«Ο χορός είναι η φωνή μου. Είναι ο τόπος των ονείρων μου και της πιο βαθιάς μου αναζήτησης. Εκεί μετατρέπω την αβεβαιότητα σε κίνηση, τον φόβο σε πράξη και τη σιωπή σε έκφραση. Εκεί μπορώ να καταλάβω και, τελικά, να αντέξω τη ζωή».
Λίγες φορές μια απάντηση συμπυκνώνει τόσο καθαρά τον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται την τέχνη και τη ζωή. Τα λόγια αυτά του Φώτη Νικολάου αποτέλεσαν την αφετηρία της συζήτησής μας, με αφορμή την παρουσίαση του νέου του έργου The Corridor στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (8–9/7, Πειραιώς 260). Εμβληματική μορφή της γενιάς που αναδιαμόρφωσε τον ελληνικό σύγχρονο χορό στα τέλη της δεκαετίας του ’90, στο νέο του έργο προσεγγίζει το πένθος όχι μόνο ως εμπειρία απώλειας, αλλά ως συνθήκη που διαπερνά την ανθρώπινη ύπαρξη: την απώλεια της ασφάλειας, της ταυτότητας και της ίδιας της αίσθησης του ανήκειν. Η μνήμη της Κυπριακής τραγωδίας, που χαράχτηκε μέσα του από την αυγή της ζωής του, συναντά τις δραματικές εικόνες της Γάζας, μετατρέποντας το προσωπικό βίωμα σε συλλογική εμπειρία.
Στη συζήτησή μας μίλησε με την ίδια ειλικρίνεια για την ελευθερία ως προϋπόθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και για μια εποχή όπου η ταχύτητα της παραγωγής απειλεί να εκτοπίσει τον χρόνο της δημιουργίας. «Είμαι ένας άνθρωπος και ένας καλλιτέχνης που αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από το άγγιγμα, τη χειρονομία, το βλέμμα, το χαμόγελο και την αναπνοή», μας είπε.
Χείμαρρος στη σκέψη, με αυτογνωσία και βαθιά στοχαστικό λόγο, ο Φώτης Νικολάου μάς χάρισε μια συνομιλία που φωτίζει το έργο και, κυρίως, τον άνθρωπο πίσω από την τέχνη.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
***
-Μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες στον χορό, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας κάνει να μπαίνετε στην αίθουσα δοκιμών με την ίδια αγωνία, σαν να ξεκινάτε από την αρχή;
Μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες στον χορό, εξακολουθώ να μπαίνω στην αίθουσα δοκιμών με την ίδια αγωνία, γιατί κάθε φορά αισθάνομαι πως ξεκινώ από την αρχή. Αυτή η αίσθηση του άγνωστου είναι που με κρατά ζωντανό.Με κινεί η αστείρευτη περιέργεια να εξερευνήσω νέες κινησιολογικές φόρμες, να δοκιμαστώ μέσα από τις γλώσσες του σώματος που φέρνουν οι νεότεροι χορευτές. Με συγκινεί η συνάντηση με αυτά τα ταλαντούχα, «νέα» σώματα, γιατί κουβαλούν μια διαφορετική εμπειρία, μια άλλη ματιά στον κόσμο. Εκεί, στη συνάντηση του δικού τους κόσμου με τον δικό μου, γεννιέται ένας δημιουργικός διάλογος.
Ταυτόχρονα, η αδυσώπητη πραγματικότητα δεν μου επιτρέπει να επαναπαυτώ. Ζούμε σε έναν κόσμο που βάλλεται καθημερινά από πολέμους, δολοφονίες, πείνα και βία. Και μαζί με αυτά έρχονται τα διαχρονικά, άλυτα υπαρξιακά ερωτήματα: ο θάνατος, η απώλεια, το τι υπάρχει μετά, η πίστη, η ανθρώπινη ευθύνη. Όλα αυτά με οδηγούν ξανά και ξανά στην αίθουσα δοκιμών, γιατί είναι ο μόνος τόπος όπου μπορώ να συνομιλήσω μαζί τους, να τα κοιτάξω κατάματα, χωρίς να χρειάζεται να δώσω εύκολες απαντήσεις.
