Μαντάμα Μπαττερφλάι: Η όπερα του Giacomo Puccini, στο Ηρώδειο

Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει την κλασική όπερα “Madama Butterfly” του Τζιάκομο Πουτσίνι, σε μουσική διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη, για 5 παραστάσεις στο Ηρώδειο, από τις 27 έως και 31 Ιουλίου 2013, στις 21.00.

 

Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει την κλασική όπερα “Madama Butterfly”του Τζιάκομο Πουτσίνι, σε μουσική διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη, για 5 παραστάσεις στο Ηρώδειο, από τις 27 έως και 31 Ιουλίου 2013, στις 21.00.

 

Η δεύτερη μεγάλη καλοκαιρινή παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής είναι η Mαντάμα Μπαττερφλάι, το αριστούργημα του οπερατικού ρεπερτορίου του Τζάκομο Πουτσίνι, η οποία θα παρουσιαστεί στις 27, 28, 30 και 31 Ιουλίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, σε μουσική διεύθυνση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή της ΕΛΣ Μύρωνα Μιχαηλίδη και σκηνοθεσία του διάσημου Αργεντινού σκηνοθέτη Ούγκο Ντε Άνα.

 

Διάσημη για τις υπέροχες άριες, την πρόδηλα μελωδική μουσική και τη δραματική θεατρικότητά της, η Μαντάμα Μπαττερφλάι, συγκινεί διαχρονικά και προκαλεί έντονα συναισθήματα. Η «γιαπωνέζικη τραγωδία», η οποία εξιστορεί το μοιραίο έρωτα της δεκαπεντάχρονης γκέισας Τσο-Τσο-Σαν για τον Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον, υποπλοίαρχο του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, παρουσιάζεται σε νέα μεγαλειώδη παραγωγή με θεαματικά σκηνικά και αυθεντικά παραδοσιακά γιαπωνέζικα κοστούμια.

 

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι, η πρώτη όπερα που παρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή το 1940, κρύβει μέσα της μια περιπετειώδη ιστορία αποδοχής της από το κοινό. Η πρεμιέρα της στη Σκάλα του Μιλάνου, στις 17 Φεβρουαρίου του 1904, ήταν η απόλυτη καταστροφή. Τρεις μήνες αργότερα, το δεύτερο ανέβασμά της στη Μπρέσα σημαδεύεται από την ενθουσιώδη υποδοχή του κοινού. Ο Πουτσίνι δεν διστάζει να τη χαρακτηρίσει ως την πιο αγαπημένη του όπερα, ενώ με τις μετέπειτα τροποποιήσεις, αναγάγει την αλαβάστρινη μορφή της ηρωίδας του σε σύμβολο ανεξάντλητης υπομονής και αιώνιας, σταθερής αγάπης. Οι Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα που υπογράφουν το ποιητικό κείμενο είναι στενά συνδεδεμένα με τον Πουτσίνι. Όχι τυχαία, ο Τζούλιο Ρικόρντι, ο πιο ισχυρός Ιταλός εκδότης μουσικών κειμένων της εποχής, τους αποκαλούσε «αγία τριάδα».

 

Τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης έχει αναλάβει ο διάσημος σκηνοθέτης της όπερας Ούγκο ντε Άνα, ο οποίος επιστρέφει στην Ελλάδα μετά τη μεγαλειώδη Τόσκα που παρουσίασε πέρυσι το καλοκαίρι στο ρωμαϊκό ωδείο. Τόσο το ελληνικό κοινό, όσο και οι φίλοι της όπερας παγκοσμίως τον γνωρίζουν για τα θεαματικά σκηνικά του, αλλά και για την εντυπωσιακή χρήση των φωτισμών και των βίντεο. Έχει την φήμη του ιδιαιτέρως απαιτητικού και αυστηρού σκηνοθέτη που αναζητά τις λεπτές αποχρώσεις των ερμηνειών, ενώ την ίδια στιγμή έχει την ικανότητα να δημιουργεί το «μεγάλο θέαμα». Έχει σκηνοθετήσει στις σπουδαιότερες σκηνές όπερας στον κόσμο (Γερμανική Όπερα Βερολίνου, Βασιλική Όπερα Λονδίνου, Όπερα Σεβίλλης, Όπερα Τελ Αβίβ, Σκάλα του Μιλάνου, Αρένα της Βερόνα, Όπερα του Τόκιο και Λισέου της Βαρκελώνης).

