Η έκθεση Subsurfaces συγκεντρώνει μια σειρά έργων που προσεγγίζουν το έδαφος ως έναν τόπο συσσώρευσης, όπου η ύλη, η μνήμη και οι διαφορετικές μορφές διαμεσολάβησης διασταυρώνονται και παραμένουν ενεργές μέσα στον χρόνο. Στο νέο σύνολο έργων του που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Αθήνα ο Ivan Šuković αντλεί από τη μακρόχρονη σχέση του με συγκεκριμένες τοποθεσίες στο Μαυροβούνιο και από εδάφη που έχουν διαμορφωθεί τόσο από γεωλογικές μετατοπίσεις όσο και από σύνθετες ιστορικές συνθήκες, σημαδεμένες από συγκρούσεις και μετακινήσεις. Το έδαφος αναδύεται ως ένα μέσο πυκνό και δυναμικό, αποτελούμενο από ιζήματα, οργανικές αποθέσεις, ορυκτά ίχνη και κατάλοιπα ανθρώπινης δραστηριότητας· η ύλη καταγράφει την κίνηση, ενώ οι διαδοχικές διελεύσεις, πιέσεις και μετατοπίσεις μετασχηματίζουν το ίδιο το γεωλογικό υλικό.
Η αίσθηση του εδάφους ως διαδικασίας διαπερνά και την ίδια τη δομή της έκθεσης. Αργές χημικές μεταβολές, τεχνολογικές διαμεσολαβήσεις και ιστορικά κατάλοιπα συνέρχονται σε μορφές που συγκεράζουν διαφορετικές διάρκειες. Τα έργα του Šuković αρθρώνουν αυτές τις συγκλίσεις μέσα από υλικές διαδικασίες που επιτρέπουν στο έδαφος να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της εικόνας.
Η επιλογή των τοποθεσιών έχει έντονο συναισθηματικό και ιστορικό φορτίο. Ο Šuković συλλέγει χώμα από τόπους που κάποτε λειτούργησαν ως ασφαλείς ζώνες, μέσα σε μια γενικευμένη ατμόσφαιρα πολιτικής ανησυ χίας που βίωσε κατά την παιδική του ηλικία. Πρόκειται για σημεία παύσης, για προσωρινές στάσεις μέσα σε μια εποχή αβεβαιότητας, προσμονής και συναισθηματικής πίεσης, ενός ιστορικού τοπίου που βρισκόταν σε διαρκή μετατόπιση. Ένα τοπίο που βιώνεται σε συνθήκες εσωτερικής αστάθειας μπορεί να αποκτήσει μια παράξενη καθαρότητα: ένα κομμάτι δάσους, μια πλαγιά, ένα ίχνος γης, ένα χρώμα, μια μυρωδιά, ένα άνοιγμα στο έδαφος που παραμένει στη μνήμη και ενίοτε εξιδανικεύεται. Οι επιλεγμένες τοποθεσίες φέρουν αυτή τη διπλή φόρτιση. Ανήκουν σε υπαρκτές γεωγραφίες, αλλά και σε μια φαντασία που διαμορφώνεται γύρω από την ανάγκη μετα τροπής του τόπου σε ένα μέρος αρκετά οικείου ώστε να μπορεί, έστω και προσωρινά, να κατοικηθεί.
Η χρήση του χώματος ως χρωστικής επιτρέπει στο ίδιο το έδαφος να επιστρέψει μετασχηματισμένο στην επι φάνεια του έργου. Το χώμα που συλλέγεται από τις συγκεκριμένες τοποθεσίες υποβάλλεται σε μικροβιολογική επεξεργασία, περνώντας μέσα από μια σειρά υλικών μετασχηματισμών που μεταβάλλουν σταδιακά τη σύστασή του και οδηγούν στην παραγωγή χρωστικών ουσιών. Οι χρωστικές που προκύπτουν συνεχίζουν να αντιδρούν μέσα στον χρόνο. Οι ορειχάλκινες επιφάνειες πάνω στις οποίες αποδίδονται τα τοπία καταγράφουν αυτή τη διαρκή υλική μεταβολή, καθώς το χρώμα και η υφή μετατοπίζονται και εξελίσσονται σταδιακά. Έτσι, η εικόνα μετατρέπεται σε πεδίο χρονικότητας διαμορφωμένο από διαδικασίες που εκτείνονται πολύ πέρα από τη στιγμή της παραγωγής της.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Το χώμα και το χρώμα χαρακτηρίζονται εδώ από μια σύνθετη και διαρκώς μεταβαλλόμενη σχέση. Το χώμα φέρει μια καθημερινή, σχεδόν οικεία υλικότητα· πρόκειται για κάτι που μπορείς κανείς να αγγίξει, να περπατήσει πάνω του, να μεταφέρει στις σόλες των παπουτσιών του ή κάτω από τα νύχια του, κάτι που μολύνεται, παρασύρε ται από τον άνεμο και το νερό. Την ίδια στιγμή, όταν μετατρέπεται σε χρωστική, εισέρχεται στην ιστορία της ζωγραφικής, στην ιστορία της εικόνας, αλλά και στην ιστορία του τοπίου ως πεδίου προβολής και επιθυμίας.
