Με κοινούς άξονες την αφηγηματική φόρμα και όλες τις επιμέρους μορφές που συμπλέκονται μαζί της, δομικά ή παραπληρωματικά, οι δύο παραστάσεις, «Χρόνος από δεύτερο χέρι» και «AI·Milia – Η Συνέντευξη» προσφέρονται ως ένα πεδίο αναστοχασμού γύρω από τις σχέσεις μεταξύ αφήγησης, διήγησης, μονολόγου και της σύνδεσής τους με το στοιχείο μιας κλειστής, δραματικής, ή άλλης, ανοιχτής, σκηνικής συνθήκης.
Εξόχως ενδιαφέρουσα η διασκευή της Bίλιας Χατζοπούλου επάνω στο βραβευμένο με Νόμπελ (2015) έργο της Σβετλάνας Αλεξίεβιτς «Second Hand Time» («Το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου», εκδόσεις Πατάκη) απελευθερώνει όλη εκείνη τη δραματική ενέργεια που υπολανθάνει στην αφηγηματικότητα, μεταστοιχειώνοντας ένα πεζό κείμενο σε δρων σώμα λόγου και πολυδιάστατη διαβίβαση μηνυμάτων.
Σε μια καταστατική βάση, η αφήγηση συνιστά τον μοχλό εκείνο που διαμορφώνει τη φυσιογνωμία του λόγου, την τοποθέτηση των υποκειμένων που τον αρθρώνουν, τα επίπεδα και τις ιδιαίτερες ποιότητες απεύθυνσής του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η διήγηση συστήνεται ως το περιεχόμενο του λόγου, ο μύθος και η πλοκή συνιστούν τις αιτιακές σχέσεις που ορίζουν την ακολουθία των γεγονότων, ενώ η ιστορία την παράθεση των διαδραματιζόμενων με βάση μια χρονική ιεράρχηση. Ο δε μονόλογος είτε αφομοιώνεται από την αφήγηση, στον βαθμό που συστήνεται ως έκθεση μη αναπαραστάσιμων γεγονότων, είτε πάλι γίνεται όχημα της φωνής του δραματουργού και, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, έκφραση του εσωτερικού κόσμου και εκδήλωση της διάνοιας του δραματικού προσώπου.
Επιπλέον, η αφήγηση, ως έννοια, συγχέεται και με την αφηγηματική εκδίπλωση του ρόλου στο Επικό Θέατρο ως αντίποδας στον δραματικό ψυχολογισμό ή ακόμα παραγνωρίζεται η παρουσία της στην ίδια τη διαλογική λειτουργία της δραματικής γραφής, μια παραδοχή που ανατρέπει τους διαχωρισμούς ανάμεσα στην Αριστοτελική θεωρία και σε αυτό που μπορούμε πραγματικά να ανακαλύψουμε μέσα από την υφολογική δαψίλεια ενός θεατρικού κειμένου.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι όταν μιλούμε για αφήγηση στο θέατρο, για αφηγηματική θεατρική φόρμα ή ακόμα για δραματοποιημένη αφήγηση εισερχόμαστε σε μια διαδικασία αλληλοπεριχωρήσεων, όπου η διάκριση των ορίων δεν είναι πάντοτε εμφανής. Πόσω δε μάλλον όταν το αίτημα είναι ένα πεζό κείμενο να προσλάβει αναπαραστατική, σκηνική δυναμική και να χειραφετηθεί από τη μετωπικότητα και τη γραμμικότητα.
Ακριβώς αυτή η παράμετρος λειτούργησε εξαιρετικά στο εγχείρημα της Βίλιας Χατζοπούλου στην παράσταση «Χρόνος από δεύτερο χέρι». Εδώ οι αφηγήσεις ανθρώπων που βίωσαν την αργή και βασανιστική μετάβαση από το ένα καθεστώς στο άλλο, τους εθνικιστικούς παροξυσμούς και την πολιτικοκοινωνική βία γίνονται ανάγλυφες και ζωντανές, καθώς διήγηση και μίμηση εμφυσούν δραματική πνοή μέσα στις λέξεις και τις περιγραφές.
