Γιώργος Βουρδαμής, Μαριλένα Κατρανίδου, Θανάσης Κριτσάκης: Τρεις δημιουργοί συναντιούνται στο SYSTEMA και στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Με ένα «γουέστερν δωματίου», μια νέα ανάγνωση της Φαλακρής Τραγουδίστριας και μια παράσταση εμπνευσμένη από τον Φουκώ εγκαινιάζεται το πρόγραμμα του SYSTEMA, με το CultureNow να συνομιλεί με τους δημιουργούς των τριών παραγωγών.

Πριν από λίγο καιρό παρουσιάστηκε το SYSTEMA — For the Greek Performing Arts, μια νέα πλατφόρμα που φιλοδοξεί να ενισχύσει τη σύγχρονη πολιτιστική σκηνή της χώρας μας, και να αναδείξει το έργο των δημιουργών της.

Μέσα από τη συνεργασία τριών κορυφαίων πολιτιστικών οργανισμών της χώρας —του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, του Εθνικού Θεάτρου και του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας— το SYSTEMA εγκαινιάζει τη δράση του με ένα πολυσυλλεκτικό πρόγραμμα, φέρνοντας στο προσκήνιο αξιόλογες θεατρικές και χορευτικές παραγωγές.

Με αφορμή τον φετινό προγραμματισμό, το CultureNow συνομίλησε με τρεις καλλιτέχνες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα του SYSTEMA και του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Μέσα από τις συζητήσεις αυτές, γνωρίζουμε καλύτερα τις παραστάσεις που ετοιμάζονται να παρουσιάσουν σε τρεις διαφορετικές σκηνές της Αθήνας τον Ιούλιο.

Συγκεκριμένα, συνομιλήσαμε με τους δημιουργούς με αφορμή τις ακόλουθες παραγωγές:

***

-Η παράστασή σας παρουσιάζεται στο πλαίσιο του SYSTEMA και φιλοξενείται στην Αθήνα για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Τι δυναμική δημιουργεί ένα τόσο σύντομο αθηναϊκό ανέβασμα και ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που το συνοδεύουν;

Γιώργος Βουρδαμής: Για ένα έργο όπως το δικό μας, που επιστρέφει στην Αθήνα ύστερα από τη χειμερινή του παρουσίαση, αυτή η συμμετοχή είναι μια ακόμη συνάντηση. Για δημιουργούς και θεατές. Κουβαλά προσδοκίες αλλά λειτουργεί και ως εφαλτήριο για μια ακόμα χειμωνιάτικη πορεία. Το να παρουσιαστεί μια παράσταση, που έχει δημιουργηθεί για έναν μικρό θεατρικό χώρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών —και, πολύ περισσότερο, στην πλατφόρμα του systέma— αποτελεί από μόνο του μια πρόκληση. Ελπίζουμε να να έχει καλό air condition το Θέατρο 104 που παίζουμε και να μη μας νικήσει ο καύσωνας! – Αστειεύομαι φυσικά..!

Μαριλένα Κατρανίδου: Το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο θα παρουσιαστεί η παράσταση δημιουργεί μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη. Όταν γνωρίζεις ότι έχεις μόνο λίγες συναντήσεις με το κοινό, η κάθε παράσταση αποκτά μεγαλύτερη πυκνότητα και μια αίσθηση επίτασης. Οφείλει από την πρώτη στιγμή να είναι ζωντανή, ανοιχτή και έτοιμη να συνομιλήσει με τους θεατές. Αυτό είναι ταυτόχρονα πρόκληση και προνόμιο. Από τη μία πλευρά απαιτεί από όλους απόλυτη συγκέντρωση και ακρίβεια. Από την άλλη, αυτή η προσωρινότητα κάνει το γεγονός μοναδικό. Η παράστασή μας, βασίζεται ακριβώς στην ένταση της ζωντανής συνάντησης και στην αβεβαιότητα που γεννά το τυχαίο. Το απρόβλεπτο άλλωστε είναι συστατικό στοιχείο τόσο της ζωής όσο και του θεάτρου. Ίσως γι’ αυτό οι λίγες παραστάσεις δεν λειτουργούν ως περιορισμός, αλλά ως πρόσκληση να βιώσουμε κάτι που δεν θα επαναληφθεί με τον ίδιο τρόπο.

