Λέων Τολστόι: «Ενώπιος ενωπίω»

Η τολστοϊκή λογοτεχνία μοιάζει με σφριγηλό κορμί που δεν ψεύδεται, και έχει να δηλώσει μονάχα τη μεγαλοφυΐα του δημιουργού της. Ο ίδιος εργάζεται ως σκλάβος στις αναλογίες της, δημιουργεί ως Θεός τα χαρακτηριστικά της και προστάζει ως βασιλιάς τους ήρωές της.

Ab initio του κόσμου, υπήρχε κάποιος του οποίου η ματαιοδοξία ήταν ανυπόφορη επειδή καθάπτεται ανεπανόρθωτα της δικής μας. Είναι ο ίδιος που πάντα βρίσκει το δρόμο για κάθε κατώφλι, και η ευστοχότερη περίληψη για την ανέκκλητη και παγερή σιωπή του σαρκίου. Πρόκειται για βλέμμα άπονο. Για το διαρκές αντίο στην επίγεια ζωή. Για τη μακροβιότερη ώρα πριν την αμφιλύκη. Για την ύστατη στιγμή που καθείς μετανιώνει για όλο το καλό που δεν έκανε. Για ‘κείνο το κενό που οι άλλοι γεμίζουν για χάρη μας με χώμα, ρόδα και οδύνη. Πρόκειται για τον συριγμό του φιδιού. Έπειτα για το δηλητηριώδες δήγμα. Και τέλος, για τις αρρυθμίες που η καρδιά μετά βίας υπομένει. Πρόκειται για τον θάνατο.

Του Ρώσου δικαστικού Ιβάν Ίλιτς. Κάποιου που συγχρωτιζόταν αυστηρά με τις υψηλές κοινωνικές τάξεις κι ο βίος που διήγε, αποτελούσε μια δική τους ρεπλίκα ψυχρής λογικής, τεχνητής ηθικής κι ιδιοσυγκρασίας. Ρεσιτάλ καλοβαλμένης υποκρισίας απέναντι στη μάζα, μα κυρίως απέναντι στον καθρέφτη του. Ο άνθρωπος είναι οι επιλογές του, το σύνολο των πεπραγμένων του, και ο Ίλιτς που επιλέγει σταθερά ως υγιής κι εύρωστος άντρας το προσωπείο του κόσμου από το αληθινό του πρόσωπο, θα βρεθεί εξ’ απροόπτου, όταν στον όρμο του πόνου, θα αντιληφθεί πως ο τρόπος ζωής μας ιχνογραφεί ως δαιμονισμένος διαβήτης αυτόν της καθόδου στο αιώνιο σκότος. Ο Ίλιτς που αγνοεί ότι σκοπός της ύπαρξης είναι μια ύπαρξη με σκοπό, κι ότι η ζωή δε σχετίζεται με το να έχεις και να αποκτάς, αλλά με το να είσαι και να γίνεσαι, θα φύγει από αυτήν υποφέροντας. Λες κι ήρθε μόλις τώρα. Υπό συνθήκες που φαντάζουν συμπυκνωμένο μάθημα προς την ταπεινοφροσύνη.

Ο πρωταγωνιστής της διασημότερης νουβέλας του Λέοντος Τολστόι «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», (1866) δεν διαφεύγει της κοφτερής ματιάς του Κυρίου. Στέκεται αντικριστά στην αρρώστια που τού λιώνει το κορμί, και στον θάνατο που κοντοζυγώνει, μετανιώνοντας για τη σηψαιμία της πρότερης ζωής του. Υιοθετώντας την όψη αυτού, που ενώ επίνε το ποτό του, εντοπίζει στον πάτο του ποτηριού ένα βδελυρό ζωύφιο, θα καταλάβει ότι είναι κουτό να περιμένει κανείς να έρθει η Ημέρα της Κρίσης. Αυτή έρχεται κάθε μέρα, τουλάχιστον κατά τον Καμύ, και τώρα, όπως θα συμφωνούσε κι ο Χέμινγκουεϊ, η καμπάνα χτυπά για τον ίδιο. Σε αναμονή της στερνής και πιο στενάχωρης επίσκεψης, η οικογένειά του δε δείχνει πρόθυμη να ανακουφίσει την αναστάτωση, ούτε και τη μοναξιά του. Αντιθέτως τις ενισχύει. Ο γιατρός του τον αντιμετωπίζει με την κλινική αναλγυσία του επαγγελματία και οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν. Κοντά του άγρυπνος, συμπονετικός φρουρός στέκεται μονάχα ο μουζίκος Γκεράσιμ, καθώς θεωρεί πως αυτή είναι η πρέπουσα συμπεριφορά απέναντι σ’ αυτόν που ταλανίζεται.

