Δύο βαμπίρ-εραστές περιπλανώνται ανάμεσα σε ερείπια πολιτισμών και πόλεων, αναζητώντας το νόημα της ύπαρξης. Μια κινηματογραφική ανάλυση της αστικής μελαγχολίας, της μουσικής και της νύχτας.
Αθάνατοι στο μεταμοντέρνο τοπίο
Η ταινία “Only Lovers Left Alive” («Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί», 2013), σε σκηνοθεσία του Jim Jarmusch (Τζιμ Τζάρμους), αποτελεί ένα ιδιαίτερο δείγμα σύγχρονου κινηματογράφου που συνδυάζει το ρομαντικό δράμα με τη βαμπιρική μυθολογία, ξεφεύγοντας από τα συμβατικά αφηγήματα του είδους. Η ιστορία εστιάζει στη σχέση δύο αθάνατων χαρακτήρων, του Άνταμ και της Ιβ, οι οποίοι βρίσκονται να περιφέρονται στις πόλεις του Ντιτρόιτ και της Ταγγέρης.
Πλοκή ταινίας
Το “Only Lovers Left Alive” ακολουθεί δύο αιώνιους εραστές και βαμπίρ, τον Άνταμ, έναν μελαγχολικό μουσικό που ζει απομονωμένος στο Ντιτρόιτ, και την Ιβ, μια συλλέκτρια βιβλίων που διαμένει στην Ταγγέρη. Ο Άνταμ, παρότι έχει υπάρξει δημιουργική δύναμη πίσω από κορυφαίες στιγμές της τέχνης, βιώνει μια έντονη υπαρξιακή κρίση, σκεπτόμενος να τερματίσει τη ζωή του. Η Ιβ, διαισθανόμενη τη μελαγχολία του συντρόφου της, αποφασίζει να πάει να τον συναντήσει. Η επανασύνδεσή τους στο Ντιτρόιτ δίνει νέα πνοή στη σχέση τους, μέχρι την απρόσμενη άφιξη της Άβα, της απερίσκεπτης και παρορμητικής αδελφής της Ιβ, η οποία τους βάζει σε κίνδυνο. Το ζευγάρι φεύγει εσπευσμένα για Ταγγέρη.
Flânerie – Flâneuse
Η έννοια της flânerie (φλανερί), όπως πρωτοδιατυπώθηκε από τον Charles Baudelaire στα μέσα του 19ου αιώνα, συνδέεται με την ελεύθερη περιπλάνηση στο αστικό τοπίο και την αισθητική παρατήρηση της καθημερινότητας. Ο flâneur, σύμφωνα με τον Baudelaire, είναι ένα πρόσωπο που απολαμβάνει να χάνεται στο πλήθος και να παρακολουθεί τον παλμό της μοντέρνας ζωής, μετατρέποντας τον περίπατο σε πράξη καλλιτεχνική και στοχαστική. Αυτή η αρχική θεώρηση εδράζεται στην πόλη του Παρισιού ως το κατεξοχήν πεδίο αυτής της εμπειρίας. Ο Walter Benjamin επανεπεξεργάστηκε την έννοια στις αρχές του 20ού αιώνα, απομακρύνοντάς την από τη γεωγραφική αποκλειστικότητα του Παρισιού και επεκτείνοντάς την σε ένα θεωρητικό εργαλείο ανάλυσης της νεωτερικότητας και του φαινομένου του μοντέρνου πλήθους.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Με αφορμή τον χαρακτήρα της Ιβ αξίζει να αναφερθούμε και στον όρο “flâneuse”, που ξεφεύγει από την φιγούρα του flâneur, καθώς ο δεύτερος έχει ιστορικά συνδεθεί με το ανδρικό φύλο, κυρίως λόγω του κοινωνικού πλαισίου που περιόριζε τις γυναίκες στον ιδιωτικό χώρο. Η νέα έννοια flâneuse, που εξερευνούν σύγχρονοι θεωρητικοί όπως η Lauren Elkin (2016) βάζει στο προσκήνιο γυναίκα και θηλυκότητες στο μεταβαλλόμενο αστικό τοπίο. Η flâneuse θεωρείται πως δεν αρκείται στην αμέτοχη παρατήρηση του αστικού χώρου, αλλά περπατώντας για παράδειγμα, εκεί όπου «δεν της επιτρέπεται» αμφισβητεί εμπράκτως κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες σχετικά με τη γυναικεία ύπαρξη στον δημόσιο χώρο, τον οποίο επανανοηματοδοτεί με την παρουσία της.