Θανάσης Κριτσάκης: Η αλήθεια είναι πως αυτό που νιώθω δεν ξεκινάει με την μορφή μιας πρόκλησης παρά με την μορφή μιας ελαφριάς στεναχώριας. Μέσα σε αυτούς τους μήνες συνάντησα υπέροχους ανθρώπους και φίλους. Έκανα μια μεγάλη πορεία για να μελετήσω, να συνθέσω και να συνδημιουργήσω αυτό το έργο παρέα με μια απίστευτα ταλαντούχα και διαθέσιμη ομάδα συντελεστών και δεν θα ήθελα η πορεία του να τελειώσει εδώ. Φυσικά, η συνέχεια ενός έργου τέχνης είναι ευθέως ανάλογη της επίδρασής του στο κοινό. Οπότε, αν υπάρχει κάποια πρόκληση, είναι, μάλλον, το να μπορέσει μέσα σε τρεις μέρες να επικοινωνηθεί όλο το εύρος των εργαλείων, των νοημάτων και των αισθημάτων που εγώ και οι συνεργάτες βιώσαμε, συζητήσαμε και θέλησαμε να μεταφέρουμε στο κοινό κατά την δημιουργία της.

-Όταν βρίσκεσαι στη θέση του θεατή, τι αναζητάς από μια παράσταση; Ποιες ποιότητες θεωρείς ότι μπορούν να μετατρέψουν μια θεατρική εμπειρία σε κάτι πραγματικά αξέχαστο;

Γιώργος Βουρδαμής: Με συγκινούν πολύ οι παραστάσεις που είναι προσωπικές. Εκείνες που, μέσα στο συνοθύλευμα πραγματικοτήτων που συνθέτει το παρόν μας, αναζητούν τη δική τους εσωτερική φωνή. Χωρίς διδακτισμό, χωρίς σοβαροφάνεια. Με γοητεύουν οι σύνθετες και άρτια δομημένες φόρμες, οι επιδέξιες κατασκευές· αγαπώ όμως το ανθρώπινο, το εύθραυστο, το μικρό. Μ’ αρέσουν τα λάθη, οι στιγμές που ξεφεύγουν από τον έλεγχο, οι άνθρωποι που κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα απροσδόκητο, καθαρό και συναισθηματικά φορτισμένο παρόν. Είναι πολύτιμο να συναντιέσαι με ζωντανούς ανθρώπους. Το θέατρο, από τη φύση του τελετουργικό, κουβαλά μια λειτουργία υπερβατικότητας που αξίζει να υπηρετείται.

Μαριλένα Κατρανίδου: Όταν βρίσκομαι στη θέση του θεατή, δεν αναζητώ απαραίτητα απαντήσεις ή βεβαιότητες. Με ενδιαφέρει περισσότερο να φύγω από την αίθουσα με μια αίσθηση μετατόπισης. Συγκινούμαι από τις παραστάσεις που δεν φοβούνται την αμφισημία, που αφήνουν χώρο στη φαντασία του θεατή και δεν προσπαθούν να ελέγξουν πλήρως την εμπειρία του. Νομίζω ότι το θέατρο γίνεται πραγματικά αξέχαστο όταν δημιουργεί μια ζωντανή σχέση, όταν δεν ψεύδεται, όταν βασίζεται στην πραγματική έννοια της συνάντησης.  Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί και ως δημιουργό. Στη δική μας διασκευή της Φαλακρής Τραγουδίστριας, το παράλογο δεν αντιμετωπίζεται ως αισθητική άσκηση, αλλά ως ένας τρόπος να κοιτάξουμε με χιούμορ, αμηχανία και τρυφερότητα τις ρωγμές της καθημερινότητας. Αν ο θεατής φύγει με περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα είχε όταν μπήκε, τότε πιστεύω πως κάτι έχουμε  κάνει σωστά.

