Έκθεση: Cameron Jamie στη γκαλερί Bernier – Eliades

Η πρώτη αντίδραση του επισκέπτη, αμέσως μόλις περάσει το μαρμάρινο κατώφλι στη γκαλερί Bernier/Eliades και αντικρίσει τα πρώτα πέντε κεραμικά του Cameron Jamie, εμπεριέχει ένα δυνατό αλλά απροσδιόριστο αίσθημα αμηχανίας. Δέσμιος της αλλόκοτης αυτής αίσθησης, περιφέρεται διστακτικός σε αυτό το, εκ πρώτης όψεως, απόκοσμο περιβάλλον, μαγεμένος θαρρείς από την ανεξήγητη, μυστηριώδη αύρα των έργων.

Στην Αρένα των Αρχέγονων Ενστίκτων

Η πρώτη αντίδραση του επισκέπτη, αμέσως μόλις περάσει το μαρμάρινο κατώφλι στη γκαλερί Bernier/Eliades και αντικρίσει τα πρώτα πέντε κεραμικά του Cameron Jamie, εμπεριέχει ένα δυνατό αλλά απροσδιόριστο αίσθημα αμηχανίας. Δέσμιος της αλλόκοτης αυτής αίσθησης, περιφέρεται διστακτικός σε αυτό το, εκ πρώτης όψεως, απόκοσμο περιβάλλον, μαγεμένος θαρρείς από την ανεξήγητη, μυστηριώδη αύρα των έργων. Παρατηρώντας σιωπηρός, σχεδόν ευλαβικά, τις πέντε στήλες από ψημένο πηλό, που δεσπόζουν λαμπερές, χρωματισμένες, επιστρωμένες με σμάλτο, σύντομα διακατέχεται από την πεποίθηση πως πρόκειται για κάτι παραπάνω, κάτι άλλο από αυτό που οι αισθήσεις του σε πρώτο επίπεδο προσλαμβάνουν, μια ομοιογενή δηλαδή, κατακόρυφη μάζα από στερεοποιημένη, γυαλιστερή λάσπη.

Όταν το πρωταρχικό μούδιασμα των αισθήσεων υποχωρεί, η αντίληψη επανέρχεται, αναγεννημένη, για να διαπιστώσει κανείς πως τα έργα αυτά, χωρισμένα σε δύο μέρη, μια εντυπωσιακή, ψηλή βάση, και το κυρίως γλυπτό, που ισορροπεί με σταθερότητα, γαντζωμένο θαρρείς πάνω της, χωρίς το σύνολο να υπερβαίνει το ύψος του μέσου ανθρώπου (το ψηλότερο από αυτά αγγίζει το 1 μέτρο και 86 εκατοστά), από τη μια προσιδιάζουν σε αναπαράσταση κορμών δέντρων ή κατακόρυφων βράχων, με αλλόκοτα φυτικά, διακοσμητικά στοιχεία να περιελίσσονται ασφυκτικά γύρω τους, και από την άλλη αποτελούν ασαφή υπόμνηση δοξαστικών τοτέμ κάποιας φυλής ιθαγενών της νοτιοδυτικής αμερικάνικης ηπείρου, όχι πολύ μακριά από τα προάστια του Los Angeles, που γεννήθηκε(1969) και μεγάλωσε ο καλλιτέχνης.

Παρατηρώντας κανείς τα γλυπτά με προσοχή, και αφού συμβουλευτεί τον κατάλογο με τους τίτλους, «Personage I, II, III», μέσα στην ομοιογενή μάζα αρχίζει σταδιακά να διακρίνει δυο βαθιές εσοχές στα σημεία των ματιών, ή δυο τρύπες στη θέση μιας προεξέχουσας, κωμικής μύτης, σα ρουθούνια γουρουνιού ενός φανταστικού, ανθρωπόμορφου ήρωα σε underground graphic novel. Μπορεί ακόμη να ξεχωρίσει απομεινάρια από κόκκαλα ζώων ή ίχνη από ανθρώπινη ραχοκοκαλιά, συμπιεσμένα όλα σε μια φαινομενικά άμορφη μάζα, πλασμένη επιδέξια αλλά και με βίαιη, σχιζοφρενική χειρονομία, στο σχήμα της ανθρώπινης φιγούρας, σε όρθια στάση. Σ’ ένα από αυτά τα κεραμικά, μια γλιτσερή, κίτρινη ουσία από λιωμένες φόρμες ισορροπεί στην κορυφή, σαν καρικατούρα ξανθιάς κόμης σούπερ-ηρωίδας – ενδεχομένως από την ομάδα υπέρ-ηρώων Fantastic Four, των πασίγνωστων στην αμερικάνικη ήπειρο Marvel Comics – αλλά με παραμορφωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, σαν την παρατραβηγμένη μακριά μύτη της, που προεξέχει κοροϊδευτικά σαν κακόχυμη μελιτζάνα.