Η διατύπωση της Mary Douglas για τη βρωμιά ως «ύλη εκτός θέσης» αποκτά εδώ ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το χώμα μετακινείται διαρκώς ανάμεσα σε διαφορετικές καταστάσεις και κατηγορίες: έδαφος, δείγμα, κατά λοιπο, χρωστική, εικόνα, μνήμη. Με κάθε νέα μετατόπιση, μεταβάλλεται και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτό το χώμα.
Η χρήση του ορείχαλκου προσδίδει μια μορφή μνημειακότητας. Το υλικό φέρει συνδηλώσεις ανθεκτικότητας και επίσημης καταγραφής που συχνά παραπέμπουν σε αναμνηστικές πλάκες, σημάνσεις και διαφορετικές μορ φές θεσμικής μνήμης. Στην έκθεση οι αναφορές αυτές παραμένουν αναγνωρίσιμες, ενώ τα ανάγλυφα θυμίζουν αντικείμενα που θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος αστικού αρχείου ή της συλλογής ενός μουσείου.
Ο Šuković χαρτογραφεί έναν ακριβή τόπο, ενώ η ίδια η εικόνα ανοίγεται προς το φορτισμένο θέατρο της ανά κλησης. Ένας τόπος μπορεί να μετρηθεί, να ονομαστεί και να χαρτογραφηθεί, ενώ η εμπειρία που συνδέεται μαζί του υπερβαίνει την οικονομία των δεδομένων. Ακριβώς σε αυτό το σημείο αναδύεται ένα από τα ουσιαστικότερα στοιχεία της έκθεσης: το ίδιο χώμα που επιβεβαιώνει τον τόπο προέλευσης του συμμετέχει ταυτόχρονα και στη νέα του φαντασιακή συγκρότηση.
Μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας σχέσης εμφανίζεται μέσα από τη γλυπτική συμπύκνωση του τοπίου. Ένας παγετώνας που προκύπτει από εναέρια δεδομένα αποτύπωσης και αποκτά υλική υπόσταση μέσα από ψηφιακές διαδικασίες κατασκευής συμπυκνώνει μια μεγάλη έκταση στην περιορισμένη μορφή ενός διοράματος-μινιατού ρας τοποθετημένο σε μια κατασκευή στον τοίχο. Από την καταγραφή του τοπίου μέσω drone, στη μετάφρασή του σε ψηφιακό μοντέλο και στη συνέχεια στην υλοποίησή του μέσω τεχνολογίας CNC, κάθε στάδιο αφήνει το δικό του ίχνος στο τελικό αντικείμενο. Ο γεωλογικός χρόνος συναντά τη χρονικότητα της ψηφιακής καταγραφής και της κατασκευής, και η επιφάνεια του έργου γίνεται φορέας πολλαπλών διαρκειών.
Ένας παγετώνας συχνά συμπυκνώνει πολιτισμικές φαντασιώσεις γύρω από την απόσταση, την καθαρότητα και μια σχεδόν υπερβατική αίσθηση απομάκρυνσης. Σε αυτή την περίπτωση μεταφέρεται σε μια μικρότερη, πιο οικεία κλίμακα, έρχεται στα μέτρα του ανθρώπινου σώματος και της αρχιτεκτονικής. Η μορφή του παγετώνα φέρει τη μνήμη του εδάφους μέσα από την τεχνολογική καταγραφή, ενώ η συμπύκνωσή του σε μια τόσο οικεία κλίμακα δημιουργεί μια διαφορετική αίσθηση εγγύτητας, σχεδόν σαν αντικείμενο μνήμης. Το έργο αθροίζει τη γεωλογική διάρκεια και την προσωπική μνήμη σε μία ενιαία μορφή, ένα θραύσμα τοπίου σε κίνδυνο που έχει περάσει μέσα από μηχανές, μνήμη και αφή.