Οι ερμηνευτές και οι ερμηνεύτριες στο σύνολό τους (Ελένη Καστάνη, Γιώργος Καφετζόπουλος, Αφροδίτη Αλ Σάλεχ, Μαρία Καλαμποκιά, Γιώργος Μανιάδης, Αγγελική Μπούρα, Μαρία Σταυροπούλου) καθίστανται το παζλ μιας ανθρωπογεωγραφίας με διαφορετικά γνωρίσματα και βιώματα που όμως μεταξύ τους ενώνονται με ένα υπόγειο νήμα, το οποίο αφηνόμαστε να ανασύρουμε νοερά από το βάθος και πέρα από τα κομβικά σκηνικά props που, πολύ έντεχνα, μετατρέπονται σε συνδετικούς κρίκους μεταξύ των ιστοριών.
Λιτή, χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις και με μια μεστότητα που μαρτυρά επίγνωση, αντοχή και ψυχική αποστέγνωση η Αφροδίτη Αλ Σάλεχ παραδίδει το εσωτερικό ηχείο του εξαντλημένου σπαραγμού μας μητέρας, της οποίας η κόρη δολοφονείται από τους Τσετσένους αυτονομιστές. Και ως κατακλείδα η δαιδαλώδης αφήγηση από την Ελένη Καστάνη, που περικλείει εντός της όλες τις δραματικές αποχρώσεις και εντάσεις του μονολόγου (εγκιβωτισμός που ισορροπεί ανάμεσα στη σημασία του λόγου και την ανάγκη για δείξη με θεατρικούς όρους), σηματοδοτεί την ωρίμανση των νοημάτων, την αποκρυστάλλωση μιας πολλαπλής κορύφωσης. Ενδιαφέρουσα ερμηνευτική κατάθεση από τον Γιώργο Καφετζόπουλο και πολύ έντιμη η συνεισφορά της Αγγελικής Μπούρα, με λιγότερο χαρακτηριστικές ερμηνευτικές πινελιές, ωστόσο με καλλιτεχνική αρτιότητα, οι παρουσίες της Μαρίας Καλαμποκιά, Γιώργου Μανιάδη και Μαρίας Σταυροπούλου.
Παρόμοιους προβληματισμούς με αυτή την εξαιρετική δημιουργία που παρουσιάζεται στο επάνω φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, μας προκάλεσε ο μονόλογος με τον πρωτότυπο, όσο και επίκαιρο, τίτλο «ΑΙ · Milia» (Θέατρο Αργώ [Κάτω Σκηνή]), ένα χαριτωμένο λογοπαίγνιο με το όνομα της μεγάλης μας ηθοποιού Αιμιλίας Υψηλάντη.
Εν πρώτοις, ο μονόλογος διαγράφεται ως μια εξιστόρηση των πλέον καθοριστικών γεγονότων της διαδρομής της καλλιτέχνιδας, από τα παιδικά της χρόνια μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα, όμως, το ιστορικό πλαίσιο, η περιπετειώδης εποποιία ενός βίου που συνυφαίνεται με την τέχνη, τις σχέσεις, τις ιδεολογίες και την πολιτική δράση δεν είναι παρά το πρόπλασμα προκειμένου να αποκαλυφθούν μύχιες ανησυχίες φιλοσοφικές, υπαρξιακές και άλλες. Χωρίς να υποβαθμίζεται το ειδικό βάρος της κατάθεσης των βιωματικών εμπειριών, στο υπόστρωμα του μονολόγου της (σκηνοθεσία Βασίλη Αποστολάτου), που άλλοτε γίνεται τεχνικός (αφηγηματικός), άλλοτε λυρικός και άλλοτε μονόλογος στοχασμού, κρύβεται μια θέση θέασης (έποψη) των πραγμάτων-μήνυμα, όπου ο άνθρωπος στέκεται με παρρησία, σεβασμό και σοφία απέναντι στη ζωή και τη μοίρα.
Η Αιμιλία Υψηλάντη καταθέτει αφειδώλευτα την πάλλουσα ψυχή της, πλημμυρίζοντας με τις περιγραφές και τους βαθείς συλλογισμούς της την άδεια σκηνή: μια ειλικρινής και αυθεντική σκηνική απόδοση μιας πολυκύμαντης, αφοπλιστικής και γοητευτικής αφηγηματικής διαδικασίας.
Κεντρική εικόνα θέματος: Από την παράσταση «Χρόνος από δεύτερο χέρι» – Photo Credit: Αποστόλης Κουτσιανικούλης
Διαβάστε επίσης:
Χρόνος από δεύτερο χέρι, της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς σε σκηνοθεσία Βίλιας Χατζοπούλου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
AI-MILIA: Μια παραστασιακή αφήγηση από την Αιμιλία Υψηλάντη για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Αργώ