Άνταμ & Ιβ: Οι ήρωες της Αστικής Εδέμ
Ο Άνταμ, πραγματικός συνθέτης των έργων του Φραντς Σούμπερτ, βρίσκεται στο μεταβιομηχανικό τοπίο του Ντιτρόιτ, ενσαρκώνοντας τη μορφή ενός σκοτεινού, μελαγχολικού καλλιτέχνη, ο οποίος αξιοποιεί την αθανασία του για να καλλιεργήσει την τέχνη της μουσικής σε βάθος, δίχως καμία ανάγκη αναγνώρισης ή προβολής. Ζει απομονωμένος σε ένα παλιό σπίτι-στούντιο γεμάτο μουσικά όργανα και αναλογικές τεχνολογίες, περιβαλλόμενος από αντικείμενα που μαρτυρούν την αγάπη του για το παρελθόν και την άρνησή του να ενταχθεί στη σύγχρονη, «παρακμιακή» εκδοχή του κόσμου. Το Ντιτρόιτ, λειτουργεί σαν καθρέφτης της ψυχικής του κατάστασης, μια πόλη-φάντασμα που του επιτρέπει να χαθεί, μακριά από τον «θόρυβο» των ζωντανών. Το βλέμμα του φιλτράρει την πόλη μέσα από νοσταλγία και απογοήτευση για την ανθρωπότητα – αποκαλώντας μάλιστα τους ανθρώπους απαξιωτικά «ζόμπι».
Η Ιβ, από την άλλη, επιλέγει να ζει στον πλούσια υφασμένο πολιτισμικό ιστό της Ταγγέρης – μια πόλη-σταυροδρόμι πολιτισμών και ιστοριών, που σφύζει από ζωή. Φιλότεχνη, βιβλιόφιλη και πολύγλωσση, έχει φτάσει σε σημείο να μπορεί να διαβάζει οποιοδήποτε κείμενο απλώς περνώντας τα δάχτυλά της πάνω από τις σελίδες. Η Ιβ μοιάζει περισσότερο συμφιλιωμένη με την ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα από ότι ο σύντροφός της, ενώ είναι φίλη με τον επίσης βρικόλακα Κρίστοφερ Μάρλοου (ο οποίος υπονοείται πως είναι ο πραγματικός συγγραφέας των σαιξπηρικών έργων).
Τα ονόματα “Άνταμ” και “Ίβ” μπορεί να παραπέμπουν στους πρωτόπλαστους, όμως ο Jarmusch (Trakin, 2014) έχει δηλώσει πως πηγή έμπνευσης για την ονοματοδοσία έχει αποτελέσει το σατιρικό έργο “The Diaries of Adam and Eve” του Mark Twain.
Ντιτρόιτ: Μια Πόλη-Φάντασμα
Πρωτεύουσα κάποτε της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και σύμβολο της τεχνολογικής αισιοδοξίας του 20ού αιώνα, το Ντιτρόιτ παρουσιάζεται στην ταινία ως ένα σχεδόν μετα-αποκαλυπτικό τοπίο, απογυμνωμένο από τη βιομηχανική του δόξα. Οι εικόνες ερειπίων, τα κλειστά εργοστάσια, τα άδεια οικοδομικά τετράγωνα δημιουργούν ένα αστικό περιβάλλον που φέρει εντός του τη μνήμη της ακμής και την εμπειρία της εγκατάλειψης.
