Διανύουμε μια περίοδο ιδιαίτερης ανασφάλειας και έντασης στο πολιτικοκοινωνικό πεδίο παγκοσμίως με πολέμους υπόγειους, με συγκρούσεις συμφερόντων όχι για πατριωτικούς λόγους αλλά για το ποιος θα κυριαρχήσει στον οικονομικό τομέα και θα υφαρπάξει όσα ο άλλος δεν μπορεί να υπερασπιστεί. Δεν είναι ένας πόλεμος για την απελευθέρωση ενός καταπιεσμένου λαού, ούτε για την απονομή δικαιοσύνης, αυτά είναι ουτοπία μιας άλλης πραγματικότητας. Εδώ μιλάμε αντικειμενικά για έναν πόλεμο ματαιοδοξίας, ένα σκοτεινό πόλεμο, έναν υβριδικό πόλεμο χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, έναν ανόητα αρρωστημένο πόλεμο που ως μοναδικό στόχο έχει να πλήξει την παγκόσμια κοινότητα και οικονομία με θύματα όλο και περισσότερους ανθρώπους για να πλουτίσουν κάποιοι λίγοι. Ο λόγος για τον πόλεμο ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν όπως εκτυλίσσεται μπροστά μας με τεράστια οφέλη για όλους εκείνους που πλουτίζουν από την άνοδο του πετρελαίου ενώ όλοι οι υπόλοιποι πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα με τις ολοένα αυξανόμενες τιμές. Και όλα αυτά εν μέσω ενός πολέμου, απόρροια της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και την απειλή ενός πυρηνικού πολέμου από έναν αιμοσταγή δικτάτορα.
Ζώντας σε καθεστώς φόβου και βιώνοντας καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν στον όλεθρο
Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά αυτή γίνεται διότι η Χάισμιθ μέσα από αυτήν την ιστορία η οποία έχει άρωμα καθαρά πολιτικό, αναφέρεται σε μια περίοδο που μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Την εποχή που γράφει το συγκεκριμένο διήγημα – μέρος από την συλλογή Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών – στις ΗΠΑ κυβερνάει ο Ρίγκαν και οι σχέσεις ΗΠΑ ΕΣΣΔ δεν είναι και οι καλύτερες καθώς πάντα υπάρχει ο κίνδυνος για έναν πυρηνικό πόλεμο και μια διένεξη πολεμική με καταστροφικές συνέπειες για τον πλανήτη. Στην ιστορία αυτή της Χάισμιθ, ο κίνδυνος είναι γεγονός και οι συνέπειες μοιάζουν να είναι οδυνηρές, βομβαρδίζονται περιοχές των ΗΠΑ, άνθρωποι τρέχουν να προστατευθούν, άνθρωποι πέφτουν νεκροί, τίποτα δεν προμηνύει ασφάλεια και ευημερία και όλα είναι στον αέρα σαν ένα κακό όνειρο που παίρνει σάρκα και οστά καθώς κάποιοι δεν κατάφεραν ποτέ να συνεννοηθούν. Είναι αυτό που έγραφε κάποτε ο Γάλλος ποιητής Πωλ Βαλερύ πως πόλεμος είναι όταν αλληλοσκοτώνονται άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, επειδή κάποιοι άλλοι, που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν. Διότι στην πραγματικότητα πάντα περί αυτού πρόκειται, πολλώ δε μάλλον στην σύγχρονη εποχή όπου η τεχνολογία παρέχει την εκπληκτική δυνατότητα να μεταφέρει μια είδηση από την άλλη άκρη του κόσμου σε ελάχιστα λεπτά.
Η Χάισμιθ λοιπόν με προφητική ματιά περιγράφει μια κατάσταση τραγική και εξαιρετικά ολέθρια για την ανθρωπότητα, είναι μια αφήγηση που φέρει την σφραγίδα μιας συγγραφέως με πολιτική θέση και με έντονο το αιχμηρό αφηγηματικό βέλος της. Σήμερα όσο ποτέ η παρουσία της θα ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη και σαφώς απαραίτητη στα διάφορα τεκταινόμενα ανά την υφήλιο. Η γραφή της είναι άκρως καυστική, ανατρεπτική, βιτριολική διότι γράφει με τέτοιον τρόπο ώστε άθελά της προφητεύει γεγονότα, να προβλέπει δυστυχώς όσα ζούμε σήμερα και με ματιά διορατική μας μιλάει για τα μελλούμενα, περιγράφει έναν κόσμο ανασφαλή, ανήθικο, απρόβλεπτο, αβέβαιο και άκρως προβληματικό λόγω αυτών που διοικούν και λαμβάνουν τις λάθος αποφάσεις δίχως να υπολογίζουν τίποτα παρά το προσωπικό τους συμφέρον. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ενώ συμβαίνουν καταστροφές και σκοτωμοί η κυρία του Προέδρου απολαμβάνει ένα μπον φιλέ σαν να μην συμβαίνει το παραμικρό, εν ολίγοις ζει στο δικό της σύμπαν αδιαφορώντας για τα υπόλοιπα, πόσο υποκριτικό!
