Υπάρχουν έργα που δεν φωνάζουν. Δεν καταγγέλλουν, δεν υψώνουν τον τόνο. Κι όμως, μέσα στη σιωπή τους, αρθρώνεται κάτι βαθιά πολιτικό. Όχι ως σύνθημα — ως εμπειρία.
Οι Δακτυλογράφοι του Μάρεϊ Σίσγκαλ ξεκινούν από το πιο απλό: ένα γραφείο, δύο ανθρώπους, μια επαναληπτική εργασία. Μια καθημερινότητα που δεν μοιάζει να οδηγεί πουθενά — κι όμως συνεχίζεται. Και ακριβώς μέσα σε αυτή τη φαινομενική ακινησία αποκαλύπτεται ένας ολόκληρος τρόπος οργάνωσης της ζωής.
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το μονόπρακτο αυτό ανεβαίνει στο ΠΛΥΦΑ, σε σκηνοθεσία Νάγιας Μητσάκου, με τους Σμαράγδα Κάκκινου και Γιάννη Λιόκαρη. Παραγωγή της ARS EX MACHINA.
***
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Ο Πωλ και η Σύλβια δεν είναι τραγικοί ήρωες. Δεν καταρρέουν, δεν εξεγείρονται. Αυτό που τους συμβαίνει είναι πιο αθόρυβο — και γι’ αυτό πιο ανησυχητικό: μένουν. Παραμένουν. (Προσμένουν.) Αναβάλλουν.
Κι εκεί, μέσα σε αυτή την αναβολή, αρχίζει να διαμορφώνεται το πραγματικό διακύβευμα.
Το έργο δε μιλά απλώς για μια σχέση ή για μια δουλειά. Μιλά για τον χρόνο. Για τον τρόπο που οργανώνεται (ποιος τον οργανώνει και για ποιον), κατανέμεται και αποσπάται από εκείνους που τον ζουν. Οι μέρες επαναλαμβάνονται, οι φράσεις επιστρέφουν, οι ίδιες μικρές κινήσεις εγκαθίστανται στο σώμα. Ο χρόνος δεν βιώνεται πια ως εμπειρία, αλλά ως μονάδα προς κατανάλωση. Και κάπου εκεί, χωρίς θόρυβο, συντελείται η αλλοτρίωση.
Όχι ως θεαματική σύγκρουση — ως μια αργή απομάκρυνση από τη δυνατότητα να ορίσεις τη ζωή σου. Από τη στιγμή που αυτό που κάνεις παύει να σχετίζεται με αυτό που επιθυμείς. Και συνεχίζεις να το κάνεις.
Ο Μαρξ, μιλώντας για την αλλοτρίωση της εργασίας, περιέγραφε ακριβώς αυτό: την αποξένωση του εργαζόμενου από το έργο του, από τη διαδικασία παραγωγής, και τελικά από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Σίσγκαλ δε γράφει φιλοσοφική πραγματεία. Γράφει διαλόγους. Μικρές συνομιλίες για το μεσημεριανό, για τα βιβλία που διαβάζουν, για το αν θα φύγουν κάποτε (και πως θα φύγουν;). Κι όμως αυτές οι ασήμαντες κουβέντες φέρουν μέσα τους ολόκληρη τη βαρύτητα ενός συστήματος που δεν χρειάζεται να σε καταπιέσει ανοιχτά. Αρκεί να σε συνηθίσει. Να σου μάθει ότι «έτσι είναι».
Η σκηνοθετική προσέγγιση επιχειρεί να σταθεί ακριβώς σε αυτή τη λεπτή μετατόπιση. Η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε ένα κλειστό κουτί — ένα κυριολεκτικό κλουβί που αναπαριστά το γραφείο ως φυλακή χωρίς κάγκελα. Στο βάθος υπάρχει ένα παράθυρο: η μόνη σύνδεση με τον έξω κόσμο. Από ‘κεί μέσα περνά ο ήχος της πόλης, η υπενθύμιση ότι υπάρχει κάτι άλλο. Το φως αρχίζει λαμπερό και σβήνει αργά — σχεδόν απαρατήρητα — ώσπου στο τέλος η σκηνή βυθίζεται στο σκοτάδι. Ο χρόνος δε δηλώνεται. Διαρρέει.