Θανάσης Κριτσάκης: Αν αξέχαστο είναι κάτι που επανέρχεται στην μνήμη, τότε μάλλον ο δρόμος μέσα από τον οποίο περνάει είναι η οικειότητα. Με αυτό θέλω να πω ότι μια παράσταση γίνεται «αξέχαστη» όταν δημιουργεί ένα είδος μνήμης το οποίο μπορεί να επανέρχεται σε όλο και πιο συχνή βάση. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, μεταξύ οικειότητας και συχνότητας, συναντάμε αυτό που πιστεύω ότι κάνει μια θεατρική εμπειρία αξέχαστη: μια εμπειρία η οποία μπορεί να δημιουργεί συνειρμούς στην καθημερινή ζωή των θεατών. Αυτό που αναζητώ, λοιπόν, ως θεατής είναι μια σκηνική δημιουργία η οποία περνά από την οικειότητα της καθημερινής ζωής με τέτοιο τρόπο ώστε να την συναντώ μετά την αποχώρηση μου από την θεατρική αίθουσα. Μια παράσταση που θα παίζει με τέτοιο τρόπο με το οικείο ώστε να με συναντά όταν τρώω, όταν εργάζομαι, όταν κάθομαι στον καναπέ και βλέπω ειδήσεις, όταν επικοινωνώ με τους άλλους.

-Πέρα από παραγωγές που συμμετέχεις, ποια παράσταση από το πρόγραμμα του SYSTEMA θα προσπαθήσετε να δείτε;

Γιώργος Βουρδαμής: Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να δω τις Βάκχες της Λένας Κιτσοπούλου, που τελικά δεν θα γίνουν. Σε δεύτερο χρόνο, σίγουρα θα δω την Άλκηστη του Δ. Καραντζά. Θέλω επίσης πολύ να δω –και θα δω– τη Φαλακρή Τραγουδίστρια της Μαριλένας Κατρανίδου.

Θανάσης Κριτσάκης: Θα ήθελα να μπορούσα να τις δω όλες και να εμπνευστώ από την πολυσυλλεκτικότητα των δημιουργιών και των ειδών. Σίγουρα θα ήθελα να δω κάποιες που έχω ξαναδεί, γιατί λατρεύω να βλέπω τις δουλειές των ανθρώπων που ξέρω, αγαπώ και συνεργάζομαι, όπως την «Φαλακρή Τραγουδίστρια» της Μαριλένας Κατρανίδου και την «Νοχαβελάνδη» του Γιάννη Αποσκίτη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Βουρδαμή. Και οι δύο δουλειές αποτελούν δύο εξαιρετικά δείγματα γραφής της σύγχρονου θεατρικού τοπίου και με συναντάνε σε αισθητικό και καλλιτεχνικό επίπεδο. Επιπλέον, θα ήθελα πολύ να δω κάποια έργα που δεν μπόρεσα λόγω φόρτου εργασίας μέσα στην χρονιά, όπως την «Κουκλίτσα» και την «Ιεροτελεστία», δουλειές για τις οποίες έχω ακούσει εξαιρετικές κριτικές, αλλά και το έργο του Κωνσταντίνου Παπανικολάου στην Καλαμάτα “Α User’s Manual”, έναν δημιουργό που θαύμασα μέσα από την συνάντησή μας με αφορμή το πρόγραμμα «Onassis Air».

Μαριλένα Κατρανίδου: Από το πρόγραμμα του SYSTEMA θα ήθελα πολύ να δω το “When Did Silence Get This Loud?” της Ζωής Ευσταθίου. Με ενδιαφέρει η αφετηρία της παράστασης, η ιδέα να αντιμετωπιστεί η σιωπή όχι ως κενό ή παύση, αλλά ως ένα ενεργό δραματουργικό υλικό. Βρίσκω ιδιαίτερα γοητευτικές τις καλλιτεχνικές προτάσεις που επιχειρούν να αφουγκραστούν όσα συμβαίνουν όταν οι λέξεις υποχωρούν. Με ενδιαφέρει επίσης η χρήση του χορού ως βασικού αφηγηματικού μέσου. Πάντα με γοητεύει η δραματουργία που γεννιέται μέσα από το σώμα και την κίνηση, όταν η ένταση, ο ρυθμός και οι σχέσεις των performer μπορούν να παράγουν νόημα χωρίς να στηρίζονται αποκλειστικά στον λόγο. Είναι μια διαφορετική θεατρική γλώσσα, με τους δικούς της κανόνες, και ως θεατής έχω την περιέργεια να δω πώς θα αναπτυχθεί αυτή η συνθήκη. Απολαμβάνω πάντα να συναντώ έργα που με βγάζουν από τις οικείες μου διαδρομές και με καλούν να αφουγκραστώ με έναν διαφορετικό τρόπο.