Οι αλλοπρόσαλλες αυτές, γλοιώδεις, παράδοξες φιγούρες, τα τελειοποιημένα, από τεχνικής άποψης, γλυπτά του Cameron Jamie, που σήμερα ζει κι εργάζεται στο Παρίσι, είναι χρωματισμένα σε μια ευαίσθητη γκάμα, που μεταβάλλεται ανάμεσα σε απαλές αποχρώσεις του ορυκτού κιννάβαρι, του κόκκινου του καδμίου, της ώχρας και της ψημένης όμπρας, το πράσινο του τσιμέντου και του χρωμίου, και σε υπέροχες προσμίξεις μπλε κοβαλτίου και ουλτραμαρίνης. Τα κεραμικά αυτά, που πετυχαίνουν μ’ έναν ιδιαίτερο, αλχημικό θα λέγαμε τρόπο, να ενσωματώσουν τα τυχαία σταξίματα του χρώματος και τα αναπόφευκτα ατυχήματα της ύλης κατά τη διάρκεια της δύσκολης, δεξιοτεχνικής διαδικασίας κατασκευής τους – ολότελα φυσικής μεθόδου παρασκευής αντικειμένων, μιας πανάρχαιας τέχνης που, αξίζει να σημειωθεί, αντίκειται, μ’ έναν ιδεολογικό τρόπο, στη μηχανοποιημένη υπέρ-παραγωγή της προηγμένης βιομηχανικής εποχής, υπό την προϋπόθεση πάντα πως πραγματοποιείται με τους παραδοσιακούς τρόπους και τεχνικές – θα μπορούσαν κάλλιστα να συνυπάρξουν με ανεκτίμητες πορσελάνες σε βίλες προαστίων οποιασδήποτε μεγαλούπολης του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου, υπονομεύοντας ταυτόχρονα αυτή καθεαυτήν την εξεζητημένη διακοσμητική πολυτέλεια των μεγαλοαστικών σπιτιών.

Οι παραμορφωμένες αυτές, κωμικές φιγούρες, καρικατούρες ηρώων της pop υπό-κουλτούρας, grotesque ειδώλια μιας άγνωστης ιεροτελεστίας του σύγχρονου αστικού πολιτισμού, μ’ έναν παράδοξο τρόπο λειτουργούν σαν μεταβατικά αντικείμενα, ένα ενδιάμεσο δηλαδή αντικείμενο, εξοπλισμένο με αρχέγονες ιδιότητες, η γελοιογραφική αναπαράσταση μιας κούκλας katcina – ένα παιχνίδι που προσφέρουν για παιδαγωγικούς σκοπούς στα παιδιά τους μέλη της αναγνωρισμένης φυλής ιθαγενών Hopi, που κατοικούν στη βορειοανατολική Αριζόνα – ένα λατρευτικό αντικείμενο που βοηθά να γεφυρωθεί η απόσταση ανάμεσα στα ψυχικά φαινόμενα και τα φαινόμενα της εξωτερικής πραγματικότητας, ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό, ένα αιρετικό σκήπτρο που συμβολίζει τον αγγελιοφόρο που μεταφέρει στους ανθρώπους τα ανορθόδοξα αλλά επιτακτικά μηνύματα του κόσμου των πνευμάτων.

Άλλες δυο κεραμικές φιγούρες στην επόμενη αίθουσα – η μία από αυτές, κατ’ αντιδιαστολή προς τις υπόλοιπες, πάνω σε ατσάλινη, σκουριασμένη βάση – σε συνδυασμό με τα δύο σχέδια της έκθεσης, το «Smelting Figure» και το «Ex Harlequin», μικτή τεχνική και μελάνι σε χαρτί, με την αυτοματική φρενίτιδα που έχουν ολοκληρωθεί, επιβεβαιώνουν την αίσθηση πως, τόσο τα γλυπτά, όσο και τα σχέδια, αναφέρονται σε τερατόμορφα υπερβατικά πλάσματα, σε αρχέγονη λάσπη που έχει υποστεί συστηματική, μεθοδική παραμόρφωση, σε σημείο ώστε το τελικό αποτέλεσμα να διατηρεί μια υποσυνείδητη, υπερβατική σχέση με τον πριμιτιβισμό της οργανικής ύλης απ’ όπου προήλθε.

Η προέλευση της ανατρεπτικής αυτής μεθόδου, όπου τα νοηματικά όρια ενός αντικειμένου χαλαρώνουν και άξαφνα το οικείο μετατρέπεται σε απόκοσμο, και αντίστροφα, θα μπορούσε να εντοπισθεί στις πρακτικές των σουρεαλιστών, στον τρόπο που ένα ρολόι λιώνει (στην περίπτωση του Salvador Dali), ή το οικείο σχήμα ενός πουλιού αναμιγνύεται με το σχήμα ενός φύλλου ή μιας κορυφής ενός βουνού (στην περίπτωση του Rene Magritte), ή το αποτύπωμα των νερών του ξύλου μ’ ένα μολύβι σ’ ένα χαρτί προσιδιάζουν σε ανθρωπόμορφα, αλλόκοτα τέρατα (στην περίπτωση των περίφημων frottage του Max Ernst), ή τέλος στους τόσους αυτοματικούς πειραματισμούς – παιχνίδια των σουρεαλιστών, όπου συνηθισμένα, καθημερινά αντικείμενα μετατρέπονται σε φετιχιστικά ειδώλια ερωτισμού, ή ενσωματώνουν ανατρεπτικές, επαναστατικές όψεις μιας οργισμένης, απεγνωσμένης ιντελιγκέντσιας, που κραυγάζει ενάντια στο συντηρητισμό της μπουρζουαζίας, που με σουρεαλιστικές, καθαρτήριες τελετές αφορίζει τον πουριτανισμό της καθεστηκυίας τάξης.