Η φθορά δεν παρουσιάζεται — συσσωρεύεται. Οι αλλαγές δεν κορυφώνονται — απλώνονται μέσα στη διάρκεια. Και οι χαρακτήρες δεν είναι ούτε θύματα, ούτε ένοχοι. Είναι φορείς μιας κοινής εμπειρίας: της αμφιθυμίας ανάμεσα στην επιθυμία για αλλαγή και στην ασφάλεια της συνήθειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αναβολή παύει να είναι αδυναμία και γίνεται κανονικότητα. Η ζωή δεν απαγορεύεται — απλώς μετατίθεται. Το «μετά» γίνεται υπόσχεση και παγίδα ταυτόχρονα. ( αλλά τελικά ποιος καθορίζει τη ζωή μας)
Ίσως εκεί βρίσκεται το πιο κρίσιμο σημείο: ότι οι ήρωες δεν αγνοούν. Ξέρουν. Υποψιάζονται ότι η ζωή δεν θα ξεκινήσει αργότερα. Ότι αυτό που ζουν δεν είναι πρόβα.
Και όμως παραμένουν.
Όχι επειδή δεν μπορούν να φύγουν. Αλλά επειδή η ευθύνη της φυγής (ή αλλαγής) είναι πιο βαριά από τη συνήθεια της παραμονής.
Κι εδώ το έργο μετατοπίζεται από το υπαρξιακό στο βαθιά πολιτικό. Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο «γιατί μένουν;» — αλλά «πώς μαθαίνουμε να μένουμε;». Πώς εκπαιδευόμαστε να αναγνωρίζουμε το αδιέξοδο και να το διαχειριζόμαστε αντί να το διαρρηγνύουμε. Πώς ο χρόνος παύει να είναι δικός μας χωρίς να το βιώνουμε ως απώλεια.
Οι Δακτυλογράφοι (δεν) προτείνουν λύση. Δεν παρηγορούν. Κάνουν κάτι πιο δύσκολο: σε αφήνουν εκτεθειμένο απέναντι σε αυτό που ήδη ξέρεις. Γιατί ξέρεις πότε κάτι δεν σε χωράει. Ξέρεις πότε μένεις ενώ θα μπορούσες να φύγεις (να τολμήσεις την αλλαγή). Ξέρεις πότε λες «αργότερα».
Και το «αργότερα» δεν είναι χρόνος.
Είναι επιλογή.
Γιατί το μέλλον δεν είναι κάτι που μας περιμένει. Είναι κάτι που είτε θα παραχθεί — είτε δεν θα υπάρξει. (Γιατί το μέλλον δεν έρχεται από μόνο του, αλλά βάζοντας ο καθένας μας και όλοι μαζί από ένα λιθαράκι μπορούμε και πρέπει να χτίσουμε κάτι καλύτερο.)
Αν όχι τώρα — πότε;
Και αν όχι εμείς — ποιοι;
Πληροφορίες
Οι Δακτυλογράφοι
Σκηνοθεσία: Νάγια Μητσάκου
Παίζουν: Σμαράγδα Κάκκινου, Γιάννης Λιόκαρης
ΠΛΥΦΑ, Κορυτσάς 39, Βοτανικός
Κάθε Σάββατο & Κυριακή, 21:00
ARS EX MACHINA
Διαβάστε επίσης:
Οι Δακτυλογράφοι, του Μάρεϊ Σίζγκαλ σε σκηνοθεσία Νάγιας Μητσάκου στο ΠΛΥΦΑ