Η χρήση βάθρων δημιουργεί συνδέσεις με μια γνωστή εκθεσιακή γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα παραπέμπει σε χειρονομίες ανύψωσης που συνδέονται με τελετουργικούς τρόπους παρουσίασης. Το αντικείμενο γίνεται κάτι που προσεγγίζεται και παρατηρείται· η κλίμακά του προσκαλεί την εγγύτητα, ενώ η τοποθέτησή του στον χώρο δημιουργεί μια αίσθηση απόστασης.
Η γλώσσα εισέρχεται στην έκθεση μέσα από έναν ανακλαστικό μηχανισμό που προβάλλει κείμενο στον χώρο. Οι λέξεις εμφανίζονται και χάνονται την ώρα που ο θεατής μεταβαίνει από το ένα σημείο στο άλλο, ενώ η αναγνωσιμότητά τους εξαρτάται από τη σχέση ανάμεσα στο φως, την επιφάνεια και τη θέση του σώματος. Η ανάγνωση εκτυλίσσεται ως μια χρονική διαδικασία, διαμορφωμένη από μετατοπίσεις στην οπτική, στον προσανατολισμό και στον ρυθμό της κίνησης. Η γλώσσα κυκλοφορεί στον εκθεσιακό χώρο, καταλαμβάνοντας μια θέση που παραμένει ανοιχτή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Το νόημα παίρνει μορφή μέσα από αποσπασματικές συναντήσεις, μέσα από στιγμές ευθυγράμμισης που παραμένουν ανοιχτές στη μεταβολή, στην πολυπλοκότητα και στην πολλαπλότητα.
Ως επιτύμβιο, το έργο υιοθετεί τον τόνο μιας μνημονικής προσφώνησης, τοποθετώντας την μέσα σε μια εύθραυ στη οπτική συνθήκη. Το επιτύμβιο μετατρέπεται περισσότερο σε συνθήκη συνάντησης παρά σε αντικείμενο ανα φοράς . Ζητά από τον θεατή να κατοικήσει την αστάθεια της ανάγνωσης, να αποδεχθεί ότι το νόημα προκύπτει μέσα από μικρές προσαρμογές, μέσα από μια σωματική διαπραγμάτευση με τον χώρο.
Ένας περιστρεφόμενος βιομηχανικός μηχανισμός σμιλεύει μια ακόμη διαμόρφωση του χρόνου και της εικόνας. Ένα αρνητικό φωτογραφικό τοπίο, μέσα από τον τρόπο παρουσίασής του, κινείται αδιάκοπα κατά μήκος της επιφάνειας της μηχανής. Κάθε περιστροφή χαράσσει μια διαδρομή που επιστρέφει, ενώ ταυτόχρονα συσσωρεύει ανεπαίσθητες μεταβολές μέσα από την τριβή και τη φθορά. Η επανάληψη που δημιουργεί αυτή η κίνηση παράγει μια χρονική δομή, αλλά και έναν ιδιαίτερο ρυθμό θέασης και κίνησης.
Η παρουσία του κυκλικού πριονιού αναδεικνύει την εργασία, το ρίσκο και την τομή ως υλικές και συμβολικές συν θήκες της έκθεσης. Το τοπίο κινείται γύρω από ένα εργαλείο που συνδέεται με την κατασκευή, την εξόρυξη και τη δύναμη. Η περιστροφή του παράγει μια εικόνα που βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στο τοπίο και στη λειτουργία, ανάμεσα στη θέαση και στη φθορά. Η μηχανή καθιστά ορατή μια μορφή χρόνου που γίνεται αισθητή μέσα από την τριβή και τη σταδιακή αλλοίωση της ύλης. Στη μία περίπτωση, η γη μετατρέπεται σε χρωστική. Στην άλλη, το τοπίο μεταμορφώνεται σε ύλη που κινείται και εκτίθεται στις δυνάμεις ενός μηχανικού συστήματος. Και στις δύο περιπτώσεις, η παραγωγή της εικόνας φέρει ένα υλικό και σωματικό κόστος.