Ο Γιώργος Βουρδαμής για τη «Νοχαβελάνδη»

Σ’ένα ράντσο εκτροφής βισόνων στη Ντακότα, μια οικογένεια επιχειρεί να εμπορευτεί το παρελθόν της – αλλά μια ινδιάνικη κατάρα, τους ανατρέπει τα σχέδια. Μια φαντασιακή εκδοχή της Άγριας Δύσης, όπου οι γενοκτονίες γίνονται αξιοθέατα και τα τραύματα του παρελθόντος εμπορεύσιμα αφηγήματα.

Η  Νοχαβελάνδη, σε πρωτότυπο κείμενο του Γιάννη Αποσκίτη και σκηνοθεσία του Γιώργου Βουρδαμή, είναι μια μαύρη φάρσα για την αποικιοκρατική κληρονομιά, την απληστία και τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου που καταναλώνει τα πάντα, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Χρησιμοποιώντας τη θεματική και αισθητική των γουέστερν και τον αφανισμό των φυλών της αμερικανικής ηπείρου ως ιστορικό γεγονός και παγκόσμιο αφήγημα, οι δημιουργοί σκαρώνουν μια πολιτική σάτιρα για την ανθρωπότητα και την αδηφάγα φύση της – μια παραβολή για τα πολλαπλά Ελ Ντοράντο των τελευταίων αιώνων.

Τρεις ηθοποιοί και μία χορεύτρια παρασύρονται στη δίνη ενός ματαιόδοξου λούνα παρκ, όπου μία πρώην πορνοστάρ, ένας Κινέζος επενδυτής, ένας χρεοκοπημένος τζογαδόρος και μία Ελληνίδα οικονόμος συντονίζονται σε ξέφρενους καουμπόικους ρυθμούς, μέσα στις στάχτες του αμερικανικού ονείρου.

Τι απομένει να κατακτήσουμε όταν έχουμε κατακτήσει τα πάντα;

-Όταν επιλέγετε να χαρακτηρίσετε τη «Νοχαβελάνδη» ως ένα «γουέστερν δωματίου», ποια ήταν η εικόνα ή η αίσθηση που θέλατε να δημιουργήσετε στο κοινό;

Γιώργος Βουρδαμής: Ξεκίνησε ως λογοπαίγνιο που θέλαμε να συνομιλεί με τον όρο «ορχήστρα δωματίου». Τα γουέστερν χρειάζονται άλογα και ορίζοντα, ενώ εμείς ήμασταν τέσσερα σώματα στην σύγχρονη Αθήνα. Η αίσθηση μας ήταν αυτή μιας ερήμου μέσα σ’ ένα δωμάτιο. Η απεραντοσύνη της Αγριας Δύσης, οι φαντασιώσεις και οι διαψεύσεις του αμερικανικού ονείρου συμπυκνωμένες μέσα σ’ έναν κλειστό χώρο.

-Στα μάτια σας, έχει πολιτική υπόσταση το συλλογικό γέλιο; Μπορεί η γελοιοποίηση ορισμένων θέσφατων ή παγιωμένων βεβαιοτήτων της κοινωνίας μας να λειτουργήσει ως πράξη αμφισβήτησης ή ακόμη και αντίστασης;

Γιώργος Βουρδαμής: Δεν είμαι σίγουρος τί σημαίνει συλλογικό γέλιο. Το γέλιο πάντως καλό κάνει. Και το χιούμορ. Όλα δεν είναι μ’ έναν τρόπο πολιτικά; Το ζήτημα είναι τί θέση επιλέγεις να πάρεις κάθε φορά. Σίγουρα μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδραση, ως άρνηση, ως αντίσταση το γέλιο. Έχει φοβερή δύναμη. Και είναι πολύ ωραίο αντίδοτο στον διδακτισμό και στις σχέσεις κυριαρχίας. Ίσως να είναι και πολιορκητικός κριός για τα θέσφατα και παγιωμένα. Μακάρι… δεν ξέρω.

Νοχαβελάνδη | Photo Credit: © Μυρτώ Αποστολίδου

Η Μαριλένα Κατρανίδου για το έργο “Η Φαλακρή Τραγουδίστρια –Συμβαίνουν αυτά καμιά φορά–»”

Η Φαλακρή Τραγουδίστρια είναι ένα βαθιά αντιθεατρικό έργο, έτσι άλλωστε το χαρακτήριζε και ο ίδιος ο συγγραφέας του. Ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1950, προκαλώντας την οργή των θεατών, οι οποίοι προχώρησαν σε μαζικές αποχωρήσεις και αποδοκιμασίες. Μέσα στα επόμενα χρόνια, ωστόσο, καθιερώθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου θεάτρου, αλλάζοντας δια παντός τους όρους της σύγχρονης δραματουργίας.