Ο χορός είναι η φωνή μου. Είναι ο τόπος των ονείρων μου, αλλά και της πιο βαθιάς μου αναζήτησης. Είναι ο χώρος όπου μπορώ να μετατρέψω την αβεβαιότητα σε κίνηση, τον φόβο σε πράξη και τη σιωπή σε έκφραση. Εκεί μόνο μπορώ να καταλάβω τη ζωή. Και, τελικά, μόνο εκεί μπορώ να την αντέξω.
-Στο The Corridor το πένθος δεν αφορά μόνο την απώλεια ενός ανθρώπου, αλλά και την απώλεια της νεότητας, της ασφάλειας, της ελευθερίας και της αίσθησης του «ανήκειν». Ποια από αυτές θεωρείτε ότι καθορίζει πιο έντονα τον σύγχρονο άνθρωπο σήμερα;
Νομίζω πως όλες αυτές οι απώλειες συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται. Ωστόσο, η απώλεια ενός ανθρώπου είναι ίσως εκείνη που μας φέρνει πιο βίαια αντιμέτωπους με τη μόνη βεβαιότητα της ζωής: ότι κάποια στιγμή όλοι θα φύγουμε. Μας υπενθυμίζει πόσο σύντομο και εύθραυστο είναι το πέρασμά μας από τον κόσμο και, ίσως, μας καλεί να ζήσουμε με μεγαλύτερη επίγνωση και αλήθεια. Το πένθος, όμως, είναι μια βαθιά προσωπική εμπειρία. Δεν υπάρχουν σωστοί ή λάθος τρόποι να το βιώσει κανείς. Ο καθένας διασχίζει αυτό το ταξίδι με τον δικό του ρυθμό, τη δική του σιωπή, τις δικές του αντοχές. Και πιστεύω πως αυτό είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα: η ελευθερία να πενθείς, να αγαπάς και να υπάρξεις όπως εσύ επιλέγεις.
Γι’ αυτό, αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία έννοια που καθορίζει τον σύγχρονο άνθρωπο, θα έλεγα πως είναι η ελευθερία. Όχι ως ένα αφηρημένο ιδανικό, αλλά ως μια καθημερινή, υπαρξιακή ανάγκη. Δυστυχώς, ζούμε σε μια εποχή όπου η ελευθερία εξακολουθεί να πλήττεται. Άνθρωποι διώκονται, βασανίζονται ή ακόμη και δολοφονούνται για τις επιλογές τους, για την ταυτότητά τους, για τις πεποιθήσεις τους ή απλώς επειδή διεκδικούν το δικαίωμα να είναι ο εαυτός τους. Βρισκόμαστε στο 2026 και, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούμε να παλεύουμε για τα αυτονόητα. Πιστεύω ότι χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική αίσθηση του «ανήκειν». Οι πιο ευαίσθητοι, οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι θα συνεχίσουν να ζουν κρυμμένοι, να φοβούνται, να λένε ψέματα για να επιβιώσουν, ενώ άλλοι θα επιβάλλουν τη δύναμη και την εξουσία τους, καλλιεργώντας έναν κόσμο φόβου και αποκλεισμού.
Για μένα, το αντίθετο του πένθους δεν είναι η λήθη· είναι η ελευθερία να ζήσεις τη ζωή σου με αξιοπρέπεια, χωρίς να χρειάζεται να απολογείσαι για την ύπαρξή σου. Ίσως τότε να μπορέσουμε πραγματικά να αισθανθούμε ότι ανήκουμε, πρώτα στον εαυτό μας και ύστερα στον κόσμο.
