“Basquiat × Warhol. Painting four hands”: Το έργο των Ζαν Μισέλ Μπασκιά και Άντι Γουόρχολ στο Ίδρυμα Louis Vuitton

Το Ίδρυμα Louis Vuitton παρουσιάζει μια μοναδική έκθεση για το κοινό έργο των Ζαν Μισέλ Μπασκιά (Jean Michel Basquiat) και Άντι Γουόρχολ (Andy Warhol).

Η έκθεση “Basquiat × Warhol. Painting four hands” παρουσιάζεται στο Ίδρυμα Louis Vuitton μέχρι τις 28 Αυγούστου του 2023.

Η συγκεκριμένη δεν είναι η πρώτη έκθεση που αφιερώνει το Ίδρυμα στον Ζαν Μισέλ Μπασκιά, καθώς το 2018 είχε πραγματοποιηθεί η έκθεση “Jean-Michel Basquiat”. Το Ίδρυμα συνεχίζει τη μελέτη του έργου του, αυτή τη φορά επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στη συνεργασία του με τον Άντι Γουόρχολ, παρουσιάζοντας μνημειώδη έργα, όπως το “Ten Punching Bags (Last Supper)” και το 8 μέτρων “African Mask”.

Η έκθεση “Basquiat × Warhol. Painting four hands” είναι η πιο σημαντική έκθεση που έχει πραγματοποιηθεί για τη δουλειά των Μπασκιά και Γουόρχολ και συγκεντρώνει περισσότερα από τριακόσια έργα και αρχεία, μαζί με ογδόντα καμβάδες, υπογεγραμμένους και από τους δύο καλλιτέχνες. Μαζί δημιούργησαν περί τους 160 πίνακες, αλλά και ορισμένα από τα μεγαλύτερα έργα που παρήγαγαν ο καθένας στην καριέρα του.

Στην έκθεση συμπεριλαμβάνονται και έργα άλλων σημαντικών καλλιτεχνών, όπως οι Jenny Holzer, Michaeil Halsband, Futura 2000 κ.ά., κάτι που αναδεικνύει την ενέργεια της καλλιτεχνικής σκηνής του κέντρου της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του 1980.

Ο Μπασκιά θαύμαζε τον Γουόρχολ ως μεγαλύτερό του ηλικιακά, αλλά και ως πρωτοπόρο εισηγητή μιας καινούριας γλώσσας και ρηξικέλευθης σχέσης με την ποπ κουλτούρα. Σε ό,τι αφορά τον Γουόρχολ, ο Μπασκιά λειτούργησε για εκείνον καταλυτικά στο να αποκτήσει ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και στο να αρχίσει ξανά να ζωγραφίζει σε μεγάλη κλίμακα.

Η έκθεση ανοίγει με μια σειρά από πορτρέτα του Μπασκιά, δια χειρός Γουόρχολ και το αντίστροφο, ενώ συνεχίζει με τις πρώιμες συνεργασίες τους. 15 έργα έγιναν σε συνεργασία με τον Ιταλό καλλιτέχνη Φραντσέσκο Κλεμέντε (γεν. 1952) και ύστερα από την ολοκλήρωση αυτών των πινάκων, οι Μπασκιά και Γουόρχολ άρχισαν να συνεργάζονται ενθουσιωδώς σε καθημερινή βάση.

Όπως έχει αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μπασκιά: «Ο Άντι θα ξεκινούσε έναν (πίνακα) και θα έβαζε κάτι πολύ αναγνωρίσιμο επάνω του, ή ένα λογότυπο προϊόντος, και εγώ θα το κατέστρεφα κάπως. Τότε θα προσπαθούσα να τον κάνω να δουλέψει επάνω του λίγο ακόμη…»

Με τη σειρά του, ο Γούρχολ έχει υπογραμμίσει: «Το ζωγράφιζα πρώτα και ύστερα το χρωμάτιζα όπως ο Ζαν Μισέλ. Νομίζω πως αυτοί οι πίνακες που κάνουμε μαζί είναι καλύτεροι όταν δεν μπορείς να καταλάβεις ποιος έκανε ποια κομμάτια».

Αυτός ο τρόπος με τον οποίο συνδιαλέγονταν οι δύο καλλιτέχνες –ο διάλογος ανάμεσα σε φόρμες και στυλ– αποτελεί και την κινητήριο δύναμη της έκθεσης.

Άντι Γουόρχολ

O Άντι Γουόρχολ (6 Αυγούστου 1928 — 22 Φεβρουαρίου 1987) ήταν Αμερικανός πολυσχιδής καλλιτέχνης, ζωγράφος, γλύπτης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και συλλέκτης, πρωτοπόρος του κινήματος της ποπ αρτ.

