«Οι Επισκέπτριες» – Οι γυναίκες που περιμένουν

Το λογοτεχνικό ντεμπούτο της Γιουριέτ Ρομέρο, ««Οι Επισκέπτριες»» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Carnivora σε μετάφραση Δέσποινας Δρακάκη, στρέφει το βλέμμα στις γυναίκες που έμαθαν να περιμένουν, να αντέχουν και να συνεχίζουν μέσα σε μια κοινωνική πραγματικότητα που έχει ορίσει τη θέση τους προτού οι ίδιες προλάβουν να διεκδικήσουν μια διαφορετική ζωή.

Η φυλακή έχει σύνορα που εκτείνονται πολύ πέρα από τους τοίχους της και η Γιουριέτ Ρομέρο τοποθετεί ακριβώς έξω από αυτά τις ηρωίδες των διηγημάτων της, τις γυναίκες των «Επισκεπτριών», που εξακολουθούν να κινούνται ελεύθερες μέσα στην πόλη και την ίδια στιγμή έχουν παραδώσει ένα μέρος της ζωής τους σε κάποιον που βρίσκεται έγκλειστος, ακολουθώντας κάθε εβδομάδα την ίδια διαδρομή, υπομένοντας την αναμονή, τον έλεγχο, την ταπείνωση, την κούραση και εκείνη τη μορφή κοινωνικής καταδίκης που εύκολα μεταφέρεται από τον κρατούμενο στους ανθρώπους που εξακολουθούν να τον αγαπούν. Η ουρά έξω από τη φυλακή γίνεται έτσι ένας ιδιότυπος τόπος συνάντησης, όπου η συγγένεια, η αγάπη, η ανάγκη και η αφοσίωση φέρνουν κοντά ζωές διαφορετικές μεταξύ τους, επιτρέποντας στη συγγραφέα να στρέψει το ενδιαφέρον της προς εκείνους που συνήθως μένουν έξω από την αφήγηση, προς τις μανάδες, τις αδελφές, τις συντρόφους, τις πρώην συζύγους, τις γυναίκες που περιμένουν και επιστρέφουν, γνωρίζοντας πως την επόμενη Κυριακή θα βρεθούν πάλι στο ίδιο σημείο.

Η αναμονή αποκτά στις δέκα αυτές ιστορίες της Ρομέρο τη δική της διάρκεια και γίνεται σχεδόν τρόπος ζωής. Η Κιάρα, η Παράξενη, η Κατερίνε και οι υπόλοιπες γυναικείες μορφές κουβαλούν μαζί τους όσα προηγήθηκαν της στιγμής κατά την οποία τις συναντούμε, οικογένειες, άνδρες, παιδιά, φτώχεια, εγκατάλειψη, επιθυμίες που έμειναν μετέωρες, επιλογές που κόστισαν, καθώς και μια κοινωνική πραγματικότητα που έχει ήδη αποφασίσει σε μεγάλο βαθμό ποια θέση τους αναλογεί. Η αφροκολομβιανή καταγωγή τους αποκτά εδώ ουσιαστική σημασία, επειδή συνδέει την προσωπική ιστορία με τις κοινωνικές και φυλετικές ιεραρχίες μέσα στις οποίες αυτές οι γυναίκες έμαθαν να υπάρχουν. Η Ρομέρο παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνική ανισότητα εγγράφεται στην καθημερινότητα και γίνεται εμπειρία του σώματος, της οικογένειας, της μητρότητας, της εργασίας, της ερωτικής σχέσης. Η ελευθερία αποκτά μια πολύ πιο σύνθετη έννοια από την απουσία εγκλεισμού. Μπορεί κανείς να περπατά στους δρόμους και συγχρόνως να ζει μέσα σε όρια που άλλοι χάραξαν γι’ αυτόν πολύ πριν αποκτήσει τη δυνατότητα να τα αναγνωρίσει.