-Το σώμα βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο του έργου σας, όμως σήμερα καταναλώνεται διαρκώς μέσα από εικόνες και οθόνες. Πώς μπορεί ο χορός να το επαναφέρει ως κάτι ζωντανό, ευάλωτο και παρόν;
Αισθάνομαι πολύ τυχερός γιατί η κυριαρχία της τεχνολογίας, των εικόνων και των οθονών δεν κατάφερε ποτέ να με παρασύρει. Αυτός ο κόσμος δεν με συγκίνησε. Αντίθετα, μου δημιουργούσε πάντοτε μια αίσθηση άγχους και αποξένωσης. Είμαι ένας άνθρωπος και ένας καλλιτέχνης που αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από το άγγιγμα, τη χειρονομία, το βλέμμα, το χαμόγελο και την αναπνοή. Εκεί βρίσκεται η αλήθεια της ανθρώπινης εμπειρίας και δεν κατάφερα ποτέ να βρω έναν ουσιαστικό τρόπο να κατοικήσω τον ψηφιακό κόσμο ή να τον ενσωματώσω στη δουλειά μου.
Ο χορός, όπως και συνολικά οι παραστατικές τέχνες, ανήκουν στο σώμα. Καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εμπειρία ενός σώματος που βρίσκεται απέναντι σε ένα άλλο σώμα. Στον δικό μου χορευτικό κόσμο οι ερμηνευτές πρέπει να φέρουν σάρκα και αίμα. Είναι ζωντανοί οργανισμοί που δονούνται, κινούνται, αισθάνονται, πονάνε, γελάνε και αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες. Αυτή η έκθεση της ανθρώπινης αλήθειας είναι, για μένα, η μεγαλύτερη μορφή ευαλωτότητας που μπορεί να υπάρξει πάνω στη σκηνή.
Η αλήθεια του κάθε ερμηνευτή υπάρχει μόνο στο «εδώ» και στο «τώρα», εκεί όπου τίποτα δεν είναι απολύτως δεδομένο και όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή. Αντίθετα, η αναπαραγωγή του χορού –όπως και κάθε παραστατικής τέχνης– μέσα από μια οθόνη μοιάζει, για μένα, με μια εμπειρία σχεδόν απονεκρωμένη. Όλα έχουν ήδη συμβεί, όλα είναι καταγεγραμμένα, προαποφασισμένα και ασφαλή. Η αβεβαιότητα, ο κίνδυνος και η συγκίνηση της ζωντανής συνάντησης έχουν χαθεί. Αυτό βέβαια δεν ισχύει για τα έργα που δημιουργούνται ειδικά για την οθόνη (video dance).
Ο χορός είναι μια τέχνη που θεμελιώνεται στην αίσθηση και στον χρόνο. Και ακριβώς επειδή στερείται τον λόγο, ανοίγει έναν διαφορετικό διάλογο με τον θεατή. Ο καθένας προσλαμβάνει, ερμηνεύει και ολοκληρώνει αυτό που βλέπει μέσα από τη δική του εμπειρία. Έτσι γεννιέται μια μοναδική γλώσσα, διαφορετική για τον καθένα.
Κάθε παράσταση είναι ένα ανεπανάληπτο παρόν. Γεννιέται τη στιγμή που εκτελείται και χάνεται τη στιγμή που ολοκληρώνεται. Ίσως αυτό να είναι και η μεγαλύτερη δύναμη του χορού: η εφήμερη φύση του. Γιατί, όσο κι αν η στιγμή χάνεται, η αίσθηση που αφήνει πίσω της μπορεί να παραμείνει μέσα μας για πάντα.