Χρησιμοποιώντας απλές καθημερινές φράσεις, λεκτικά κλισέ και γλωσσικούς αυτοματισμούς, ο Ρουμάνος θεμελιωτής του Θεάτρου του Παραλόγου –αν και ο ίδιος δεν ενστερνίστηκε ποτέ τον όρο– τοποθετεί τη γλώσσα ως εμπόδιο, αναδεικνύοντας έτσι την αδυναμία της ανθρώπινης επικοινωνίας.

 Ο Ιονέσκο, με τη μοναδική του ικανότητα να προκαλεί ταυτόχρονα γέλιο και αποστροφή, αφήνει τους ήρωές του ανυπεράσπιστους απέναντι στις λέξεις. Αντιστέκεται σθεναρά στη συγκρότηση μιας συμβατικής πλοκής, ανατρέπει κάθε αναγνωρίσιμη θεατρική φόρμα και ανάγεται, τελικά, σε έναν από τους ουσιαστικούς ανανεωτές του θεάτρου του εικοστού αιώνα, με τη Φαλακρή Τραγουδίστρια να θεωρείται από πολλούς το αριστούργημά του.

Στην εκδοχή που προτείνει η Μαριλένα Κατρανίδου, το έργο αντιμετωπίζεται ως πεδίο έρευνας πάνω στους ανθρώπινους μηχανισμούς συμπεριφοράς. Μια σκηνική πρόταση γύρω από το παράλογο, μια δραματουργία φτιαγμένη από ετερόκλητα υλικά, γεμάτη παγίδες που μοιάζουν παράλογα λογικές. Μία ιστορία κλισέ: δύο τυπικά ζευγάρια Άγγλων, μία υπηρέτρια, ένας πυροσβέστης, ένα κουδούνι που χτυπάει, μία πιθανή φωτιά. Κι όμως το πραγματικό ζήτημα βρίσκεται αλλού. Πόσες κοινές λογικές χρειάζονται για να προκύψει το παράλογο;

-Τι σας γοήτευσε στο συγκεκριμένο έργο του Ιονέσκο; Στο ανέβασμα αυτό, ποιο στοιχείο πιστεύετε πως φέρει ηχηρά την υπογραφή σας; 

Μαριλένα Κατρανίδου: Αυτό που με γοήτευσε εξαρχής στη Φαλακρή Τραγουδίστρια είναι ότι δεν αντιμετωπίζει το παράλογο ως κάτι εξωτικό ή μακρινό, αλλά ως μια φυσική συνέπεια της καθημερινότητας. Ο Ιονέσκο παίρνει τις πιο συνηθισμένες κοινωνικές συμβάσεις, τις πιο κοινότοπες φράσεις και τους πιο αναγνωρίσιμους τρόπους συμπεριφοράς και, χωρίς να τους παραμορφώνει ιδιαίτερα, αποκαλύπτει το κενό που μπορεί να κρύβεται μέσα τους. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί πολύ: πώς οι μηχανισμοί της καθημερινής ζωής, όταν επαναλαμβάνονται άκριτα, μπορούν να γίνουν ταυτόχρονα κωμικοί, τρομακτικοί και βαθιά ανθρώπινοι. Αν υπάρχει κάτι που φέρει έντονα τη δική μου υπογραφή σε αυτή τη διασκευή, είναι ότι αντιμετωπίζω το έργο ως ένα ανοιχτό πεδίο έρευνας πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Δεν με ενδιέφερε να αναπαραστήσω απλώς τον κόσμο του Ιονέσκο, αλλά να συνομιλήσω μαζί του μέσα από μια νέα δραματουργία, φτιαγμένη από ετερόκλητα υλικά, αναφορές και σκηνικές καταστάσεις. Με ενδιαφέρει ένα θέατρο που αφήνει χώρο στην αντίφαση, που δεν εξηγεί τα πάντα και που εμπιστεύεται τον θεατή να συνθέσει μόνος του το νόημα. Άλλωστε, το παράλογο δεν προκύπτει επειδή ο κόσμος παύει να έχει λογική· προκύπτει όταν πολλές διαφορετικές λογικές συνυπάρχουν ταυτόχρονα και διεκδικούν όλες την αλήθεια τους.