Κάπου στην Πετρούπολη ένας άνθρωπος πεθαίνει. Οι συνάδελφοί του θα αρχίσουν να σκέφτονται όλες τις αλλαγές που ο θάνατός του θα επιφέρει στην επαγγελματική τους ιεραρχία, οι δικοί του πολύ σύντομα θα απαλλαγούν από το μαγνάδι της ασθένειας και ο ίδιος θα συνομιλήσει με τον μαυροντυμένο κλητήρα, και μόνο τότε θα συνειδητοποιήσει ότι ο θάνατός του είναι μια σχεδόν αδιάφορη στιγμή, και η ζωή του χίλιες, που τις σκόρπισε στο απάνεμο πουθενά των κοινωνικών συμβάσεων. Ο συγγραφέας των διαχρονικών «Πόλεμος και Ειρήνη» (1869) κι «Άννα Καρένινα» (1877), γράφει σε τούτη την ιστορία προσωπικές του σκέψεις, και τις αφιερώνει σε όσους δεν έχουν κατανοήσει πως μόνο μια φορά υπάρχουμε. Δεύτερη ευκαιρία αδύνατο να μας δοθεί. Απευθύνεται δεικτικά σ’ αυτούς που δεν εξουσιάζουν το αύριο και αναβάλλουν την ευτυχία. Σ΄αυτούς που αφήνουν το ζειν να πάει στράφι και πεθαίνουν απασχολημένοι. Στοχάζεται πάνω στη θανή υπογράφοντας ένα έργο, όπου το αληθινό ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, αλλά αν υπήρχε με ουσιαστικό τρόπο πριν από αυτόν. Συνεπώς η προθανάτια περιπέτεια του Ιβάν Ίλιτς αποτελεί απόδειξη του ότι μας ψιθυρίζει ενίοτε, μια ριγηλή φωνή στο αυτί: «Η μεγαλύτερη ασέβεια απέναντι στη ζωή είναι η αδιαφορία. Μην προσπαθείς να προσθέσεις χρόνια στη ζωή σου, μα ζωή στα χρόνια σου. Φτάνω. Και θα σε βρω όπου κι αν κρυφτείς.» Αυτή η φωνή ανήκει αδιαμφισβήτητα στο φίδι του προοιμίου.

Την ίδια στιγμή που ο θάνατος ανήκει στα υπερκόσμια μυστήρια που θα συνεχίζονται επ’ άπειρον στο γύρισμα της γης γύρω από τον ήλιο, οι άνομες ηδονές θυμίζουν μυριάδες εκούσιους θανάτους σαν πέφτει η νύχτα του νου. Τότε η λογική συγχέεται με το απωθημένο και η μοίρα κρυφογελά κοροϊδευτικά με κάθε γέρσιμο της ηθικής πλάστιγγας. Τις πταίει; Ο Θεός που κάνει την γυναίκα όμορφη και ο Διάβολος ακαταμάχητη; Τα κλεμμένα φιλιά που δικαιωματικά αξίζουν πιο πολύ από τα νόμιμα; Οι παρελκυστικές διαθέσεις της ψυχής που επαναστατούν ενάντια της παγίδευσης; Το ψέμα που κατέχει την ταχύτητα και η αλήθεια την αντοχή; Όπως και να ‘χει, τα λάγνα μάτια μιλούν σε όλες τις εποχές την ίδια γλώσσα, οι αυστηρές νουθεσίες και τα χαλινάρια στον πόθο είναι σφυριά που αναπηδούν στο αμόνι, και τελικά, ο καλύτερος τρόπος να αντισταθείς στον πειρασμό,  είναι να ενδώσεις σ’ αυτόν με όλη σου την φλεγόμενη ψυχή.

Ο Γιεβγκένι Ιρτένιεφ δεν διαφέρει από όλους τους υπόλοιπους άντρες. Προτού αφήσει την εργένικη ζωή του για να παντρευτεί την αριστοκρατική Λίζα Ανιένσκαγια, είχε ένα κρυφό ερωτικό επεισόδιο με τη Στεπανίδα. Αυτή, μια απλή κοπέλα του χωριού και παντρεμένη, διαθέτει ένα αγγελικό πρόσωπο και ένα κολασμένο κορμί. Μέλιτος μυελός ή πιο σωστά, μεδούλι από μέλι. Η νεαρή Στεπανίδα θα στοιχειώσει τον έγγαμο βίο του Γιεβγκένι καθώς θα προσληφθεί ως υπηρέτρια από τη σύζυγό του και ως ζωντανός εφιάλτης από το ίδιο του το πεπρωμένο. Όσο η Λίζα αντιπροσωπεύει την καλή γυναίκα που ισοδυναμεί με τη σωτηρία του άντρα, όταν η άλλη σηκώνει τα βλέφαρά της πάνω του, μοιάζει σα να αφαιρεί τα ρούχα της το ένα μετά το άλλο, και φροντίζει με κάθε τρόπο να δικαιώνει την πεποίθηση ότι οι πιο αμαρτωλές σκέψεις μας είναι δράση σε πρόβα.