-Γεννηθήκατε στην Αμμόχωστο και κουβαλάτε τη μνήμη της εισβολής και του ξεριζωμού, ενώ έχετε αναφέρει ότι το έργο συνομιλεί και με όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γάζα. Όταν αυτές οι δύο εμπειρίες συναντιούνται, ποιο κοινό υπαρξιακό ή ιστορικό νήμα αναδύεται;
Η εισβολή στην Κύπρο δεν είναι για μένα μια ιστορία που μου αφηγήθηκαν οι γονείς μου ούτε ένα κεφάλαιο που διάβασα στα βιβλία της Ιστορίας. Την έζησα. Ήμουν μόλις τεσσάρων ετών και ποτέ δεν φανταζόμουν ότι οι θολές αναμνήσεις ενός μικρού παιδιού θα μπορούσαν να παραμείνουν τόσο ζωντανές και να καθορίσουν τόσο βαθιά τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη που θα γινόμουν.
Στα πρώτα μου βήματα ως χορογράφος δεν αποφάσισα ποτέ συνειδητά να μιλήσω για την εισβολή. Κι όμως, χωρίς να το αντιληφθώ, οι μνήμες άρχισαν να εισρέουν στη δημιουργική διαδικασία. Οι άνθρωποι που κρατούσαν φωτογραφίες αναζητώντας τους αγνοούμενους αγαπημένους τους. Τα θλιμμένα πρόσωπα. Τα κουρασμένα χέρια που χτυπούσαν το στήθος από απόγνωση. Οι μακρινοί ήχοι των ραδιοφώνων μέσα στα αντίσκηνα, τα τραγούδια που ακούγονταν μέσα στη σιωπή, ο εκκωφαντικός θόρυβος των μαχητικών αεροπλάνων, οι βομβαρδισμοί, η μυρωδιά του χώματος και της αποπνικτικής σκόνης, το βουβό κλάμα των μεγάλων τα βράδια, όταν εμείς, τα παιδιά, προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε. Όλα αυτά δημιούργησαν μέσα μου ένα εσωτερικό τοπίο που, αθόρυβα, πέρασε στα έργα μου. Τότε κατάλαβα ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το παρελθόν μας. Και ίσως αυτό να είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός ενός καλλιτέχνη. Δεν χρειάζεται να πολεμήσεις το τραύμα σου· χρειάζεται να το αποδεχθείς και να δημιουργήσεις μαζί του. Να αποδεχθώ το τραύμα της εισβολής, τους ήχους και την ενέργεια της ανατολικής Μεσογείου, τη σωματικότητα που διαμόρφωσε αυτός ο τόπος, το φως, τη ζέστη, την αλμύρα της θάλασσας, τον λίβα του καλοκαιριού. Όλα αυτά είναι εγγεγραμμένα στο σώμα μου.
Δεν πιστεύω ότι η τέχνη είναι ποτέ αποκομμένη από τον τόπο της γιατί ένας καλλιτέχνης κουβαλά τη γεωγραφία, το κλίμα, την ιστορία και τις πληγές του τόπου του. Δεν θα μπορούσε ποτέ η δική μου δουλειά να μοιάζει με εκείνη ενός δημιουργού που μεγάλωσε σε μια εντελώς διαφορετική ιστορική και πολιτισμική συνθήκη. Ίσως τελικά και τα έργα τέχνης να έχουν τη δική τους «χώρα προέλευσης».
Ξεκινώντας την έρευνα για το The Corridor, ανασύραμε αρχικά προσωπικές μνήμες γύρω από τον πόλεμο, την απώλεια και τον ξεριζωμό. Πολύ σύντομα, όμως, και σχεδόν ακούσια, η διαδρομή μάς οδήγησε από την Κύπρο στη Γάζα. Όταν αντιληφθήκαμε αυτή τη μετατόπιση, το έργο άλλαξε. Έπαψε να αφορά μόνο το παρελθόν και έγινε μια βαθιά προσωπική υπόθεση για όλους μας. Ξαφνικά, μιλούσαμε για μια πραγματικότητα που εκτυλισσόταν μόλις λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την αίθουσα των προβών μας. Τα βράδια βλέπαμε στον ουρανό τις λάμψεις από τους πυραύλους και στις ειδήσεις τα πρόσωπα των παιδιών της Γάζας. Κοιτάζοντάς τα, δεν έβλεπα πια μόνο εκείνα· αναγνώριζα και το παιδί που υπήρξα κάποτε. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η βαθύτερη αποστολή της τέχνης: να μετατρέπει την προσωπική μνήμη σε συλλογική εμπειρία, ώστε ο πόνος του ενός να μπορεί να αναγνωριστεί από τον άλλον.