-Κατά την ενασχόλησή σας με την «φαλακρή τραγουδίστρια», νιώσατε και εσείς κάτι το παράλογο κατά την επανάληψη της παράστασης; 

Μαριλένα Κατρανίδου: Νομίζω πως κάθε διαδικασία επανάληψης στο θέατρο κρύβει μέσα της ένα μικρό παράδοξο. Προσπαθείς να αναπαράγεις κάτι που, από τη φύση του, δεν μπορεί να είναι ποτέ ίδιο. Αυτή η αδυναμία της απόλυτης επανάληψης είναι, για μένα, από τις πιο όμορφες ιδιότητες του θεάτρου. Στη δουλειά πάνω στη Φαλακρή Τραγουδίστρια αυτό το στοιχείο έγινε ακόμη πιο έντονο. Το ίδιο το έργο είναι χτισμένο πάνω στην επανάληψη, στην κυκλικότητα και στη φθορά του λόγου μέσα από τη συνεχή χρήση του. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνονται οι λέξεις και οι καταστάσεις, τόσο περισσότερο μετατοπίζεται το νόημά τους. Εκεί, για μένα, βρίσκεται το πραγματικά «παράλογο»: όχι σε κάτι εξωφρενικό, αλλά στην αποκάλυψη ότι ακόμη και η πιο οικεία καθημερινή συνθήκη μπορεί, αν την κοιτάξεις λίγο πιο επίμονα, να γίνει ξαφνικά παράξενη και αινιγματική.

Η φαλακρή τραγουδίστρια | Photo Credit: © Σέργιος Κεφαλάς

Θανάσης Κριτσάκης για το “Michel: Ασκήσεις θνητότητας”

Το Michel: Ασκήσεις Θνητότητας είναι μια παράσταση πρωτότυπης δραματουργίας που πραγματεύεται θραύσματα καθημερινού λόγου, όπως αυτά αποτυπώνονται στον χώρο ενός γυμναστηρίου, καθώς και εμβληματικά κείμενα του δυτικού πολιτισμού. Βασισμένη στο σπουδαίο έργο του Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία, έχει ως κεντρικό άξονα το σώμα, το οποίο νοείται ως τόπος καθυπόταξης και κυριαρχίας των υποκειμένων. Το σώμα ως ένα σύστημα σημείων, ένα πεδίο λειτουργιών, μια μηχανή που μπορεί να αναλυθεί, να ελεγχθεί και να παράγει μέσα από την επιτήρηση, την άσκηση, τη θεραπεία, την πρόληψη, την αισθητικοποίηση και τον κολασμό.

Ταυτόχρονα, η παράσταση επιδιώκει να αναδείξει διαφορετικούς τύπους σύγχρονων αθλούμενων και ασθενών, αναζητώντας τους λόγους για τους οποίους τους συναντάμε στους χώρους άσκησης, στα φαρμακεία, στα ιδιωτικά ιατρεία και στα διατροφολογικά κέντρα. Θέτει έτσι τα εξής ερωτήματα: Ποια είναι η ‘τελετουργία’ που εφαρμόζει ένας άνθρωπος στην καθημερινότητά του, προκειμένου να προστατεύσει το σώμα του από τον πόνο και τη φθορά; Πόσο χρόνο και χρήμα ξοδεύει γι’ αυτό; Γιατί ο σύγχρονος πολιτισμός αντιμετωπίζει τον θάνατο ως αποτυχία, αναπτύσσοντας παράλληλα ολοένα και περισσότερες τεχνικές παράτασης της ζωής;

-Ποια σκέψη, εικόνα ή ποιο προσωπικό βίωμα θα λέγατε ότι άναψε τη σπίθα για τη δημιουργία του έργου;

