≡

«Οι Ορφανοί» του Ερίκ Βυϊγιάρ – Η ιστορία του θρυλικού Μπίλι δε Κιντ, ενός παιδιού εγκληματία που έφυγε νωρίς

Στην Άγρια Δύση, εκεί που όλα είναι επικίνδυνα ο Ερίκ Βυϊγιάρ επιστρέφει για να μας αφηγηθεί τις περιπέτειες και το τραγικό τέλος του Μπίλι δε Κιντ, αυτού που έφυγε πρόωρα όμηρος της ορφάνιας του.

Μετά την Ημερήσια διάταξη, το Κονγκό, τον Πόλεμο των φτωχών, το βιβλίο Μια αξιοπρεπή έξοδος και τέλος την 14η Ιουλίου (όλα διαθέσιμα από τις εκδόσεις Πόλις), ο εξαιρετικός Ερίκ Βυϊγιάρ επανέρχεται με ένα βιβλίο που αφορά και πάλι ιστορικό γεγονός μιας διαφορετικής όμως αυτήν την φορά περιόδου. Ο Βυϊγιάρ καταφέρνει κάθε φορά να εκπλήσσει ευχάριστα το κοινό του καθώς πραγματεύεται κάτι εντελώς διαφορετικό με το προηγούμενο θέμα του. Το βιβλίο του αυτή την φορά αφορά στον περίφημο και διαβόητο Μπίλι δε Κιντ, το αγόρι εκείνο που έφυγε τόσο νωρίς, ένα παιδί εγκληματίας για να θυμηθούμε τον Ζαν Ζενέ, ένας διάσημος κακούργος της εποχής για τον οποίο έχουν ακουστεί διάφορα και έχουν γραφτεί ακόμα περισσότερα. Η ιστορία του Μπίλι δε Κιντ, όσο σύντομη και αν είναι, παραμένει περίπλοκη και άκρως ενδιαφέρουσα σε μια περίοδο της αμερικανικής ιστορίας όπου μόλις έχει τελειώσει ο εμφύλιος αλλά οι ίντριγκες και οι επιπλοκές μεταξύ Βορρά και Νότου καλά κρατούν. Είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να καταβυθιστούμε στην ιστορία που δυστυχώς επαναλαμβάνεται γιατί οι άνθρωποι αν και οι εποχές αλλάζουν επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη.

Οι περιπέτειες και η τραγική μοίρα ενός παιδιού που ωρίμασε τόσο πρόωρα

Ο Μπίλι δε Κιντ δεν είχε μια κανονική παιδική ζωή, δεν ανήκει στα παιδιά εκείνα που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια ανέμελα παίζοντας και ονειρευόμενα το μέλλον τους υπό την προστασία των γονιών τους, οι οποίοι τα φρόντιζαν. Ο Μπίλι σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών έχασε τη μητέρα του ενώ ο πατέρας του ουσιαστικά ήταν απών. Εικάζεται ότι είχε έναν αδερφό, μάλλον ετεροθαλή ονόματι Τζόζεφ, ο οποίος έζησε περισσότερα χρόνια από εκείνον. Ο συγγραφέας αναφέρει πως «για να επιβιώσει, έκανε από δουλειές του ποδαριού μέχρι αξιοθρήνητες κλοπές και εγκλήματα, ώσπου τελικά ο Κιντ εκείνης της θρυλικής φωτογραφίας (στο βιβλίο θα βρούμε σχετικό φωτογραφικό υλικό) έθεσε σε δεύτερη μοίρα τον Γουίλιαμ Μπόνει, τον Γουίλιαμ ΜακΚάρτι, τον Γουίλιαμ Άντριμ και τον Χένρι Μπόνει. Στο εξής, θα φέρει αυτό το ταπεινό παρατσούκλι, Κιντ, που ο Τσάπλιν θα του δώσει, σαράντα χρόνια αργότερα, μια πιο γλυκιά χροιά, και το οποίο αποδίδεται σε κάθε παιδί που δεν έχει άλλη προσφώνηση – είναι απλώς το Παιδί». Αυτά τα λόγια είναι χαρακτηριστικά της άστατης ζωής του, μια μοίρα που την όρισαν η ανάγκη για επιβίωση και η απουσία γονέων.

Ο Μπίλι δε Κιντ στην πραγματικότητα είναι ένα χαμίνι, ένας αγύρτης, ένας περιπλανώμενος, ένας μυστηριώδης τύπος που το μόνο που γνωρίζει είναι το μικροέγκλημα (η πρώτη του κλοπή ήταν βούτυρο) και στην πορεία ο φόνος, καθώς ήδη στα 17 του χρόνια πραγματοποιεί την πρώτη του δολοφονία ύστερα από συμπλοκή. Στην πορεία, κυκλοφορεί δεξιά και αριστερά αναζητώντας την τύχη του, μια τύχη μαύρη και σκοτεινή καθώς δεν θα αντέξει σε αυτόν τον κόσμο περισσότερο από 21 χρόνια. Η ιστορία του μάλλον μοιάζει με εκείνη των ηρώων του Ντίκενς τόσο στον Όλιβερ Τουίστ, όσο και σε άλλα του μυθιστορήματα, εκεί όπου ο Ντίκενς περιγράφει τα δύσκολα χρόνια – τίτλος βιβλίου του – των παιδιών της περιόδου όπου ανήκουν σε διάφορες συμμορίες και εκτελούν εντολές των μεγαλυτέρων με ανταμοιβή ένα κομμάτι βρώμικο ψωμί και μια μερικώς εξασφαλισμένη στέγη. Ο Μπίλι δε Κιντ ανήκει σε εκείνα τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να ωριμάσουν φυσιολογικά και γαλήνια, ωρίμασε πριν της ώρας του και μάλιστα έγινε φονιάς για να σώσει το τομάρι του. Το σύνθημά του ήταν μάλλον, η ζωή μου ο θάνατός σου. Κάπως έτσι γράφτηκε και το τραγικό του τέλος καθώς είχε φυγαδεύσει τον εαυτό του για να μην τον βρουν τα μέλη μιας συμμορίας, όταν όμως έγινε γνωστή η κρυψώνα του τον σκότωσαν σαν το σκυλί στο αμπέλι, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο θυμόσοφος λαός μας.