-Ζήσατε την άνθηση του ελληνικού σύγχρονου χορού τη δεκαετία του ’90, συμμετείχατε στις τελετές των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ιδρύσατε τη δική σας ομάδα και συνεργαστήκατε με τους κορυφαίους δημιουργούς εκείνης της περιόδου. Πώς αποτιμάτε σήμερα εκείνη την εποχή και τι έχει αλλάξει ριζικά στον τρόπο που παράγεται χορός στην Ελλάδα;
Νιώθω πραγματικά ευγνώμων που έζησα εκείνη την περίοδο από μέσα. Η δεκαετία του ’90 υπήρξε μια εποχή μεγάλης δημιουργικής έκρηξης για τον σύγχρονο χορό στην Ελλάδα. Υπήρχε η αίσθηση ότι όλα ήταν δυνατά. Νέες ομάδες, νέες αισθητικές προτάσεις εμφανίζονταν, υπήρχε χρόνος για έρευνα, τόλμη και ουσιαστικό διάλογο. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με σπουδαίους δημιουργούς, να μαθητεύσω δίπλα τους και να διαμορφωθώ μέσα σε ένα περιβάλλον που πίστευε βαθιά στην αξία της καλλιτεχνικής αναζήτησης.
Για εμένα, αυτό που θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου δεν είναι μόνο οι παραστάσεις ή οι μεγάλες στιγμές, αλλά η αίσθηση της ομάδας. Μιας ομάδας που λειτουργούσε σχεδόν σαν οικογένεια. Άνθρωποι με κοινό όραμα, με απόλυτη αφοσίωση και συγκέντρωση, που δεν αντιμετώπιζαν την τέχνη ως επάγγελμα αλλά ως τρόπο ζωής. Η ζωή και η δημιουργία δεν διαχωρίζονταν· ήμασταν πραγματικά μέρος ο ένας της ζωής του άλλου. Υπήρχε μια βαθιά εμπιστοσύνη και μια ανιδιοτελής στήριξη που σου έδινε την ελευθερία να τολμήσεις, να αποτύχεις, να ονειρευτείς και τελικά να δημιουργήσεις. Δεν υπήρχε ο φόβος της σύγκρισης ούτε η αγωνία της προσωπικής προβολής. Υπήρχε η αίσθηση ότι όλοι υπηρετούσαμε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μας.