 

Την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής διευθύνει ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της ΕΛΣ, ο αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης, ο οποίος έχει διευθύνει μερικές από τις σημαντικότερες συμφωνικές ευρωπαϊκές ορχήστρες, όλες τις ελληνικές, ενώ παράλληλα έχει ηχογραφήσει σπουδαία έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Στη νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το εμβληματικό και ιδιαιτέρως απαιτητικό ρόλο της εύθραυστης γκέισας ερμηνεύουν η διάσημη Ιταλίδα σταρ της όπερας Μαρία Λουιτζία Μπόρσι και στη δεύτερη διανομή, η αγαπημένη του ελληνικού κοινού Τσέλια Κοστέα, η οποία λίγους μήνες πριν ερμήνευσε τον συγκεκριμένο ρόλο στην Όπερα της Νίκαιας (Γαλλία), ενώ εντυπωσίασε με τη μοναδική ερμηνεία της στον Σικελικό Εσπερινό, τον χειμώνα στο Μέγαρο Μουσικής. Η Μπόρσι με τη βαθύτατα λυρική φωνή της, όσο και την πολυδιάστατη συναισθηματική της παλέτα με τις «αιχμηρές» δραματικές της μεταπτώσεις, έχει συγκινήσει το κοινό των σημαντικότερων λυρικών θεάτρων του κόσμου, ενώ έχει συνεργαστεί με τους σημαντικότερους μαέστρους της όπερας -από τον Λόριν Μααζέλ και τον Ζούμπιν Μέτα έως τον Ρικκάρντο Μούτι και τον Γιανίκ Νεζέτ Σεγκέν- οι οποίοι υποκλίνονται στην μοναδική σκηνική παρουσία της και την μεγαλειώδη ερμηνευτική της δύναμη.

 

Στον ρόλο του αμερικανού αξιωματικού Πίνκερτον εναλλάσσονται δύο κορυφαίοι τενόροι, ο Βάλτερ Φρακκάρο και ο Λουτσάνο Γκάντσι στη δεύτερη διανομή. Ο Φρακκάρο είναι τακτικός προσκεκλημένος της Σκάλας του Μιλάνου, της Όπερας της Βιέννης, του Μονάχου, του Βερολίνου, της Μαδρίτης, της Ζυρίχης, της Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης με ένα ευρύ οπερατικό ρεπερτόριο και διεθνείς βραβεύσεις. Ο ιταλός Λουτσάνο Γκάντσι θεωρείται ένας από τους πλέον υποσχόμενους τενόρους στο διεθνές λυρικό στερέωμα έχοντας τραγουδήσει δίπλα στον Χοσέ Καρρέρας. Το ρόλο της Σουτζούκι κρατά η ρωσικής καταγωγής Ολέσσα Πέτροβα, η οποία έκανε το πιο θεαματικό διεθνές ντεμπούτο στον κόσμο της όπερας των τελευταίων ετών με το ρόλο της Κοντσάκοβνα στον εμβληματικό Πρίγκιπα Ιγκόρ του Μποροντίν στην Όπερα της Ζυρίχης την καλλιτεχνική περίοδο 2011/12. Στο βιογραφικό της ξεχωρίζουν εμφανίσεις σε λυρικά θέατρα τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Αμερική, την Κορέα, την Κίνα και την Ιαπωνία. Στο ρόλο του Σάρπλες οι δύο Έλληνες βαρύτονοι της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Δημήτρης Πλατανιάς και Διονύσης Σούρμπης, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια διαπρέπουν σε Ελλάδα και εξωτερικό.