Σήμερα συνέχεια στις ειδήσεις ακούμε για χώρες οι οποίες προετοιμάζονται για έναν πυρηνικό πόλεμο, δίνονται οδηγίες για το πώς οι πολίτες θα οδηγηθούν σε καταφύγια και τι πρέπει μάλιστα να έχουν μαζί τους σε μια τέτοια περίπτωση σαν να περιμένουμε αυτόν τον πόλεμο από μέρα σε μέρα. Αυτό λοιπόν που στο σήμερα είναι ένας κίνδυνος υπαρκτός και όχι μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας ενός Λαβκραφτ ή μιας Ούρσουλα Λε Γκεν, η Χάισμιθ το περιγράφει εν συντομία και με τέτοιο τρόπο που θα προτιμούσαμε να το διαβάζουμε και σε καμία περίπτωση να μην το ζήσουμε ποτέ. Ένας τέτοιος πόλεμος θα σήμαινε το τέλος της ανθρωπότητας και τα μόνα όντα ενδεχομένως που θα επιβίωναν θα ήταν μάλλον οι κατσαρίδες. Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται έναν χρόνο μετά από την μεγάλη καταστροφή του Τσερνόμπιλ, την περίφημη έκρηξη στον πυρηνικό σταθμό, η οποία οδήγησε στον θάνατο τόσους και τόσους ανθρώπους, σε άλλους προκάλεσε αθεράπευτες παθήσεις ενώ διέλυσε μια ολόκληρη πόλη, η οποία ακόμα και σήμερα σαράντα χρόνια μετά παραμένει πόλη φάντασμα. Είχε προηγηθεί σαράντα χρόνια πριν η ατομική βόμβα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η Χάισμιθ λοιπόν έχει καίριο και δηκτικό λόγο και δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις, είναι αποκαλυπτική και δυστυχώς επίκαιρη με όλα αυτά που συμβαίνουν στον πλανήτη σήμερα. Ο Μπακ Τζόουνς δεν διαφέρει και πολύ από τον σημερινό πρόεδρο Τραμπ με τις παράλογες πολιτικές του αποφάσεις και τους πολέμους που αυτή την στιγμή διαιωνίζονται, ένας εκ των οποίων συμβαίνει στην ήπειρό μας. Όλα μπλέκονται σε αυτή την ιστορία διότι μια ένταση σε ένα σημείο του κόσμου μπορεί να πυροδοτήσει ένταση σε ένα άλλο, η παγκοσμιοποίηση είναι πια γεγονός. Κανείς δεν θέλει να δει το τέλος του κόσμου να συμβαίνει ενώπιόν του, ωστόσο τα πάντα φαίνεται να κρέμονται από μια κλωστή και οι ισορροπίες να διατηρούνται καθαρά από τύχη. Η εκπυρσοκρότηση είναι θέμα λεπτό και η πυρηνική απειλή είναι προ των θυρών, το μόνο που δεν γνωρίζουμε είναι ποιο αρρωστημένο μυαλό θα αποφασίσει να πατήσει το περίφημο κουμπί και να διαλυθεί ο κόσμος εις τα εξ ων συνετέθη. Ένα εφιαλτικό σενάριο, θα μείνει μόνο στα χαρτιά και στις οθόνες του κινηματογράφου; Οψόμεθα!
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Μια συνοδεία μοτοσυκλετιστών άνοιγε δρόμο, κάνοντας άκρη στην ανάγκη τα ιδιωτικά οχήματα, για να περάσει το προεδρικό στη μακριά διαδρομή προς το αεροδρόμιο · θα έλεγε κανείς πως όλη η Ουώσινγκτον Ντι Σι έφευγε και κατευθυνόταν στο Ντάλλας. Στο αεροδρόμιο τα πράγματα είχαν αγριέψει, καθώς ο τρελαμένος κόσμος προσπαθούσε να επιβιβαστεί σε αεροπλάνα προς κάθε κατεύθυνση»