Ίσως γι’ αυτό πιστεύω ότι ο χορός εκείνης της εποχής φτιαχνόταν σχεδόν χειροποίητα. Με αμέτρητες ώρες στις αίθουσες δοκιμών, με σχέσεις εμπιστοσύνης που χτίζονταν στον χρόνο, με πάθος, υπομονή και συλλογικότητα. Και αυτή η ποιότητα, αυτή η αίσθηση κοινότητας, είναι ίσως εκείνο που μου λείπει περισσότερο σήμερα.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 αποτέλεσαν μια κορυφαία στιγμή για όλους μας. Ήταν μια περίοδος αισιοδοξίας και εξωστρέφειας, που όμως, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν είχε τις δομές για να διατηρηθεί. Σήμερα το τοπίο είναι πολύ διαφορετικό. Οι νέοι χορογράφοι διαθέτουν περισσότερα εργαλεία, περισσότερες διεθνείς αναφορές και πολύ μεγαλύτερη ευκολία να επικοινωνούν και να συνεργάζονται με τον υπόλοιπο κόσμο. Από αυτή την άποψη, η εποχή τους είναι συναρπαστική. Ταυτόχρονα, όμως, αισθάνομαι ότι ο χρόνος της δημιουργίας έχει συρρικνωθεί δραματικά. Όλα παράγονται με μεγαλύτερη ταχύτητα. Οι καλλιτέχνες καλούνται να δημιουργούν συνεχώς, να ταξιδεύουν, να διεκδικούν χρηματοδοτήσεις, να διαχειρίζονται την εικόνα τους, να είναι παρόντες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Συχνά νιώθω ότι η παραγωγή έχει αρχίσει να υπερισχύει της δημιουργίας. Η δημιουργία όμως δεν προϋποθέτει ταχύτητα ή τη διαδοχή των παραγωγών, η τέχνη χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται σιωπή, αμφιβολία, αποτυχία, αναμονή. Χρειάζεται να μπορείς να περάσεις εβδομάδες μέσα σε μια αίθουσα δοκιμών χωρίς να γνωρίζεις αν αυτό που αναζητάς θα βρεθεί ποτέ. Φοβάμαι ότι σήμερα αυτή η πολυτέλεια γίνεται ολοένα και πιο σπάνια. Παρ’ όλα αυτά, παραμένω αισιόδοξος. Κάθε φορά που συνεργάζομαι με νεότερους χορευτές και δημιουργούς, βλέπω ανθρώπους με ευαισθησία, τόλμη και βαθιά ανάγκη να εκφραστούν. Και αυτό μου θυμίζει πως, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, η ουσία του χορού δεν αλλάζει. Θα συνεχίσει πάντα να γεννιέται από ένα σώμα που συναντά ένα άλλο σώμα, από την ανάγκη του ανθρώπου να αφηγηθεί την ιστορία του χωρίς λόγια.
-Έχετε δηλώσει ότι δεν θέλετε να γίνετε αυτό που επιβάλλει η τάση. Πόσο εφικτή είναι σήμερα αυτή η στάση, όταν οι τάσεις καθορίζουν φεστιβάλ, χρηματοδοτήσεις και διεθνή ορατότητα;
Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης οφείλει, πάνω απ’ όλα, να είναι αδιαπραγμάτευτα αυτό που δηλώνει και πρεσβεύει. Νωρίτερα μίλησα για την ελευθερία και για την ουσιαστική αίσθηση του «ανήκειν». Για μένα, αυτό σημαίνει να επιλέγεις συνειδητά την κοινότητα, την «αγέλη», που εκφράζει τις αξίες και τα πιστεύω σου, ακόμη κι αν αυτή η επιλογή σε τοποθετεί εκτός των κυρίαρχων τάσεων.
Γνωρίζω πολύ καλά ότι αυτή η στάση μπορεί να σημαίνει πως δεν θα είσαι πάντα η προφανής επιλογή για κάποια φεστιβάλ, χρηματοδοτήσεις ή για μια συγκεκριμένη μορφή διεθνούς ορατότητας. Αυτό είναι ένα πραγματικό κόστος και δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Για πολλούς δημιουργούς η διεθνής αναγνώριση αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της πορείας τους, και είναι απολύτως θεμιτό. Για μένα, όμως, μεγαλύτερη αξία είχε πάντοτε η ελευθερία να συνεχίσω την καλλιτεχνική μου έρευνα χωρίς να καθοδηγούμαι από αισθητικές μόδες ή προκαθορισμένες τάσεις. Ευτυχώς, ούτε ο χαρακτήρας ούτε οι φιλοδοξίες μου με οδήγησαν ποτέ να αλλάξω την κατεύθυνση της δουλειάς μου μόνο και μόνο για να γίνω πιο επίκαιρος ή περισσότερο ορατός.
