Τσέζαρις Γκραουζίνις: Η τέχνη πρέπει να μαρτυρά την υπερβατική πλευρά της ζωής

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει στην Πειραματική Σκηνή της Μονής Λαζαριστών το έργο «Déjà vu», σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις….

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει στην Πειραματική Σκηνή της Μονής Λαζαριστών το έργο «Déjà vu», σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις. Πρόκειται για μια κωμική

ιστορία, εμπνευσμένη από μοτίβα έργων του Φραντς Κάφκα. Ο γνωστός στην Ελλάδα Λιθουανός σκηνοθέτης, μιλά στο Culturenow.gr για την παράσταση, τη σκηνοθεσία του αλλά και τον Κάφκα. Καταθέτει μέσα από τα λόγια του, προβληματισμούς για τις έννοιες τέχνη – πολιτισμός – εμπορευματοποίηση και υποστηρίζει πως όσο σκοτεινό και αν μοιάζει το παρόν, εκείνος διαβλέπει το συναρπαστικό και ευτυχισμένο μέλλον μέσα από τα μάτια του μικρού του γιου…

Συνέντευξη: Μαριάννα Παπάκη

CultureNow.gr: “Déjà vu” ονομάζεται το νέο έργο που σκηνοθετείτε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Μιλήστε μας λίγο για την ιδέα αυτής της παράστασης και ποια έργα του Κάφκα «χρησιμοποιήσατε» για την πραγματοποίησή της;

Τσέζαρις Γκραουζίνις: Έξι χαρακτήρες ξυπνούν πάνω στη σκηνή του θεάτρου. Δεν έχουν ιδέα για το πού είναι και ούτε για το πώς κατέληξαν εκεί. Βλέπουν τους θεατές που τους παρακολουθούν και περιμένουν, όπως είναι προφανές, να ξεκινήσει κάποια παράσταση. Αυτή ήταν η βασική ιδέα για αυτή την παράσταση. Αυτή την ιδέα την επεξεργαζόμουν στο μυαλό μου για αρκετό καιρό, χωρίς να έχω μια αίσθηση για το πώς θα μπορούσα να την εντάξω στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης θεατρικής ιστορίας. Έτσι, θυμήθηκα κάποια έργα του Franz Kafka. Τα έργα του με βοήθησαν να αναπτύξω την αρχική μου ιδέα.

Γράφοντας το έργο Déjà vu, «χρησιμοποίησα» το τελευταίο κεφάλαιο από το έργο του Κάφκα «America» και  το διήγημά του «Fratricide» («Αδελφοκτονία»). Αλλά δεν ήταν μέσα στις επιθυμίες μου να μεταφράσω ή να αποδώσω τον Κάφκα. Περισσότερο συγκεντρώθηκα στο να δημιουργήσω κάποιο είδος ενός δικού μου μικρού σκηνικού σύμπαντος.

Cul.N.: “Déjà vu”: Μπορείτε να μας εξηγήσετε τον τίτλο της παράστασης;

Τσ.Γκρ.: Déjà vu είναι η αίσθηση που έχει κάποιος πως έχει ήδη δει ή βιώσει στο παρελθόν μια τρέχουσα κατάσταση, ακόμα και αν οι συγκεκριμένες συνθήκες της προηγούμενης εμπειρίας του ίδιου γεγονότος δεν είναι εξακριβωμένες ή τις έχει φανταστεί. Η εμπειρία του déjà vu συνήθως συνοδεύεται από μία συγκλονιστική αίσθηση οικειότητας και επίσης μια αίσθηση «υπερφυσικού», «παράξενου», «απόκοσμου».

Η παράσταση είναι στην πραγματικότητα ένα είδος φόρου τιμής στο ίδιο το θέατρο και σε όλους τους ηθοποιούς – και σε όσους ζουν και σε όσους έχουν φύγει από τη ζωή. Με μια αίσθηση του χιούμορ, μπορώ να παραδεχτώ πως το φαινόμενο του déjà vu είναι πολύ χαρακτηριστικό για τις ζωές των ανθρώπων που είναι ή ήταν αφιερωμένες στο θέατρο.

Cul.N.: Ποιος είναι ο Κάφκα για εσάς και γιατί πολλοί σκηνοθέτες προτιμούν τον «μη – θεατρικό» Κάφκα από κάποιον άλλο θεατρικό συγγραφέα; Είναι πρόκληση;

Τσ.Γκρ.: Για μένα ο Κάφκα δεν είναι μόνο ένας από τους καλύτερους συγγραφείς  αλλά και ένας από τους πιο εμπνευσμένους. Το να καταπιάνομαι με τα έργα του στο θέατρο, για μένα είναι περισσότερο ευχαρίστηση παρά πρόκληση επειδή βλέπω μεγάλο ποσοστό θεατρικότητας σε αυτόν τον παράξενο κόσμο που έχει δημιουργήσει.