 

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι με μια ματιά

Ο συνθέτης:

O Τζάκομο Πουτσίνι γεννήθηκε στη Λούκκα της Τοσκάνης στις 22 Δεκεμβρίου 1858. Δεν ήταν μόνον το πέμπτο από επτά αδέλφια, αλλά και ο πέμπτος κατά σειρά μουσικός μιας οικογένειας απ’ όπου κατάγονταν οργανιστές του καθεδρικού ναού της πόλης, αρχιμουσικοί και συνθέτες κυρίως εκκλησιαστικής μουσικής. Μέχρι σήμερα ο Πουτσίνι παραμένει ένας από τους επιτυχέστερους Ιταλούς συνθέτες όπερας, καθώς τα περισσότερα έργα του βρίσκονται σταθερά στο ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων του κόσμου. Η προσωπική του γλώσσα διαμορφώθηκε με μεγάλη σαφήνεια ήδη από την τρίτη του όπερα, Μανόν Λεσκώ (1893), ενώ με τα επόμενα τρία έργα του, Μποέμ (1896), Τόσκα (1900) και Μαντάμα Μπαττερφλάι (1904), αναγνωρίστηκε ως ο σημαντικότερος διάδοχος του Τζουζέππε Βέρντι. Η πρόδηλα μελωδική μουσική και η έντονη θεατρικότητα που χαρακτηρίζουν τις όπερές του απάντησαν με επιτυχία στα αιτήματα της εποχής. Πέθανε το 1924, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τελευταία του όπερα, Τουραντότ (1926).

 

Το έργο:

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι είναι «γιαπωνέζικη τραγωδία» σε ποιητικό κείμενο των Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα, εμπνευσμένο από το ομότιτλο μονόπρακτο θεατρικό έργο (1900) του αμερικανού Ντέιβιντ Μπελάσκο, το οποίο βασίστηκε σε σύντομο διήγημα (1898) του επίσης αμερικανού Τζων Λούθερ Λονγκ. αρκετά στοιχεία πηγάζουν επίσης από το μυθιστόρημα Μαντάμ Κρυζαντέμ (1887) του Γάλλου Πιέρ Λοτί. Η υπόθεση της όπερας αφορά το μοιραίο έρωτα της δεκαπεντάχρονης γκέισας Τσο-Τσο-Σαν για τον Πίνκερτον, υποπλοίαρχο του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ύστερα από τρία χρόνια απουσίας, ο αξιωματικός επιστρέφει με την αμερικανίδα σύζυγό του στην Ιαπωνία, μαθαίνοντας ότι έχει αποκτήσει γιο από τη Μπαττερφλάι. Εκείνη δέχεται να παραδώσει το παιδί στον Πίνκερτον, αλλά στη συνέχεια αυτοκτονεί.

 

Πρεμιέρες:

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι πρωτοπαρουσιάστηκε ως δίπρακτη όπερα στη Σκάλα του Mιλάνου στις 17 Φεβρουαρίου 1904. Αναθεωρημένη, σε τρεις πράξεις, δόθηκε στο Μεγάλο Θέατρο της ιταλικής πόλης Mπρέσα στις 28 Μαΐου 1904. Η μορφή στην οποία παρουσιάζεται το έργο στις μέρες μας βασίζεται σε εκδοχή του Πουτσίνι για το θίασο της Κωμικής Όπερας του Παρισιού που ανέβηκε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 28 Δεκεμβρίου 1906. Στην Ελλάδα περιλήφθηκε στο ρεπερτόριο του Γ΄ Ελληνικού Μελοδράματος ήδη από το 1919. Τον Απρίλιο του 1930 ανέβηκε εκ νέου στο –πρώτο– Θέατρο Ολύμπια της Αθήνας από τη μελοδραματική σχολή του Ελληνικού Ωδείου, με τη Μαρία Τριβέλλα, δασκάλα της Μαρίας Κάλλας, στον κεντρικό ρόλο. Την ορχήστρα διεύθυνε ο Αλέξανδρος Κυπαρίσσης. Η Μαντάμα Μπαττερφλάι υπήρξε επίσης η πρώτη όπερα που παρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή, μετά την πρεμιέρα του νεοϊδρυθέντος θιάσου με την οπερέτα Η νυχτερίδα του Γιόχαν Στράους υιού. Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε κατά την περιοδεία του θιάσου στο θερινό Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης στις 4 Σεπτεμβρίου 1940. Η επίσημη πρεμιέρα δόθηκε στην Αθήνα, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στις 25 Οκτωβρίου 1940. Τον κεντρικό ρόλο ερμήνευαν εναλλάξ η Ζωή Βλαχοπούλου και η Άννα Ρεμούνδου, ενώ την ορχήστρα διεύθυνε ο Λεωνίδας Ζώρας.