Θανάσης Κριτσάκης: Η ίδια η ενασχόληση μου με την τέχνη. Από την επαφή μου με την μουσική σε μικρή ηλικία, μέχρι και σήμερα, έχω καταλάβει ότι η τέχνη απαιτεί μια σχέση του υποκειμένου με το ίδιο του το σώμα. Απαιτεί μια σχέση ελέγχου του εκάστοτε ερμηνευτή με τα ίδια του εκφραστικά μέσα, είτε διαμεσολαβημένη από κάποιο όργανο (μουσικό όργανο, πινέλο, ηλεκτρονικός υπολογιστής κτλ), είτε αδιαμεσολάβητη, όντας το σώμα το ίδιο το καλλιτεχνικό όργανο (χορός, υποκριτική κτλ). Αυτή η σχέση του ανθρώπου με το σώμα του η οποία εκφράζεται σε διαφορετικούς βαθμούς στην ιστορία της τέχνης, συνοδεύει και όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο αθλητισμός, η εργασία και  η ιατρικη είναι μόνο κάποιοι από τους τομείς της ζωής που απαιτούν μια συντεταγμένη σχέση του καθενός με το σώμα του. Κάθε διαφορετικός τομέας γνώσης απαιτεί έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και αντιμετωπίζει το σώμα ως ένα σύστημα σημείων, ως μια μηχανή η οποία, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να λειτουργεί, να παράγει, να αποδίδει, να θεραπεύεται, να βελτιώνεται κοκ. Αυτή η σκέψη ήταν η αρχή που με  οδήγησε στην δημιουργία του έργου, την οποία και θεωρώ κρίσιμη σε μια μεταβιομηχανική εποχή, όπου οι μορφές συσχετισμού με το σώμα μας έχουν μεταβληθεί σε μεγάλο βαθμό, αλλά ίσως όχι  οι σχέσεις που τις παράγουν.

-Ο Φουκώ αντιμετωπίζει το σώμα ως πεδίο εξουσίας, πειθαρχίας αλλά και αντίστασης. Εργαζόμενος πάνω στο κείμενό του, νιώσατε να μεταβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο βιώνετε και αντιλαμβάνεστε το δικό σας σώμα;

Θανάσης Κριτσάκης: Το κείμενο του ήρθε να ονομάσει μια κανονικότητα. Αυτό που άρχισα να αντιλαμβάνομαι σε προσωπικό επίπεδο καλύτερα, είναι οι λόγοι για τους οποίους μου ζητάται να δράσω με έναν καθορισμένο τρόπο στον εργασιακό χώρο, την εκπαίδευση, την υγεία κτλ. Το ότι υπάρχει ένα πλέγμα εξουσίας γύρω από κάθε γνώση, από κάθε οδηγεία που προσπαθεί να ορίσει την σχέση μου με το σώμα μου. Μέσα από την ενασχόληση μου με το κείμενο προσπάθησα να διαπραγματευτώ και να καταλάβω ποια εντέλει είναι η σχέση που θέλω εγώ με το σώμα μου, κατά πόσο την καθορίζω ή κατά πόσο με καθορίζει αυτή. Διαπραγματεύτηκα την σχέση μου με την απόδοση,  την τροφή, την ποσότητα, την ποιότητα, την υγεία, την πρόληψη, την θεραπεία, τον πόνο και, μπορώ να πω, ότι ένιωσα πιο ασφαλείς τόσο για τους νόμους μου όσο και για τις παραβάσεις μου. Επί της ουσίας, αυτό που άλλαξε είναι ότι πια είμαι πεπεισμένος ότι αν θες να αλλάξεις την θέση σου στην κοινωνία – ή ακόμα και ίδια την κοινωνία- πρέπει πρώτα να αλλάξεις την σχέση με το σώμα σου, τον έλεγχό του, την εκπαίδευσή του, την θεραπεία του, τον καλλωπισμό του και αυτό είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο αίτημα σε μια κοινωνία που βομβαρδίζεται από τις εικόνες «υγιών», «όμορφων», «καθαρών» και πειθαρχημένων σωμάτων. Το κείμενο του Φουκώ λειτούργησε ως μια αρχή για να μπορέσω να διαπραγματευτώ μια αφήγηση του σώματος, μια καταγραφή σημείων με σκοπό να αναδείξω κάποιες πτυχές, μονάχα, του ζητήματος της εξουσίας επί σώματος. Ελπίζω το «Michel: Ασκήσεις Θνητότητας» να θέσει κάποια ερωτήματα και να δημιουργήσει μια σχέση οικειότητας με το κοινό, ώστε να την συναντά κανείς όταν πηγαίνει στην δουλειά, όταν καταναλώνει, όταν γυμνάζεται, όταν κοιτάει τον εαυτό στον καθρέφτη.

Michel: Ασκήσεις θνητότητας | Photo Credit: © Christos Symeonides

Διαβάστε επίσης:

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026: Ανακαλύψτε το φετινό Καλλιτεχνικό Πρόγραμμα
SYSTEMA — For the Greek Performing Arts: Ένα πρόγραμμα που αξίζει να δεις

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