Έχει ιδιαίτερη σημασία πως οι περιηγήσεις στην ταινία γίνονται στην πόλη αυτή αποκλειστικά με αυτοκίνητο, και μάλιστα με την παλιά Jaguar του Άνταμ. Σε αντίθεση με τον κλασικό φλανέρ των ευρωπαϊκών μητροπόλεων του 19ου αιώνα, που περιδιάβαινε τους δρόμους πεζός, ο Άνταμ εκπροσωπεί μια σύγχρονη εκδοχή φλανερί, που συντελείται στους άξονες μιας αυτοκινητοκεντρικής Αμερικής. Μέσα από το παρμπρίζ, η πόλη παύει να είναι τόπος βιωματικής εμπλοκής και γίνεται ένα φιλτραρισμένο τοπίο, σχεδόν σαν ανάγνωση φωτογραφικού αρχειακού υλικού σε πραγματικό χρόνο.
Η συνθήκη αυτή συνδέεται με τη beat παράδοση, όπως την ενσαρκώνει ο Sal Paradise «Στο Δρόμο» του Κέρουακ, καθώς η μετακίνηση δεν έχει στόχο την απόδραση ή την περιήγηση, αλλά λειτουργεί ως υπαρξιακή διαδρομή μέσα από έναν κόσμο που έχει χάσει το νόημά του.
Ο Άνταμ περιφέρεται με το παλιό του Jaguar, και παραδέχεται στην Ιβ πως δεν έχει πολλά να της δείξει στην πόλη. Οι δύο τους κάνουν μια στάση έξω από το παλιό σπίτι του Jack White – μουσικού που μεγάλωσε εκεί. Αργότερα, επισκέπτονται το Θέατρο του Μίσιγκαν στο Ντιτρόιτ, ένα ακόμα πραγματικό τοπόσημο: ένα ερειπωμένο αριστούργημα που πλέον λειτουργεί ως πάρκινγκ, με περιορισμένη πρόσβαση για το κοινό. Η πόλη είναι σχεδόν άδεια από ανθρώπους· ο Άνταμ δεν «παρατηρεί» το κοινωνικό σώμα, αλλά περιηγείται σε ένα πεδίο αποσύνθεσης, μια flânerie χωρίς πλήθος.
Ταγγέρη: Μια Πόλη-Μουσείο
Σε αντίθεση με το Ντιτρόιτ, η Ταγγέρη παρουσιάζεται ως λαβυρινθώδης, μυστηριώδης και ζωντανή, μια πόλη με πυκνή ιστορικότητα και υπόγειες πολιτισμικές ροές. Η Ιβ περιπλανιέται εκεί με τα πόδια, βιώνοντας το περιβάλλον μέσα από την άμεση αλληλεπίδραση με ανθρώπους, σοκάκια, ήχους και υφές.
Το αστικό τοπίο της Ταγγέρης δεν οργανώνεται γύρω από μνημεία ή τοπόσημα· αντίθετα, κάθε σοκάκι, κάθε στροφή, κάθε φωνή του δρόμου έχει βαρύτητα. Οι νυχτερινές διαδρομές της Ιβ φέρνουν στην επιφάνεια μια «υπόγεια οικονομία», γεμάτη από υπαινιγμούς, διαπραγματεύσεις και αμφίσημες προσφορές. Η πόλη μοιάζει να μην κοιμάται ποτέ. Ενώ, η ιδιότυπη εμφάνισή της, μαζί με του Άνταμ, τους καθιστά εξ ορισμού «άλλους», ξένους, τουρίστες
Εδώ καθίσταται ουσιώδης η έννοια της flâneuse, κατά την οποία η ίδια η πράξη του να περπατάς, να περιπλανιέσαι ως γυναίκα σε δημόσιο χώρο, ειδικά σε περιοχές που παραδοσιακά θεωρούνταν «απαγορευμένες», συνιστά μια μορφή αθόρυβης αντίστασης.
Η Ιβ, βέβαια, φέρει μια υπερφυσική ιδιότητα που την απαλλάσσει από τους κινδύνους και τους περιορισμούς που χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα πολλών γυναικών στο δημόσιο χώρο. Ωστόσο, αυτό δεν μειώνει τη σημασία του βλέμματός της. Έχοντας ζήσει αιώνες και διασχίσει εποχές, η Ιβ φέρει μια διαχρονική κριτική συνείδηση. Το περπάτημά της στην Ταγγέρη δεν είναι απλώς κίνηση μέσα στον χώρο· είναι αναμέτρηση με την ιστορία, με το φύλο, με τις μορφές εξουσίας που ορίζουν τον αστικό ιστό.