 

Σύνοψη

Α’ Πράξη / Ναγκασάκι, αρχές 20ού αιώνα.

Ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον, υποπλοίαρχος του Ναυτικού των ΗΠΑ, ρυθμίζει με τον Γκόρο, Ιάπωνα μεσίτη γάμων, τις τελευταίες λεπτομέρειες της γαμήλιας ένωσής του με τη δεκαπεντάχρονη γκέισα Τσο-Τσο-Σαν, την αποκαλούμενη «Μπαττερφλάι». Ο Πίνκερτον πληροφορεί τον αμερικανό πρόξενο Σάρπλες ότι, σύμφωνα με το ιαπωνικό δίκαιο, για τον ίδιον η ένωση αυτή δεν είναι δεσμευτική και μπορεί να λυθεί σε οποιονδήποτε χρόνο. Μάταια ο Σάρπλες επισημαίνει στον αξιωματικό ότι για την έφηβη Τσο-Τσο-Σαν η τελετή είναι σοβαρή υπόθεση.

Καταφτάνει η νύφη με συγγενείς, φίλους και φίλες της. Παρουσιάζει στον Πίνκερτον τα λιγοστά της υπάρχοντα, που περιλαμβάνουν το τελετουργικό μαχαίρι με το οποίο αυτοκτόνησε ο πατέρας της. Αμέσως μετά φτάνει ο Μπόνζο, ιερέας και θείος της γκέισας, που την καταριέται επειδή απαρνήθηκε τη θρησκευτική πίστη της. Το ίδιο ζητά από τους παρευρισκόμενους συγγενείς. Η Τσο-Τσο-Σαν μένει μόνη με τον Πίνκερτον, που προσπαθεί να την παρηγορήσει. Η υπηρέτριά της Σουτζούκι την ετοιμάζει για την πρώτη νύχτα του γάμου, και η ερωτευμένη Μπαττερφλάι σμίγει με το σύζυγό της στον κήπο.

 

Β’ Πράξη / Τρία χρόνια αργότερα στην ίδια κατοικία η Τσο-Τσο-Σαν και η Σουτζούκι συζητούν μόνες.

Ο Πίνκερτον έφυγε για την πατρίδα του λίγο μετά το γάμο και δεν επέστρεψε από τότε. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη παραμένει πιστή και ονειρεύεται τη μέρα που θα τον ξαναδεί. Φτάνει ο Σάρπλες, θέλοντας να την προετοιμάσει για την επιστροφή του Πίνκερτον μαζί με την αμερικανίδα σύζυγό του. Η Τσο-Τσο-Σαν αρνείται να τον ακούσει. Του δείχνει το γιο που απέκτησε από τον Πίνκερτον. Στολίζει το σπίτι για την υποδοχή του και, πλάι στο παιδί και στη Σουτζούκι, τον περιμένει άγρυπνη όλη νύχτα. Ξημερώνει, και η Τσο-Τσο-Σαν παίρνει το παιδί σε διπλανό δωμάτιο για να το νανουρίσει. Μπαίνουν ο Πίνκερτον και ο Σάρπλες. Ζητούν από τη Σουτζούκι να μιλήσει με την αμερικανίδα σύζυγο, που περιμένει έξω από το σπίτι. Ο Πίνκερτον αναπολεί το παρελθόν. Κυριευμένος από τύψεις, αποφεύγει να αντιμετωπίσει την Τσο-Τσο-Σαν και αποχωρεί. Εμφανίζεται η Μπαττερφλάι, που τον αναζητά. Έντρομη, βλέπει την ξένη γυναίκα στον κήπο. Πληροφορείται από τον Σάρπλες και τη Σουτζούκι ότι ο Πίνκερτον δεν θα γυρίσει ποτέ πια κοντά της. Φαίνεται να αποδέχεται όσα συμβαίνουν, δέχεται να δώσει ακόμα και το γιο τους, αρκεί να τον παραλάβει ο ίδιος ο Πίνκερτον. Η Τσο-Τσο-Σαν ζητά να μείνει μόνη και αποφασίζει να θέσει τέλος στη ζωή της. Σε μία προσπάθεια να αποφευχθεί το κακό, η Σουτζούκι στέλνει κοντά της το παιδί. Εκείνη, αφού το αποχαιρετήσει με σπαρακτικό πόνο, του δένει τα μάτια και αυτοκτονεί λίγο πριν από τον ερχομό του Πίνκερτον.