Αυτή ακριβώς η μετατόπιση του βλέμματος έχει ιδιαίτερη σημασία στο βιβλίο αυτό. Η Ρομέρο επιλέγει να αφηγηθεί τον απόηχο του εγκλεισμού στις ζωές των ανθρώπων που μένουν έξω, εκεί όπου η ποινή αποκτά μια παράδοξη κοινωνική συνέχεια και αγγίζει πρόσωπα που κανένα δικαστήριο δεν καταδίκασε. Η γυναίκα που επισκέπτεται τον κρατούμενο οργανώνει τον χρόνο της σύμφωνα με τον χρόνο της φυλακής, υποβάλλεται στους κανόνες της, περιμένει την άδεια να περάσει την πόρτα της και επιστρέφει ύστερα στη δική της καθημερινότητα μεταφέροντας μαζί της το βάρος αυτής της σχέσης και την οδύνη του χωρισμού.

Η αφήγηση αναδεικνύει ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα, τη θέση της γυναίκας σε έναν κόσμο όπου η φροντίδα θεωρείται σχεδόν αυτονόητη υποχρέωσή της. Αυτές οι γυναίκες εξακολουθούν να πηγαίνουν. Κουβαλούν πράγματα, περιμένουν, συγχωρούν, θυμώνουν, επιστρέφουν, αγαπούν ανθρώπους που κάποτε τις πλήγωσαν και διατηρούν δεσμούς που η λογική ίσως θα είχε ήδη διακόψει. Η Ρομέρο αφήνει χώρο στις αντιφάσεις τους και ακριβώς εκεί αποκτούν υπόσταση οι χαρακτήρες της. Η αγάπη μπορεί να συνυπάρχει με την οργή, η αφοσίωση με την εξάντληση, η επιθυμία φυγής με την ανάγκη της επιστροφής. Η ανθρώπινη σχέση σπάνια υπακούει στην καθαρότητα των ηθικών κατηγοριών και το βιβλίο αντλεί μεγάλο μέρος της δύναμής του από αυτή την επίγνωση.

Η μορφή των επιμέρους ιστοριών υπηρετεί αποτελεσματικά αυτή τη συλλογική διάσταση. Κάθε γυναίκα διατηρεί τη δική της διαδρομή και σταδιακά οι διαφορετικές φωνές συγκροτούν μια κοινή εμπειρία χωρίς να χάνουν την ατομικότητά τους. Η γραφή της Ρομέρο είναι άμεση, ρεαλιστική, συχνά σκληρή, καίρια, ωστόσο. Η συγγραφέας γνωρίζει επίσης τη δύναμη της λεπτομέρειας. Μια χειρονομία, μια κουβέντα ανάμεσα στις γυναίκες, η κούραση της αναμονής μπορούν να μεταφέρουν περισσότερα για την κοινωνική τους θέση από μια εκτενέστερη εξήγηση και με αυτόν τον τρόπο η συγγραφέας σκιαγραφεί την αλήθεια που κρύβει εντός της κάθε ηρωίδα της.

Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται τελικά ένα ερώτημα που αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους από τις γυναίκες μιας κολομβιανής φυλακής. Πόση ελευθερία διαθέτει πραγματικά ένας άνθρωπος όταν η ζωή του έχει ήδη περιοριστεί από την καταγωγή, το φύλο, τη φτώχεια, την οικογένεια και τις ανάγκες εκείνων που αγαπά; Οι Επισκέπτριες οδηγούν τη σκέψη προς αυτή την περιοχή χωρίς να αφαιρούν από τις ηρωίδες τους την καθημερινή, αντιφατική ανθρώπινη υπόστασή τους. Και ίσως γι’ αυτό η ουρά στην είσοδο της φυλακής αποκτά τελικά τόσο μεγάλη σημασία. Εκεί στέκονται γυναίκες που περιμένουν να ανοίξει μια πόρτα για λίγη ώρα, ενώ ολόκληρη η ζωή τους έχει βρίσκεται μπροστά από μια πόρτα, συχνά κλειστή. Η μετάφραση της Δέσποινας Δρακάκη μεταφέρει την ατμόσφαιρα και το κλίμα της αφήγησης με καθαρότητα και παραδίδει ένα αξιανάγνωστο έργο στην ελληνική γλώσσα.

Διαβάστε επίσης:

Γιουριέτ Ρομέρο – Οι Επισκέπτριες: Βιβλίο με διηγήματα για θηλυκότητες στις φυλακές

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