όμως δεν είναι άσχετο με το άλλο; Αλλεπάλληλες στρώσεις πολιτισμών της Ανατολής και της Δύσης δημιούργησαν ένα παλίμψηστο. Το παλίμψηστο αυτόν των στρώσεων δυσκολεύει την παραγωγή νοήματος από την ύλη της πόλης. Από την παλιά σύγκρουση ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση μένει το αγωνιώδες ερώτημα “τι είναι ο τόπος;” που οργανώνει εξ αρχής τη Νέα Ελλάδα. Δεν ξέρω πολλούς άλλους λαούς με τέτοια αγωνία για το παρελθόν. Μάλλον αυτό συμβαίνει επειδή το παρελθόν έφτασε απότομα στην Ελλάδα και ήρθε από έξω. Η Δύση προσκόμισε το δυτικό μας παρελθόν και μάλιστα ως ήδη δικό μας. Νομίζω πως το ενδιαφέρον για τη διαμάχη ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή θα ατονήσει και ίσως σβήσει στις επόμενες δεκαετίες καθώς η Δύση χάνει την πρωτοκαθεδρία στον πλανήτη και η Ανατολή δεν αποτελεί πια εναλλακτικό πόλο αντίστασης προς τη Δύση. Ας αποδομήσουμε λοιπόν κάποτε την τόσο φορτισμένη διαφορά ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή μήπως αισθανθούμε καλύτερα στον τόπο όπου έτυχε να βρεθούμε.

– «Το σημειωματάριο» είναι ένα βιβλίο (και) για την Αθήνα, αλλά παρελαύνουν σ’ αυτό αναφορές και σε άλλες πόλεις, όπως το Παρίσι και το Δουβλίνο. Σε τι θεωρείτε ότι μοιάζει και σε τι διαφέρει η ελληνική πρωτεύουσα από άλλες μεγαλουπόλεις;

Με ενδιέφερε η Αθήνα. Όχι μόνο ως υλική πόλη. Αλλά και ως μακρινός και χαλασμένος απόηχος του ελληνικού Δουβλίνου του Τζόις. Και το Παρίσι εμφανίζεται ως Παρίσι του Τζόις. Το Δουβλίνο δηλαδή στον «Οδυσσέα» του Τζόις είναι ένας χαλασμένος καθρέφτης, για να αντικατοπτριστεί, βιαστικά, η Αθήνα. Η Αθήνα πάνω σε εκείνον τον ελληνικό καθρέφτη του Τζόις. Ξέρω ακούγεται δύσκολος στόχος και ίσως να μην το πέτυχα. Πάντως το Δουβλίνο του Οδυσσέα παραμορφώνεται ήδη από ελληνική επίδραση. Το Δουβλίνο που με ενδιέφερε δηλαδή είχε ήδη κάτι διεφθαρμένα ελληνικό. Αυτό που θέλησα να προσαρτήσω στην σημερινή Αθηνα. Δεν με ενδιέφερε δηλαδή καμία ξένη πόλη εκτός από την Αθήνα. Αλλά η Αθήνα μου είναι αρκετή ως ξένη πόλη. Όσο και να μένω εδώ η πόλη συνεχίζει να μένει για μένα ξένη. Αυτή την πόλη σαρκάζω και λατρεύω την ίδια στιγμή. Ο ήρωας γελοιοποιεί το κάθε τι στη διαδρομή του αλλά δεν μπορεί να πάρει καμία απόσταση από την πόλη. Ο ήρωας κόλλησε στα πεζοδρόμιά της και στη σπασμένη άσφαλτο.  Και προς τιμήν μιας διπλής  ηρωίδας-φαντάσματος περιφέρει ένα τετράδιο στα Εξάρχεια και θυμίζει εγκεφαλικό πυρετό. Μόνο σαν αστείο θα ακουγόταν ότι ο ήρωας ζητά μια θέση στην Αθήνα, απέναντι στη μεγαλειώδη Οδύσσεια του Δουβλίνου. Αλλά κάτι τέτοιο είναι στο κέντρο της δικής μου πρόθεσης, που αναγγέλλεται βέβαια ως αποτυχία.