Cul.N.: Είστε από τη Λιθουανία και έχετε μια στενή σχέση με την Ελλάδα ως σκηνοθέτης. Πότε ήταν η πρώτη φορά που ήρθατε στην Ελλάδα για να συνεργαστείτε με μια θεατρική ομάδα; Ποιος ήταν ο καλλιτέχνης που σας κάλεσε, ποια ήταν τα συναισθήματά σας όταν σας έγινε εκείνη η πρόταση και ποιες οι προσδοκίες σας;

Τσ.Γκρ.: Το 2004 ο Έλληνας σκηνοθέτης και παραγωγός, Δημήτρης Τάρλοου, επισκέφτηκε το Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου  «Sirenos» στη Βίλνα (Βίλνιους) στη Λιθουανία, όπου παρουσιάζονταν δύο από τις παραστάσεις μου. Του άρεσαν, συναντηθήκαμε και με προσκάλεσε να συνεργαστούμε στο θέατρό του στην Αθήνα. Έτσι λοιπόν, το 2006, παρουσιάσαμε στο θέατρο «Πορεία» την παράσταση «Δάφνις και Χλόη».

Δεν θυμάμαι αν είχα κάποιες ιδιαίτερες προσδοκίες ερχόμενος στην Ελλάδα – απλώς περιέργεια. Αλλά την πρώτη νύχτα που είχα φτάσει στην Αθήνα, στάθηκα στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου μου και φαινόταν το φως πάνω από τα βουνά γύρω από την Αττική. Μια λάμψη δραματικά όμορφη… μια σχεδόν υπερφυσικά σιωπηλή λάμψη! «Οι Θεοί του Ολύμπου με καλωσορίζουν. Είναι θετικοί» Ακόμα θυμάμαι αυτή την αστεία σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου εκείνη τη βραδιά.

Cul.N.: Πώς είναι οι θεατρικές συνθήκες στη χώρα σας; Αναγνωρίζετε ομοιότητες μεταξύ των δύο χωρών (Ελλάδας – Λιθουανίας) ως προς τη θεατρική κατάσταση αυτή την εποχή; (συγκριτικά με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες).

Τσ.Γκρ.: Αξιολύπητη και οικτρή εμπορευματοποίηση του θεάτρου όσο δεν πάει… όπως στην Ελλάδα παρεμπιπτόντως. Είναι μια προσωρινή κατάσταση, έτσι πιστεύω επειδή ακόμα και ο καταναλωτισμός έχει τα όριά του. Η χαρμόσυνη έκβαση έρχεται σύντομα, το νιώθω στον αέρα.

Cul.N.: Σας αρέσει να ταξιδεύετε με σκοπό να επισκεφτείτε Θεατρικά Φεστιβάλ και ποια είναι η γνώμη σας για την ευκαιρία που έχει το κοινό του θεάτρου σήμερα σε σχέση με την πρόσληψη επιρροών και ερεθισμάτων από το εξωτερικό; 

Τσ.Γκρ.: Τον τελευταίο καιρό δεν έχω αρκετό ελεύθερο χρόνο να επισκέπτομαι θεατρικά φεστιβάλ. Πάω μόνο όταν είμαι καλεσμένος να παρουσιάσω τις παραστάσεις μου. Σε όλη την Ευρώπη σε διαφορετικά φεστιβάλ κάποιος μπορεί να δει αρκετές φορές τις ίδιες δουλειές. Έτσι, αφήνω τον εαυτό μου να καταλήξει σε κάποια προσωπικά συμπεράσματα.

Το μη εμπορικό θέατρο παλεύει να αποδείξει τη σπουδαιότητά του. Ψάχνει μέσα στα κοινωνικά προβλήματα και καταδεικνύει τις προκλητικές πολιτικές θέσεις (παρόλα αυτά, οφείλω να σημειώσω εδώ, ότι δύσκολα έχω γνωρίσει ανθρώπους περισσότερο οπορτουνιστές από εκείνους που εκπροσωπούν το θεσμό του θεάτρου). Είναι επίσης πολύ δημοφιλές το να ψάχνει κανείς στους σωρούς των σκουπιδιών της ιστορίας σα να προσπαθεί να εμβολιάσει το δάχτυλό του με ένα κομμάτι σπασμένου γυαλιού. Με άλλα λόγια, το θέατρο γίνεται ένα είδος καταστήματος μεταχειρισμένων,  που πουλάει θέματα τα οποία έχουν ήδη εκμεταλλευτεί τα ΜΜΕ για πολύ καιρό.