Γεννήθηκε στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνια και την περίοδο 1945-9 σπούδασε στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Κάρνεγκι. Eγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε αρχικά σαν σχεδιαστής παπουτσιών και στη συνέχεια σε περιοδικά σαν εικονογράφος.

Το 1952 έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στη γκαλερί Hugo, με δεκαπέντε σχέδια βασισμένα στα γραπτά του Τρούμαν Καπότε. Παρουσίασε το 1956 μια έκθεση στην γκαλερί Bodley με τίτλο “Studies for a Boy Book” που περιελάμβανε σχέδια από πορτρέτα νεαρών ανδρών και ερωτικές απεικονίσεις ανδρικών γυμνών.

Έστρεψε την προσοχή του στο κίνημα της Ποπ Αρτ και το 1961 δημιούργησε τους πρώτους πίνακες του, οι οποίοι βασίστηκαν σε κόμικς και διαφημίσεις. Ένα χρόνο αργότερα δημιούργησε το έργο “Green Coca-Cola Bottles” που θεωρείται ως ένα από τα σημαντικά του και αντιπροσωπευτικό του κινήματος.

Ξεκίνησε το 1962 μια μεγάλη σειρά πορτρέτων διασημοτήτων, με τους Μέριλιν Μονρόε, Έλβις Πρίσλεϊ, Μάρλον Μπράντο και Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Την ίδια χρονιά έφτιαξε τη σειρά “Campbell’s Soup Cans” και την παρουσίασε στην πρώτη του ατομική έκθεση Ποπ Αρτ στη γκαλερί Ferus στο Λος Άντζελες.

Το 1963 ξεκίνησε τη σειρά ζωγραφικής “Death and Disaster” που χρησιμοποίησε ως αρχικό υλικό εικόνες από περιοδικά και εφημερίδες, καθώς και φωτογραφίες αυτοκτονιών και ατυχημάτων. Την ίδια χρονιά άρχισε να κατασκευάζει γλυπτά κουτιών και δημιούργησε εκατοντάδες αντίγραφα μεγάλων κουτιών προϊόντων σούπερ μάρκετ, συμπεριλαμβανομένων των Brillo Boxes, Heinz Boxes, Del Monte Boxes κ.ά. Τα Brillo Boxes εκτέθηκαν για πρώτη φορά το 1964 στη γκαλερί Stable στη Νέα Υόρκη.

Παρήγαγε μια σειρά ταινιών, ξεκινώντας με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία “Sleep” (1963) και συνέχισε με το πρωτοποριακό σιωπηλό φιλμ “Empire” (1964) και την πιο εμπορικά επιτυχημένη ταινία του “The Chelsea Girls” (1966).

Το 1964, μετέφερε το στούντιο του σε μια μεγάλη σοφίτα στην 231 East 47th Street στο κέντρο του Μανχάταν που έγινε γνωστό ως Factory. Ήταν ένας δημιουργικός κόμβος που έγινε στέκι για καλλιτέχνες, μουσικούς και συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένων των Λου Ριντ, Μπομπ Ντίλαν, Τρούμαν Καπότε, Ντέιβιντ Μπόουι κ.ά.

Επεκτάθηκε στην τέχνη του θεάματος το 1966 και δημιούργησε την παράσταση πολυμέσων “Exploding Plastic Inevitable”, με τους The Velvet Underground και την Nico. Ήταν ο παραγωγός στο άλμπουμ “The Velvet Underground & Nico” και σχεδίασε το εξώφυλλο του με την θρυλική “μπανάνα”.

Στις 3 Ιουνίου 1968, η Βαλερί Σολάνας, συγγραφέας που είχε εμφανιστεί σε ταινίες του, μπήκε στο στούντιο και τον πυροβόλησε. Ο Γουόρχολ σημαδεύτηκε σωματικά και συναισθηματικά από τους σχεδόν θανατηφόρους πυροβολισμούς.

Το 1969, συν ίδρυσε το Interview, ένα περιοδικό αφιερωμένο στις ταινίες, τη μόδα και τη λαϊκή κουλτούρα. Την περίοδο 1972-1973 δημιούργησε μια σειρά 119 πορτρέτων του Μάο Τσετούνγκ.

Ήταν τακτικός θαμώνας στο Studio 54, τη ντίσκο της Νέας Υόρκης, μαζί με διασημότητες όπως οι Γούντι Άλεν, Σαλβαδόρ Νταλί, Τζακ Νίκολσον, Σερ, Φρέντι Μέρκιουρι, Γκρέις Τζόουνς, Φέι Ντάναγουεϊ, Φρανκ Σινάτρα, Λάιζα Μινέλι, Αλ Πατσίνο, Τίνα Τέρνερ, Μπιάνκα Τζάγκερ κ.ά.