Το θέατρο της δράσης του εντοπίζεται στην Άγρια Δύση, όχι όμως στα μέρη εκείνα που βλέπουμε πολλές φορές στις περίφημες αμερικανικές ασπρόμαυρες ταινίες, ή που διαβάζουμε στον Λούκυ Λουκ, δεν σύχναζε σε σαλούν. Ο Μπίλι δε Κιντ έζησε σε κάτι ξεχασμένα χωριουδάκια όπως αναφέρει ο συγγραφέας σε μερικούς δρόμους του Λίνκολν στην πολιτεία της Νεμπράσκα ή του Λας Τάμπλας κάπου στο Νέο Μεξικό, προσπαθώντας να ξεφύγει ύστερα από τον φόνο του Κέιχιλ, αυτού που σκότωσε όταν ήταν 17 ετών. «Ο Μπίλι δε Κιντ ήταν ένας έφηβος τρυφερός και ευάλωτος όσο κάθε άλλος. Περιπλανιόταν, τρύπωνε αθόρυβα στις αυλές των αγροκτημάτων, άνοιγε τους αχυρώνες γυρεύοντας αυγά, και τα βουτούσε μέσα στη νύχτα». Δεν ήταν λοιπόν παρά ένας αλητάκος, ένας κλέφτης, ένας διωγμένος μα και ένας καταραμένος της ζωής σαν άλλος Ρεμπώ, μόνο που ο Μπίλι δεν έγραφε. Λειτουργούσε ως κακοποιός, συγχρωτιζόταν με διάφορους του υποκόσμου και προσπαθούσε να μην μείνει νηστικός και να επιβιώσει σε έναν κόσμο εχθρικό και άκρως επικίνδυνο για εκείνον. Δεν γεύτηκε καμία ευτυχία ενώ ο αδελφός του Τζόζεφ λίγο πριν αποδημήσει και αυτός είχε κάποιες εκλάμψεις από την παρουσία του αδερφού του, σαν να του χαμογελούσε.

Δεν είναι διόλου εύκολο να πεις σε λίγες σελίδες όσα άλλοι δεν μπορούν να πουν σε πολλές. Και όμως ο Βυϊγιάρ έχει αυτή την δεξιοτεχνία να μας χαρίζει μοναδικές αφηγήσεις που σφραγίζονται στην μνήμη μας. Ο Βυϊγιάρ έχει πάντα την δική του πινελιά στον καμβά της αφήγησης και δεν θα μπορούσε να πράξει διαφορετικά διότι η ερμηνεία της ιστορίας με στοιχεία έχει και αυτή την θέση της, δεν παρεμβαίνει αλλά την προσεγγίζει με σεβασμό και τόλμη. Ο Ερίκ Βυϊγιάρ έχει πάντα τον τρόπο να ξαναγράφει την Ιστορία μέσα από τα μυθιστορήματά του. Παίρνει την ιστορία ως πεδίο γνώσης, την αναμοχλεύει, την πραγματεύεται και μας την ξαναπροσφέρει μέσα από το δικό του μοναδικό πρίσμα προσδίδοντάς της μια άλλη διάσταση, μια αθέατη πλευρά στην οποία ίσως εμείς ως αναγνώστες να μην δίναμε τη δέουσα σημασία. Να λοιπόν ο θεμιτός και επιβεβλημένος, ο καθαρός ρόλος ενός στρατευμένου συγγραφέα που θέτει φλέγοντα ζητήματα και παρουσιάζει την κρυφή πλευρά της ιστορίας. Πάντα με πυξίδα και όπλο τη γραφή του, ο Βυϊγιάρ εισέρχεται στα άδυτα της ανθρώπινης ύπαρξης και με στοχαστική διάθεση επιχειρεί να αναλύσει ποια είναι τα κίνητρα που οδηγούν τον άνθρωπο σε αποτρόπαιες πράξεις. Αυτό πράττει και εδώ και μας προσφέρει ένα μωσαϊκό της ζωής ενός θρύλου, όπως ήταν ο Μπίλι δε Κιντ. Ο Βυϊγιάρ για άλλη μια φορά στέκεται στο ύψος των λογοτεχνικών περιστάσεων και εμείς τυχεροί που μπορούμε και τον διαβάζουμε.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

«Ο Μπίλι ενσαρκώνει την κατάκτηση, το πνεύμα της περιπέτειας, τον αναδυόμενο ατομικισμό, με όλη την λάμψη των ρομαντικών του αντιφάσεων»

Διαβάστε επίσης:

Οι ορφανοί. Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ: Ένα βιβλίο του Ερίκ Βυϊγιάρ

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