Με όλο τον σεβασμό στις διαφορετικές απόψεις, πρέπει να παραδεχτώ ότι αυτό το είδος θεάτρου είναι το λιγότερο ενδιαφέρον για εμένα. Δεν έχω αμφιβολία παρόλα αυτά ότι το θέατρο πρέπει να παρουσιάζει ποικιλία: Πρέπει να είναι όλα και τίποτα, εκτός από βαρετό. Έχοντας αυτή τη σκέψη κατά νου, ψηφίζω το θέατρο που μιλά στην ψυχή του ανθρώπου αναζητώντας την ομορφιά. Και αν ίσως  κατηγορηθώ για τάση φυγής από την πραγματικότητα, θα είμαι ευχαριστημένος, καθώς η διαφυγή από τον κόσμο που ζούμε, μετατρέπεται όσο περνά ο καιρός σε μέγα προτέρημα.

Cul.N.: Θαυμάζετε κάποιον σύγχρονο σκηνοθέτη και για ποιους λόγους; Θυμάστε κάποια παράστασή του που σας εντυπωσίασε;

Τσ.Γκρ.: Είμαι πάντα περίεργος να δω τη νέα δουλειά ενός Λιθουανού σκηνοθέτη, του Eimuntas Nekrošius (Nekroshius). Δεν ανεβάζει απλώς τα έργα στη σκηνή- αλλά διατηρεί συνεχώς τον δικό του μοναδικό κόσμο στη σκηνή. Μ’ αρέσει ο κόσμος του. Κάποιες δουλειές των Tadashi Suzuki, Krystian Lupa και  Jan Lauwers επίσης μου έχουν αφήσει δυνατές εντυπώσεις. Τέλος σημαντικό ερέθισμα για μένα ήταν οι δουλειές αλλά και κάποιες από τις θέσεις του Tadeusz Kantor (ο οποίος πέθανε πριν αρκετά χρόνια).

Cul.N.: Σχεδιάζετε το μέλλον; Ή το μέλλον είναι η μόνη παράσταση την οποία δεν μπορούμε να σκηνοθετήσουμε;

Τσ.Γκρ.: Προσπαθώ να μην κάνω σχέδια, όσο αυτό είναι δυνατόν βέβαια. Για μένα ο σχεδιασμός του μέλλοντος σχετίζεται με την ανοησία.

Cul.N.: Πώς διαβλέπετε το μέλλον του κόσμου; Είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος και ποιος ο ρόλος του θεάτρου και γενικότερα του πολιτισμού στη βελτίωσή του;

Τσ.Γκρ.: Δεν μου αρέσει όλο αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμός», επειδή έχει καταλήξει να περιλαμβάνει ό, τι παράγεται για να πωληθεί και να μη φέρει τίποτε άλλο εκτός από το κέρδος. Αλλά πιστεύω στην τέχνη. Στο μυαλό μου η τέχνη πρέπει καταθέτει, να μαρτυρά την υπερβατική πλευρά της ζωής και του κόσμου και να διεγείρει το μυαλό με μεταφυσικές αναζητήσεις.

Όπως και να’ χει, το μέλλον διαφαίνεται συναρπαστικό και ευχάριστο, χωρίς αμφιβολία, το βλέπω στα μάτια του μικρού μου γιου, του μωρού μου.

Cul.N.: Μετά το  “Déjà vu”, ποιο είναι το επόμενο βήμα σας ;

Τσ.Γκρ.: Θα ανεβάσω ένα έργο με το οποίο καταπιάνομαι ξανά. Πρόκειται για τη μαύρη κωμωδία –μονόλογο με τον τίτλο «De Sade – to Justine», έργο που  έγραψα και σκηνοθετώ εγώ και ερμηνεύει η Μάρω Παπαδοπούλου. Το έργο θα κάνει πρεμιέρα στις 4 Απριλίου, εδώ στην Αθήνα, στο θέατρο Φούρνος. Η παράσταση θα διαρκέσει μέχρι τις 25 Μαΐου 2011.

Περιλαμβάνει τα καλύτερα και πιο σημαντικά σημεία της παράδοξης φιλοσοφίας του Μεγάλου Μαρκήσιου.
Όλος ο σαρκασμός της παράστασης έχει στόχο τα νεοφιλελεύθερα ήθη και την ιδεολογία της σημερινής κρυπτοφασιστικής νέας τάξης του κόσμου.

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