Μια διακριτική απτική ένταση διατρέχει ολόκληρη την έκθεση. Η ανακλαστική σκληρότητα του μετάλλου έρχεται σε αντίστιξη με πιο μαλακά, απορροφητικά υλικά. Η μάλλινη τσόχα και το βελούδο ενεργοποιούν μετατοπίσεις στον τρόπο με τον οποίο οι επιφάνειες γίνονται αντιληπτές, επιτρέποντας στη συνάντηση με τα έργα να κινείται ανάμεσα στην αντίσταση και στην απορρόφηση, ανάμεσα στην έκθεση και σε μια αίσθηση συγκράτησης.
Σήμερα, το έργο αποκτά μια σχεδόν αναπόφευκτη συνάφεια με την επικαιρότητα. Εικόνες τοπίων σημαδεμένων από ρήξεις, περιβαλλοντικούς μετασχηματισμούς, εξορυκτικές διαδικασίες και αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυ σμών κυκλοφορούν διαρκώς, ενώ εικόνες εμπόλεμων ζωνών και περιβαλλοντικών καταστροφών διακινούνται με ταχύτητα μέσα από οθόνες, παράγοντας μια ιδιόμορφη αίσθηση που συνδυάζει την αμεσότητα με την απόσταση. Ζούμε μέσα σε μια σχεδόν αδιάκοπη κυκλοφορία εικόνων, ενώ η υλικότητα των γεγονότων, των τόπων και των σωμάτων στα οποία αυτές αναφέρονται παραμένει συχνά σε απόσταση από τη βιωμένη εμπειρία.
Το Subsurfaces συνομιλεί άμεσα με τη συνθήκη αυτή και εστιάζει στη σχέση ανάμεσα στην εικόνα και στο έδα φος, σε μια εποχή όπου εικόνες καταστροφής, μετανάστευσης και βίας παράγονται, διαμοιράζονται και κατανα λώνονται αδιάκοπα. Η έκθεση στρέφει την προσοχή σε υλικούς φορείς και θέτει το ερώτημα πώς συγκρατείται η εμπειρία όταν η εικόνα από μόνη της παύει να επαρκεί, πώς ένα τοπίο φέρει την πίεση των γεγονότων που το διαπερνούν και πώς παρεμβαίνει η φαντασία όταν η απτή πραγματικότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερο να κατοικηθεί. Τα ίχνη αυτά κυκλοφορούν μέσα από θραύσματα, μέσα από αισθητηριακές εντυπώσεις που διαμορ φώνουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται ο χώρος. Η έκθεση τοποθετεί την εμπειρία αυτή μέσα σε ένα ευρύτερο υλικό πλαίσιο, όπου η προσωπική μνήμη διασταυρώνεται με εδαφικές και ιστορικές διαδικασίες.
-Επιμέλεια: Πάνος Γιαννικόπουλος
-Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Άννα Μαρία Λουδάρου
-Βοηθός Επιμέλειας: Αλεξάνδρα Μαλακασιώτη
Ivan Šuković – Πληροφορίες για τον εικαστικό
Ο Ivan Šuković (γ.1981, Ποντγκόριτσα, Μοντενέγκρο) είναι εικαστικός καλλιτέχνης. Η πρακτική του εκτείνε ται στα πεδία της multimedia τέχνης και της αρχειακής έρευνας καθώς και της site-specific εγκατάστασης. Σε συνεργασία με επιστημονικά ινστιτούτα, αναπτύσσει έργα που λειτουργούν ως διεπιστημονικές πλατφόρμες, γεφυρώνοντας την καλλιτεχνική διερεύνηση με την επιστημονική μεθοδολογία. Είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου σπουδών από το University of Arts in Belgrade (Department of Multimedia Art, 2019).
Ο Šuković εκπροσώπησε το Μοντενέγκρο στη 59η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση (2022) καθώς επίσης και στη 19η Διεθνή Έκθεση Αρχιτεκτονικής (2025) της Μπιενάλε Βενετίας. Το έργο του έχει παρουσιαστεί σε πολυά ριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Έχει συμμετάσχει σε διεθνή προγράμματα φιλοξενίας καλλιτεχνών στην Ισπανία, τη Γερμανία, τη Νορβηγία και την Ιταλία. Η πρακτική του έχει τιμηθεί με πολυάριθμα βραβεία, ενώ έργα του περιλαμβάνονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές.