Τα έργα
Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έγραψε τον «Άμλετ» το 1600-1601. Ωστόσο, είχε αρχίσει να δουλεύει πάνω στο μύθο του έργου ήδη από το 1589. Σύμφωνα με τον Τζέημς Τζόυς όμως, ο θάνατος του γιου του, Άμνετ, το 1596, επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση της τραγωδίας με την μορφή που διασώζεται έως σήμερα. Ο «Άμλετ» δεν είναι απλώς μια τραγωδία εκδίκησης, αλλά αναπαριστά «το θέατρο του κόσμου» (Bloom, Harold. “Shakespeare, The Invention of the Human”. Fourth Estate, 1999: 383). Αυτό εξηγεί και το εμμονικό ενδιαφέρον του ήρωα με τις ερωτήσεις, περιλαμβάνοντας στο κείμενο δέκα-επτά φορές τη λέξη «ερώτηση». Ο Άμλετ είναι ο άνθρωπος που πασχίζει να βρει απαντήσεις και μέσω των δικών του αναζητήσεων οδηγούνται στοn αφανισμό και πολλοί από τους ήρωες του έργου.
«Η Μηχανή Άμλετ» του Χάινερ Μύλλερ γράφτηκε το 1979, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου. Ο Γερμανός συγγραφέας τοποθέτησε τον Σαιξπηρικό ήρωα σε ένα δυστοπικό και άχρονο τοπίο, το οποίο μοιάζει να υπάρχει στο διηνεκές. Στο περιβάλλον αυτό, οι άνθρωποι νοσούν ψυχικά και κατ’ επέκταση, σωματικά, λόγω της φιλαυτίας, της υπεροψίας και του εγωκεντρισμού τους. Ο Δανός πρίγκηπας, σαν διαχρονικός επαναστάτης, διασχίζει τις εποχές και τις κοινωνίες επιβεβαιώνοντας την νοσηρότητα της ανθρωπότητας.
Ο Σαιξπηρικός ήρωας, ήδη από την ελισαβετιανή εποχή της γέννησής του, υπήρξε η, άμεση ή έμμεση, αφορμή και αιτία του θανάτου πολλών άλλων ηρώων, όπως ο Πολώνιος, ο Λαέρτης, η Οφηλία, οι Ρόζενκρατς και Γκίλντερστερν, ο Κλαύδιος και η Γερτρούδη, μέσω των αναζητήσεών του. Ο ήρωας του Μύλλερ, απόγονος του Σαιξπηρικού του προγόνου, φέρει την ευθύνη της γέννησης και ύπαρξης του, καθώς αντιμετωπίζει με κυνισμό τον αφανισμό της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας ότι «το αύριο δεν θα συντελεστεί πλέον» (Müller, Heiner. «Η Μηχανή Άμλετ». Μετ. Ελένη Βαροπούλου. Εκδόσεις Άγρα, 2013: 4).
Η παράσταση
Η Σοφία Αντωνίου διάβασε σκηνοθετικά τον Άμλετ ιδωμένο μέσα από τη διαχρονικότητα της διακειμενικής του παρουσίας. Ως αποτέλεσμα, ο Άμλετ της είναι ένας σύγχρονος επαναστάτης, ο οποίος υπάρχει για να θέτει ερωτήματα, να προκαλεί, να αποδομεί και να υπονομεύει.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Βαδίζοντας στο δραματουργικό πλαίσιο του Μύλλερ, η σκηνοθέτις έθεσε, εξ αρχής, την παράσταση σε συνθήκες πρόβας. Ένας θίασος ετοιμάζει τα λόγια του και στήνει τις σκηνές πριν την έναρξη της παράστασης. Δοκιμές, αυτοσχεδιασμοί και επαναλήψεις τονίζουν το στοιχείο του «θέατρου-μέσα-στο-θέατρο». Σκηνικός ενορχηστρωτής όλων ο Άμλετ, ο οποίος τοποθετεί τους ήρωες και συμπρωταγωνιστές του στις σωστές θέσεις. Στην πορεία ωστόσο, όλοι και όλα θα εκτραπούν και θα αυτονομηθούν υπογραμμίζοντας έτσι τη ζωντανή φύση του θεάτρου, αλλά και το απρόβλεπτο της ανθρώπινης ζωής. Στη συνέχεια, το θέατρο δίνει τη θέση του στην «αληθινή» ζωή, καθώς πίσω από την αυλαία εμφανίζεται η «πραγματικότητα του σκηνικού», ενώ παράλληλα ο επί σκηνής θίασος ενώνεται με το κοινό σε κοινή παράκληση για παύση της ανθρωποφαγίας και του διχασμού, καλώντας να πάψει πλέον «αδελφός να σκοτώνει αδελφό».
Ο Άμλετ της Σ. Αντωνίου φέρει περισσότερα στοιχεία από το δραματουργικό παρελθόν του Μύλλερ, παρά του Σαίξπηρ. Ο ήρωας της συνεχίζει τη μπρεχτική παράδοση του Μπάαλ, του εξαθλιωμένου αλήτη ποιητή, ο οποίος διαφθείρει όποιον και ό,τι τον πλησιάζει, αφού και ο ίδιος είναι το αποτέλεσμα μιας σαθρής κοινωνίας. Έτσι, ο Άμλετ της Σ. Αντωνίου διαφθείρει την Οφηλία, η οποία νοσεί σωματικά, πνευματικά και ακολούθως, ψυχικά, ενώ όταν αργότερα, τυφλωμένος από το μίσος του, συνειδητοποιήσει ότι έχει οδηγήσει τη Γερτρούδη στο θάνατό της, αποφασίζει να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων. Η μισαλλοδοξία όμως μεταξύ των ανθρώπων είναι αναπόφευκτη, όπως και η επερχόμενη αναρχία, αλλά και η συνεπακόλουθη καταστροφή, όπως αποτυπώνεται στην τελευταία, πολύ ενδιαφέρουσα σκηνή.
Η παράσταση εμφανίζει σαφές σκηνοθετικό ενδιαφέρον, με τις παραλληλίες ανάμεσα στα δύο κείμενα και κατ’ επέκταση με τη σημερινή εποχή να κεντρίζουν περισσότερο την προσοχή του κοινού. Ωστόσο, η διατήρηση του μεγαλύτερου τμήματος του σαιξπηρικού κειμένου εξέτρεψε, σε αρκετά σημεία, το ρυθμό της παράστασης. Θα ήταν σκόπιμο να έχει περαιτέρω περικοπεί το κείμενο του «Άμλετ», καθώς θα βελτίωνε το σκηνοθετικό ρυθμό, ενώ θα τόνιζε περισσότερο νοήματα και παραλληλίες μεταξύ των δύο κειμένων και της σημερινής εποχής.
Οι Ηθοποιοί
Πολύ καλός ο Δημήτρης Καπουράνης στο ρόλο του Άμλετ. Κατάφερε με εξαιρετική μαεστρία και υποκριτική ισορροπία να κινηθεί ανάμεσα στο δύσκολο σαιξπηρικό έργο και το απαιτητικό κείμενο του Μύλλερ, την ίδια στιγμή που αλληλεπιδρούσε με τον υπόλοιπο θίασο, αλλά και τους θεατές. Ανάμεσα στο μεσοπολεμικό Μπάαλ και τον σύγχρονο Τζόκερ, ο Δ. Καπουράνης απέδωσε την ευφυία, την τρέλα, την απόγνωση, τη διαφθορά και την κατάπτωση του πρίγκηπα από την Δανία. Πολύ καλός επίσης ο Γιώργος Παρταλίδης, ο οποίος με εξαιρετική ηρεμία, αλλά και έντονο πάθος ανέδειξε ιδιαίτερα το ρόλο του Λαέρτη. Εξίσου καλή η Γερτρούδη της Αουρόρα Μάριον, η οποία απέδωσε τη βασίλισσα, αλλά και τη μάνα, ούσα ωστόσο παγιδευμένη στη ζοφερή στενωπό της εξουσίας και της εκδίκησης. Εξαιρετική η Οφηλία της Λωξάνδρας Λούκας, η οποία ανέδειξε το πάθος, την πίστη, αλλά και την πικρή συνειδητοποίηση της ηρωίδας. Η Λ. Λούκας ήταν καταπληκτική όχι μόνον στις σκηνές κατά τις οποίες βρισκόταν η ίδια στο επίκεντρο του δραματουργικού και σκηνοθετικού ενδιαφέροντος, αλλά και σε αυτές που ο ρόλος της ήταν περιφερειακός, δείχνοντας την υποκριτική της φροντίδα και συνέπεια. Καλός ήταν επίσης ο Μιχάλης Αφολαγιάν στο ρόλο του Κλαύδιου. Τέλος, πολύ καλοί οι Γιάννης Κόραβος και Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος, αποδεικνύοντας την υποκριτική τους ικανότητα, αλλά και τα αντανακλαστικά τους.
Οι συντελεστές
Η ποιητική μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά στο σαιξπηρικό κείμενο συνυπήρξε λογοτεχνικά με τη ρεαλιστική μετάφραση της «Μηχανής Άμλετ» της Ελένης Βαροπούλου κάνοντας ξεκάθαρη, εξ αρχής, τη σκηνοθετική γραμμή. Εξαιρετικό ήταν το σκηνικό της Μαριλένας Καλαϊτζαντωνάκη, το οποίο κινήθηκε με επιτυχία στο δίπτυχο που έθεσε η συνθήκη του «θεάτρου-μέσα-στο-θέατρο», δημιουργώντας ένα απολύτως δυστοπικό περιβάλλον. Πολύ καλά επίσης και τα κοστούμια της Μ. Καλαϊτζαντωνάκη, δηλωτικά της ελισαβετιανής εποχής, αλλά με σύγχρονο ύφος. Πολύτιμος σύμμαχος του σκηνικού υπήρξε ο φωτιστικός σχεδιασμός του Γιώργου Ιεραπετρίτη, ο οποίος υπογράμμισε, ανέδειξε και δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες αναδεικνύοντας την όψη της παράστασης. Τέλος, η μουσική σύνθεση του Jeph Vanger υπογράμμιζε απόλυτα το σκηνοθετικό εγχείρημα, αποδίδοντας την αίσθηση αποσύνθεσης και καταστροφής.
Εν κατακλείδι
Η σκηνοθεσία της Σοφίας Αντωνίου αποτέλεσε ένα σαφές κοινωνικό σχόλιο με αφορμή την «Τραγωδία του Άμλετ, του Πρίγκηπα της Δανίας». Με έντονα συμπεριληπτική διάθεση, η σκηνοθέτις έθεσε επί σκηνής υπαρξιακά, κοινωνικά, ιστορικά και πολιτικά ερωτήματα, αναδεικνύοντας τη φύση του σαιξπηρικού ήρωα. Η πρόθεση της σκηνοθεσίας υπήρξε ξεκάθαρη και ενδιαφέρουσα, μολονότι η υλοποίηση, σε σημεία, έπασχε. Είναι όμως πολύ σαφές ότι η σκηνοθέτις έθεσε προ του κοινού μια πρωτότυπη και ερεθιστική καλλιτεχνικά πρόταση, η οποία αναμφισβήτητα αξίζει της προσοχής του κοινού.
Photo Credit: Ανδρέας Κανελλόπουλος
Διαβάστε επίσης:
Άμλετ (machine), των Σαίξπηρ & Μύλλερ σε σκηνοθεσία της Σοφίας Αντωνίου στο Θέατρο Πορεία