Επέλεξα να παραμείνω πιστός στις αισθητικές και κινησιολογικές γραμμές που μπορώ να αναγνωρίσω ως δημιουργός, αλλά και ως θεατής. Όχι από συντηρητισμό, αλλά από ουσιαστική καλλιτεχνική ανάγκη και ειλικρίνεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι αρνούμαι το καινούργιο. Αντίθετα, προσπαθώ να διατηρώ πάντα ανοιχτό το πεδίο για καθετί νέο που μπορεί να εισβάλει οργανικά στο σύμπαν που δημιουργούμε.
Άλλωστε, ανήκω σε μια παλαιότερη γενιά χορογράφων. Κουβαλώ συγκεκριμένες επιρροές, μια συγκεκριμένη σωματική μνήμη και έναν τρόπο σκέψης που διαμορφώθηκε σε μια άλλη εποχή. Αυτό που με ενδιαφέρει σήμερα δεν είναι να ανταγωνιστώ τους νεότερους ούτε να τους μιμηθώ, αλλά να τους συναντήσω. Να αφήσω τον δικό μου κόσμο να συνομιλήσει με τον δικό τους. Πιστεύω βαθιά ότι μέσα από αυτή τη συνάντηση δεν επικρατεί ούτε το παλιό ούτε το νέο· γεννιέται ένα τρίτο τοπίο, ένας καινούργιος χώρος συνύπαρξης, που ανήκει και στους δύο αλλά ταυτόχρονα ξεπερνά και τους δύο. Εκεί είναι που εξακολουθώ να αναζητώ τον χορό.
-Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σας σχέδια μετά το The Corridor;
Αυτή η περίοδος είναι από τις πιο δημιουργικές και απαιτητικές που έχω ζήσει τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα με την προετοιμασία του The Corridor, συνεργάζομαι ως χορογράφος και κινησιολόγος με τον Θωμά Μοσχόπουλο στην παράσταση Ίων, μια παραγωγή του ΘΟΚ που θα παρουσιαστεί στις 28 και 29 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Ταυτόχρονα, χαίρομαι ιδιαίτερα που το The Corridor θα συνεχίσει το ταξίδι του και μετά την παρουσίαση του στη Πειραιώς 260, με επόμενο σταθμό το Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας στις 4 Οκτωβρίου. Πιστεύω ότι κάθε νέα παρουσίαση ενός έργου είναι μια νέα συνάντηση με το κοινό και μια ευκαιρία να ανακαλύψει κανείς ξανά το ίδιο το έργο.
Παράλληλα, ετοιμάζομαι να δοκιμαστώ για δεύτερη φορά σε έναν νέο ρόλο, αυτόν του σκηνοθέτη. Μετά την πρώτη μου σκηνοθετική εμπειρία με το έργο Χίλια Χέρια της Στέλλας Βοσκαρίδου, για την Πειραματική Σκηνή του ΘΟΚ, μου έγινε η ιδιαίτερα τιμητική πρόταση να αναλάβω τη σκηνοθεσία της νέας παραγωγής της Παιδικής Σκηνής του ΘΟΚ. Έτσι, αμέσως μετά, θα ξεκινήσω πρόβες για την Κοκκινοσκουφίτσα, που θα κάνει πρεμιέρα στα μέσα Οκτωβρίου. Είναι μια πρόκληση εντελώς διαφορετική από όσα έχω κάνει μέχρι σήμερα, αλλά ακριβώς γι’ αυτό με γοητεύει. Σε κάθε καινούργιο έργο προσπαθώ να παραμένω μαθητής, να δοκιμάζομαι, να αμφισβητώ όσα γνωρίζω και να αφήνω τον εαυτό μου να ανακαλύπτει νέους τρόπους αφήγησης. Ίσως αυτή η ανάγκη για διαρκή αναζήτηση να είναι τελικά η δύναμη που εξακολουθεί να με οδηγεί στη δημιουργία.
Δείτε περισσότερα για την παράσταση:
The Corridor – Μια χοροθεατρική παράσταση του Φώτη Νικολάου στην Πειραιώς 260