Η ίδια η πόλη, άλλωστε, προβάλλεται σαν ένα υπαίθριο μουσείο, όχι όμως με την έννοια της ακινησίας, αλλά ως πεδίο όπου κάθε γωνιά φέρει τα ίχνη μιας αλλοτινής εποχής. Η Ταγγέρη δεν είναι φάντασμα, όπως το Ντιτρόιτ· είναι σώμα, που αναπνέει, θυμάται, αντιδρά. Και η Ιβ το αισθάνεται με όλα της τα αισθητήρια: μέσα από λέξεις, αγγίγματα, βλέμματα, σιωπές. Στην περίπτωση της Ιβ, η flânerie γίνεται πνευματική πρακτική, ένα είδος ενσώματης ανάγνωσης της πόλης και της εποχής.
Νύχτα και Μουσική
Όπως σε κάθε ταινία του Τζάρμους, έτσι και στο “Only Lovers Left Alive”, το soundtrack είναι εξαιρετικά προσεγμένο. Οι δύο live εμφανίσεις που παρακολουθούν οι Άνταμ και Ιβ αντανακλούν με σαφήνεια τη διαφορετική φύση των δύο πόλεων.
Στο Ντιτρόιτ, η έξοδος είναι οργανωμένη, ο Ίαν – ένα από τα ελάχιστα «καλά ζόμπι» στα μάτια του Άνταμ – εμφανίζεται να συνοδεύει το ζευγάρι μαζί με την αδελφή της Ιβ, Άβα. Η παρουσία του Ίαν υποδηλώνει πως ο Άνταμ χρειάστηκε να επικοινωνήσει μαζί του για να πληροφορηθεί για το live. Στο σκοτεινό, μουντό κλαμπ, η μπάντα White Hills ερμηνεύει το κομμάτι “Under Skin Or By Name” (2007), με τον Τζάρμους να φαίνεται να ήθελε μια μπάντα «οπτικά εντυπωσιακή», που να παίζει «άγρια μουσική», ώστε να συμπηκνώνεται η ωμότητα του νυχτερινού Ντιτρόιτ. Τον ήχο του συγκροτήματος χαρακτηρίζει ως «ψυχεδελικό ή space-rock» (Trakin, 2014).
Αντίθετα με το Ντιτρόιτ, στην Ταγγέρη η ανακάλυψη της μουσικής γίνεται απολύτως τυχαία. Καθώς ο Άνταμ και η Ιβ περιπλανιούνται στα σοκάκια της μαροκινής πόλης, ο ήχος της φωνής της Yasmine Hamdan – Λιβανέζας τραγουδίστριας με ιδιαίτερο μουσικό ύφος που συνδυάζει παραδοσιακούς ήχους με ηλεκτρονικά στοιχεία – τους οδηγεί σε ένα μικρό καφέ. Η Hamdan ερμηνεύει ένα κομμάτι (“hal”) για τον πόνο της απώλειας, επαναλαμβάνοντας στα αραβικά τη φράση «δεν υπάρχει λύση». Το κοινό την παρακολουθεί σιωπηλά, με απόλυτη προσήλωση, δημιουργώντας μια σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα. Ο Άνταμ και η Ιβ στέκονται απ’ έξω, χωρίς να γίνονται μέρος του πλήθος, εξαντλημένοι από την πείνα και την έλλειψη «καθαρού» αίματος – η στιγμή σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή τόσο για τη φυσική τους επιβίωση όσο και για τη συναισθηματική τους συνοχή.