Τα κεραμικά που κρέμονται στο δεύτερο χώρο και το τρίτο μακρόστενο δωμάτιο της γκαλερί, με τίτλους όπως «Compression Fracture Painting XX, XXI», που λειτουργούν σαν τρισδιάστατοι πίνακες, διατηρούν μιαν αφηρημένη φόρμα, που παραπέμπει στη βιομάζα ζωικών ή φυτικών ειδών. Μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, αυτά τα γλυπτά – πίνακες, απομονώνονται στο δικό τους αυτό-αναφερόμενο σύμπαν, που φαίνεται πως διέπεται από τους δικούς του εσωτερικούς, φορμαλιστικούς νόμους. Χρησιμοποιώντας ως δομικό στοιχείο μια επαναλαμβανόμενη κατασκευαστική μονάδα, κάτι σαν το κύτταρο του DNA, ή σαν περιτύλιγμα καραμέλας αν ερμηνευθεί χιουμοριστικά, δημιουργεί ένα φορμαλιστικό τελικό αποτέλεσμα που άλλοτε παραπέμπει σε οργανικά, βιολογικά τοπία, και άλλοτε σε γλοιώδη παράσιτα, σαν την αιμοβόρα γλίτσα των αμερικάνικων περιοδικών με τέρατα ή ταινιών τρόμου επιστημονικής φαντασίας, όπως για παράδειγμα το Shivers (1975) του David Cronenberg.

Στα πρόσφατα έργα του, ο Cameron Jamie φαίνεται πως ενεργοποιεί εκ νέου την τέχνη της μεταμφίεσης, που είναι η προσφιλής του τεχνική, επεκτείνοντας τα όρια της προσωπικής του μυθολογίας, υποδηλώνοντας ταυτόχρονα τη βαθύτερη προσήλωσή του σε μια τέχνη που λειτουργεί περισσότερο σαν ιεροτελεστία, ένας βίαιος μιμητισμός μιας παράλογης, άγριας, ξέφρενης χειρονομίας, στα πρότυπα μιας art brut που αρνείται κάθε έννοια πολιτικής ή αισθητικής ορθότητας.

Μολονότι ζει κι εργάζεται στο λεγόμενο προηγμένο δυτικό κόσμο, με την ευαισθησία αλλά και την ψυχρότητα ενός ιδιότυπου δανδή, επιλέγει τη στρατηγική θέση του περιθωρίου, το γνώριμο ορμητήριο κάθε avantgarde καλλιτέχνη, προκειμένου να στρέψει το ενδιαφέρον του σε όσα η ευρύτερη, διαδεδομένη κουλτούρα στιγματίζει ως υπό-κουλτούρα. Από εκεί αντλεί έμπνευση για να δημιουργήσει το δικό του θέατρο του παραλόγου, τις δικές του φαλλικές καρικατούρες, τα δικά του μυστικιστικά είδωλα, στη φόρμα των οποίων συντελείται η αποθέωση των παγανιστικών δυνάμεων του αρχέγονου ανθρώπου. Στα γλυπτά του η έννοια του ανώνυμου τεχνίτη εξυμνείται, τα σύμβολα της υψηλής, εδραιωμένης τέχνης αλλά και της φανταχτερής, κοινής, χυδαίας, kitsch αισθητικής αντιμετωπίζονται με ισοτιμία, σα να πρόκειται για όψεις του ίδιου νομίσματος. Στην ιδιαίτερη κοσμολογία του φαίνεται πως τα κεραμικά του θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν προσωποποιήσεις ιερών voodoo πνευμάτων, με τρόπο ώστε ο σύγχρονος, αλλοτριωμένος άνθρωπος θα μπορούσε, με καθορισμένα αυστηρές, μαγικές τελετές εξορκισμού, ν’ απελευθερωθεί από τα δεινά του νεωτεριστικού, αγοραίου, τεχνολογικού κόσμου, μέσα στον οποίο παραπαίει παγιδευμένος, προκειμένου να ξαναβρεί τον πρωταρχικό, διαισθητικό, ορμητικό, πνευματιστικό εαυτό του.

Η γκαλερί Bernier – Eliades, φιλοξενεί την τρίτη ατομική έκθεση του Cameron Jamie, από 27 Φεβρουαρίου έως 5 Απριλίου 2014.



Φωτογραφία θέματος: Boris Kirpotin


Πρώτη φωτογραφία κριτικής: 
“Smelting Figure”, 2013

Ink and mixed media on paper

130 x 89 x 4,5 cm (framed)


Δεύτερη φωτογραφία κριτικής: “Compression Fracture Painting XX”, 2014

Glazed ceramic

60 x 93 x 22 cm


x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