Ο Λέον Τολστόι έχει λόγο που δίνει τον τίτλο «Ο Σατανάς» (1889) στο διήγημά του. Ο πόθος ενός παντρεμένου άντρα για μια άλλη γυναίκα εκτός της δικής του, και η επίπονη αναβολή της απιστίας, είναι δικές του αγυρτείες. Καταγράφει την αμαρτία που δεν έχει τέλος, παρά μόνο αρχή. Σφυγμομετρά έναν σταθερά άχρωμο γάμο, σε αντιδιαστολή με την ηδονή της παρανομίας. Ο κεντρικός ήρωάς του δεν είναι ούτε αφεντικό της θέλησής του ούτε δούλος της συνείδησής του, και σταδιακά, προκειμένου να κατευνάσει την τίγρη της ακολασίας, την αφήνει να καταβροχθίσει τουλάχιστον το νευρικό του σύστημα. Παρότι ο Γιεβγκένι μάχεται για μια γαλήνια ζωή μακριά από τα προκλητικά τελεσίγραφα της Στεπανίδας, ξέρει κατά βάθος πως αναβάλλοντας τις επιλογές του, αναπόφευκτα θα τού επιβληθούν οι επιλογές από τις περιστάσεις. Κάθε στιγμή του δεν είναι παρά άλλο ένα μεγάλο βήμα προς το θάνατο της συζυγικής του αγνότητας και η Στεπανίδα δρα ούσα βέβαιη πως ο συγκεκριμένος άντρας δεν θα ηττηθεί απλώς από τον πόθο του, αλλά θα καεί ολοσχερώς από αυτόν.

Ο Τολστόι καταθέτει για ακόμα μία φορά δικές του παραλλαγμένες εμπειρίες σ’ ένα κείμενο που θυμίζει φυλακισμένη ψυχή μέχρι να κατέβει από το ράφι και να απελευθερωθεί, και πραγματεύεται την ανθρώπινη συνείδηση ως ένα φως απαλό, πολύτιμο και εύθραυστο. Εξετάζει τις έντονες απολαύσεις που δεν είναι πάντα πνευματικές ή ηθικές, αλλά και την τέχνη της ζωής εν γένει, που δεν έγκειται στον αφανισμό των πειρασμών, μα στη συμπόρευση με αυτούς. Εύκολα και αριστοτεχνικά στήνει ένα αφηγηματικό σκηνικό, όπου δεν πρέπει κανείς να μοιράζεται τα μυστικά του με κανένα, αλλιώς θα καταστραφεί, οι ωραίες γυναίκες είναι η κόλαση της καρδιάς, και οι άντρες που ποθούν βρίσκουν τρόπους, ενώ αυτοί που υπεκφεύγουν, σκαρώνουν δικαιολογίες. Επιτρέπει στον αναγνώστη του να επιλέξει το τέλος του ήρωά του, και αποδεικνύει ξανά γιατί τα έργα του αντέχουν στο χρόνο. Η τολστοϊκή λογοτεχνία μοιάζει με σφριγηλό κορμί που δεν ψεύδεται, και έχει να δηλώσει μονάχα τη μεγαλοφυΐα του δημιουργού της. Ο ίδιος εργάζεται ως σκλάβος στις αναλογίες της, δημιουργεί ως Θεός τα χαρακτηριστικά της και προστάζει ως βασιλιάς τους ήρωές της. Το δίχως άλλο, κατέχει τη μαγική συνταγή: ανακαλύπτει αλήθειες γράφοντας ξεκάθαρα, αντιλαμβάνεται ότι η ζωή είναι μικρή για άσκοπες ιστορίες και εκφράζεται μέσα από βαθυστόχαστα βιβλία, τα οποία συνειδητοποιεί κανείς ενώπιος ενωπίω. Δηλαδή, σαν γίνονται προσωπικά του βιώματα.


Η ανάγνωση αφορά τα έργα: «Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» – Εκδόσεις Ροές

«Ο Σατανάς» – Εκδόσεις Ροές

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