– Το ίδιο το υλικό αντικείμενο του σημειωματαρίου αποκτά για τον αφηγητή μεταφυσικές ιδιότητες, ο τρόμος του κενού τον συνθλίβει και προκειμένου να τον ξορκίσει, ξεκινά να γεμίζει σχεδόν καταναγκαστικά τις λευκές σελίδες. Παρ’ όλα αυτά, προς το τέλος αποφαίνεται πως “η ύλη των άσπρων σελίδων μένει ακόμη κάτω από τις κακογραμμένες λέξεις”. Τελικά μπορεί ποτέ να γεμίσει το κενό;

Όχι, το κενό στις σελίδες του τετραδίου δεν μπορεί να γεμίσει. Κι όμως κατά κάποιον τρόπο γέμισε.  Αυτό έγινε αλήθεια σε εκεινο το σημειωματαριο. Το σημειωματάριο υπήρξε πραγματικά και όντως μου χαρίστηκε από την αληθινή Τζίνα. Ο αφηγητής  μου όμως έσφαλε βέβαια που νόμιζε πως θα σωζόταν από την κατάρα της της Αθήνας με το γράψιμο. Δεν φαίνεται να σώθηκε, βρεθηκε σε εκείνη τη νευρική υπερδιέγερση και φαντάστηκε λανθασμένα πως θα γλίτωνε με μελάνι πάνω σε χαρτί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κανένα γέμισμα των σελίδων δεν θα τον έσωζε από την κατάρα που κουβαλά. Η κατάρα του είναι να μένει αδιάκοπα στην πόλη όπου επέστρεψε άδικα η ηρωίδα. Είναι έγκλειστος στην δική της μοίρα.

– Κάποια στιγμή ο αφηγητής λέει “Υπάρχει τόσο καλή λογοτεχνία μέσα στις παρανοήσεις των φιλοσόφων”. Εκτός της ρήσης του Καντ που αναφέρεται στο βιβλίο, ποια είναι η αγαπημένη σας παρανόηση φιλοσόφου που γέννησε καλή λογοτεχνία;

Μα διαβάζω τη φιλοσοφία εν γένει σαν να ήταν λογοτεχνία. Κι ακόμη η φιλοσοφία μπορεί να διαβάζεται εν γένει ως τέχνη της παρανόησης. Ενίοτε αυτός είναι ένας επιτυχής φιλοσοφικός τρόπος να διαβάζουμε θεωρητικά κείμενα. Έτσι, ακόμη και στα πιο ισχυρά θωρακισμένα φιλοσοφικά συστήματα, η λογοτεχνία μένει κυρίαρχη. Οι έννοιες είναι ηρωίδες που αναλαμβάνουν ρόλους. Δίνω ένα παράδειγμα ιδιαίτερα λογοτεχνικό για να μην μπω σε πιο δύσκολα. Και το απόσπασμα του Καντ μέσα στο «Σημειωματαριο» είναι εξαιρετικά γλαφυρό και αξιοθαύμαστο σαν λογοτεχνικό θραύσμα, με τον άνθρωπο που περπατάει στα τυφλά σε έναν δρόμο νύχτα χωρίς καθόλου φως επειδη ξέρει τον δρόμο τόσο καλα. Ίσως μεγάλο μέρος της φιλοσοφικής δυτικής παράδοσης πατάει στο υπέροχο, σαδιστικό αφήγημα του πλατωνικού σπηλαίου της Πολιτείας. Εκεί ίσως η πρώτη φιλοσοφική λογοτεχνία στον Πλατωνα. Μήπως ο σαδισμός προς τους φυλακισμένους του σπηλαίου –που είμαστε όλοι εμείς– δεν αγγίζει αμέσως μια λογοτεχνική συνθήκη; Για μένα έχει σημασία, στην λογοτεχνική ανάγνωση της φιλοσοφίας, και η μεταγενέστερη συνέχεια της πλατωνικής παραβολής. Περίπου δεκατέσσερις αιώνες μετά, ο Αβικέννας συνεχίζει την ίδια σκέψη του Πλάτωνα με τον δικό του ιπτάμενο άνθρωπο στο κεφάλαιο “περί ψυχής” από το Βιβλίο της Θεραπείας του. Λογοτεχνικό θραύσμα κι εκεί με ακόμα μια παραβολή. Κι ακόμη, ο ιπτάμενος άνθρωπος δίνει τη θέση του, έξι αιώνες αργότερα, στον κατεξοχήν άνθρωπο της Δύσης όπως τον περιγράφει ο Καρτέσιος  στους Στοχασμούς του.  Να μια μικρή λογοτεχνική ιστορία που τη βρίσκουμε μέσα στα φιλοσοφικά κείμενα. Νομίζω πως μετά το τέλος της Δύσης το μέλλον της φιλοσοφίας θα είναι υποχρεωτικά λογοτεχνικό.  Όλα είναι αφήγηση και λίγα σώζονται ως σκέψη. Κι όμως η σκέψη είναι κι αυτή ένα είδος αφήγησης.

Διαβάστε επίσης:

Αριστείδης Αντονάς – Το σημειωματάριο: Ένα βιβλίο για τον αθηναϊκό παραλογισμό

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