 

Συντελεστές:

Μουσική διεύθυνση: Μύρων Μιχαηλίδης

Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Κοστούμια: Ούγκο ντε Άνα

Φωτισμοί: Βινίτσιο Κέλι

Σχεδιασμός Προβολών: Σέρτζιο Μετάλλι – Ideogamma

Κινησιολογία: Λέντα Λογιοντίτσε

Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

 

Τσο – Τσο Σαν:

Μαρία Λουιτζία Μπόρσι (27, 30/7)

Τσέλια Κοστέα (28-31/7)

Σουτζούκι

Ολέσα Πέτροβα

Κέιτ Πίνκερτον: 

Mαρισία Παπαλεξίου

M. Φ. Πίνκερτον: 

Βάλτερ Φρακκάρο (27, 30/7)

Λουτσάνο Γκάντσι (28, 31/7) 

Σάρπλες:

Δημήτρης Πλατανιάς (27, 30/7) 

Διονύσης Σούρμπης (28, 31/7) 

Γκόρο: 

Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος 

Πρίγκιπας Γιαμαντόρι: 

Χαράλαμπος Βελισάριος 

Μπόνζο: 

Τάσος Αποστόλου 

Γιακουζιντέ: 

Πέτρος Σαλάτας 

Αυτοκρατορικός Επίτροπος:

Παύλος Σαμψάκης 

Ληξίαρχος: 

Σωτήρης Κολυδάς

Μητέρα της Τσο – Τσο Σαν: 

Αμαλία Αυλωνίτη  

Θεία: 

Βάγια Κωφού 

Ξαδέλφη: 

Φωτεινή Χατζιδάκη

Ντολόρε:

θ.α.

Συμμετέχει η Ορχήστρα και η Χορωδία της ΕΛΣ

 

Η Γενική Δοκιμή της Μαντάμα Μπαττερφλάι ανοιχτή για ανέργους

Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Παρασκευή 26 Ιουλίου / Ώρα έναρξης: 21.00

 

Στο πλαίσιο της κοινωνικής της πολιτικής, η Εθνική Λυρική Σκηνή θα προσφέρει 1500 θέσεις δωρεάν σε ανέργους, στη Γενική Δοκιμή της όπερας του Πουτσίνι Μαντάμα Μπαττερφλάι η οποία θα πραγματοποιηθεί στο Ηρώδειο, την Παρασκευή 26 Ιουλίου στις 21.00.

 

Αναλογιζόμενη την παρούσα κοινωνική κατάσταση και μετά την τεράστια αποδοχή της συγκεκριμένης ενέργειας στη Γενική Δοκιμή του Ιπτάμενου Ολλανδού στο Ηρώδειο τον περασμένο Ιούνιο, η Εθνική Λυρική Σκηνή προσφέρει ξανά στους δοκιμαζόμενους συμπολίτες μας την ευκαιρία να γίνουν κοινωνοί ενός σπουδαίου έργου τέχνης, με στόχο να καταδείξει ότι η λυρική τέχνη δεν έχει κοινωνικούς αποκλεισμούς και περιορισμούς.

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι του Πουτσίνι, που θα παρουσιαστεί στις 27, 28, 30 & 31 Ιουλίου στο Ηρώδειο, φέρει την υπογραφή του διεθνώς καταξιωμένου Ούγκο ντε Άνα στη σκηνοθεσία και του Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Ε.Λ.Σ. Μύρωνα Μιχαηλίδη στη μουσική διεύθυνση.

Η διανομή των δωρεάν εισιτηρίων για τη γενική δοκιμή -με την επίδειξη της κάρτας ανεργίας και δελτίου ταυτότητας- θα γίνεται στα ταμεία του θεάτρου Ολύμπια (Ακαδημίας 59, 210 36 62 100) τις εξής ημέρες και ώρες:

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