Την δεκαετία του 1980 συνεργάστηκε με νέους καλλιτέχνες όπως οι Ζαν Μισέλ Μπασκιά, Φραντσέσκο Κλεμέντε και Κιθ Χάρινγκ.

Σχεδίασε πολλά εξώφυλλα άλμπουμ για διάφορους καλλιτέχνες όπως το εξώφυλλο για τα άλμπουμ των Rolling Stones “Sticky Fingers” (1971) και “Love You Live” (1977), και τα άλμπουμ του Τζον Κέιλ “The Academy in Peril” (1972) και “Honi Soit”(1981). Το πορτρέτο του Τζον Λένον χρησιμοποιήθηκε για εξώφυλλο στο άλμπουμ “Menlove Ave”(1986). Ένα από τα τελευταία του έργα ήταν ένα πορτρέτο της Αρίθα Φράνκλιν για το εξώφυλλο του άλμπουμ της “Aretha”(1986).

Ο Γουόρχολ έκανε περίπου 600 ταινίες και σχεδόν 2500 βίντεο. Μεταξύ αυτών είναι και οι 500 ταινίες των 4 λεπτών, οι οποίες εμφανίζουν απεριόριστα πορτρέτα φίλων, συνεργατών και επισκεπτών στο Factory.

Το 1984 ο συλλέκτης και γκαλερίστας Αλέξανδρος Ιόλας του ανέθεσε να δημιουργήσει ένα έργο βασισμένο στο “Ο Τελευταίος Δείπνος” του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Αυτή η ανάθεση είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία εκατό περίπου παραλλαγών του έργου. Η έκθεση έγινε τον Ιανουάριο του 1987 και ήταν η τελευταία, τόσο για τον καλλιτέχνη όσο και για τον γκαλερίστα.

Ζαν Μισέλ Μπασκιά

O Ζαν Μισέλ Μπασκιά γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης στις 22 Δεκεμβρίου 1960 και απεβίωσε στις 12 Αυγούστου του 1988. Έδειξε ενδιαφέρον στις τέχνες από μικρή ηλικία και υπήρξε αυτοδίδακτος. Το 1977 παράτησε το λύκειο, ένα χρόνο πριν αποφοιτήσει, και άρχισε να πουλάει ρούχα και καρτ ποστάλ με τις δουλειές του στις γειτονιές της Νέας Υόρκης. Ασχολήθηκε με το γκράφιτι, με το οποίο γνώρισε και την πρώτη του επιτυχία, με το ψευδώνυμο “SAMO”. Το 1980 συμμετείχε σε μια ομαδική έκθεση. Η άνοδός του συνέπεσε με την εμφάνιση ενός νέου κινήματος τέχνης, του Νεο-Εξπρεσιονισμού. Στα μέσα του 1980 συνεργάστηκε με τον Άντι Γουόρχολ, σε μια κοινή έκθεση. Κατά μόνας έκανε μια σειρά έκθεσεων στις ΗΠΑ και όχι μόνο. Το 1986, στα εικοσιπέντε του, 60 πίνακές του εκτέθηκαν στο Μουσείο Κέστνερ, στο Αννόβερο της Γερμανίας (υπήρξε ο νεότερος σε ηλικία καλλιτέχνης που παρουσίασε εκεί τα έργα του). Το 1988 έφυγε για την Αϊτή σε μια προσπάθεια να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά. Επέστρεψε λίγους μήνες μετά στη Νέα Υόρκη, όπου και κατέληξε.

Το ενδιαφέρον για τον καλλιτέχνη και το έργο του αναζωπυρώθηκε το 2017, όταν ένας Ιάπωνας συλλέκτης αγόρασε τον πίνακα “Untitled” (“Άτιτλο”), του 1982 για 110.5 εκατομμύρια δολάρια σε μια δημοπρασία. Η αγοραπωλησία αυτή έσπασε ρεκόρ πιο ακριβοπληρωμένου πίνακα προερχόμενο από Αμερικάνο καλλιτέχνη, και έργου φιλοτεχνημένου μετά το ‘80.

Πηγές: fondationlouisvuitton.fr | biography.com

Κεντρική φωτογραφία θέματος: Jean-Michel Basquiat et Andy Warhol, 6,99, 1984 © Estate of Jean-Michel Basquiat Licensed by Artestar, New York © The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Inc. / ADAGP, Paris 2022. Λεπτομέρεια του έργου.

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