Ο Βρικόλακας ως Αστικός Κυνηγός
Στο έργο του Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού (1994), ο Walter Benjamin αναδεικνύει την αμφίθυμη σχέση του ατόμου με το αστικό τοπίο – έναν χώρο που ταυτόχρονα σαγηνεύει και απειλεί. Ο «άλλος», ο ξένος, παραμένει μια εν δυνάμει απειλή, ένα στοιχείο ανεξέλεγκτο παρά τον όποιο εκσυγχρονισμό. Αντλώντας από τον Baudelaire, ο Benjamin περιγράφει τον άνθρωπο ως «το πιο τέλειο αρπακτικό»: είτε «τυλίγει» το θύμα του στο βουλεβάρτο είτε το εντοπίζει σε άγρια τοπία, διατηρεί πάντοτε τη φύση του κυνηγού.
Η φράση αυτή αποκτά ξεχωριστό βάρος στο “Only Lovers Left Alive”, όπου οι βαμπιρικοί χαρακτήρες ενσαρκώνουν κυριολεκτικά την αρπακτική όψη του ανθρώπινου είδους.
Αστικές Ερειπωμένες Ουτοπίες
Η ταινία “Only Lovers Left Alive” αξιοποιεί τη βαμπιρική μυθολογία όχι για να τρομάξει, αλλά για να διατυπώσει μια φιλοσοφική και πολιτισμική προβληματική γύρω από τον χρόνο, την τέχνη και την αστική εμπειρία.
Το Only Lovers Left Alive δεν είναι απλώς μια βαμπιρική ιστορία· μα ένα όμροφο στοχαστικό σχόλιο πάνω στον χρόνο, την τέχνη και τον αστικό χώρο. Ο Άνταμ και η Ιβ, αιώνια περιπλανώμενοι, μας υπενθυμίζουν ότι μέσα από τη φθορά μπορεί να αναδυθεί μια νέα ποιητική της ύπαρξης. Οι πόλεις, όπως και οι άνθρωποι, κουβαλούν πληγές — αλλά και μνήμες, ρυθμούς και μυστικά που αξίζει να ανακαλύψει κανείς, έστω και μέσα στο σκοτάδι.
Πηγές:
-Baudelaire, C. (1983). «Ο Ζωγράφος της μοντέρνας ζωής», Αποφθέγματα παρηγοριάς για τον έρωτα (Σ. Βαρβαρούσης, Trans.). Εκδόσεις Ερατώ.
-Benjamin, W. (1994). Σαρλ Μπωντλαίρ, ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού (G. Gouzoulis, Trans.). Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
-Westwood, S., & Williams, J. M. (Eds.). (1997). Imagining Cities: Scripts, Signs, Memory. Routledge.
-Ealy, C. (2014, 04 26). Swinton talks about love — and Adam and Eve. Austin American-Statesman. https://eu.statesman.com/story/news/2014/04/26/swinton-talks-about-love-and-adam-and-eve/10148597007/
-Elkin, L. (2016, July 29). A tribute to female flâneurs: the women who reclaimed our city streets. The Guardian. https://www.theguardian.com/cities/2016/jul/29/female-flaneur-women-reclaim-streets
-The Implications of Jack Kerouac’s Modern Flâneur. (2024). Digital Commons – Wayne State, 2(1), 2 – 3. 10.22237/rushton/1740960600
-Jarmusch, J. (Director). (2013). Only Lovers Left Alive [Film]. Recorded Picture Company, Pandora Film.
-Trakin, R. (2014, 05 07). Jim Jarmusch: From Vampires to Stooges (Q&A). The Hollywood Reporter. https://www.hollywoodreporter.com/news/music-news/q-a-jim-jarmusch-vampires-701996/
-Vrendenburg, J. (2016). ‘Solitary Bartlebies’: Kerouac’s On the Road and the Ideology of the Superhighway. Duke University Press, 62(2), 170 – 196. 10.1215/0041462X-3616576.
«Το παρόν κείμενο βασίζεται σε εργασία της αρθρογράφου που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών “Φιλοσοφία και Τέχνες” του ΕΑΠ, για το μάθημα “Οπτικοακουστικά Μέσα Επικοινωνίας στον Μουσειακό και τον Αστικό Χώρο” (2025).»
Photo Credits: Όλες οι εικόνες είναι στιγμιότυπα από την ταινία “Only Lovers Left Alive” (Jarmusch, 2013)