Λίγοι έλληνες εικαστικοί έχουν κινηθεί με τόση άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά μέσα, υλικά και αφηγηματικές φόρμες όσο ο Αλέξανδρος Ψυχούλης. Εδώ και τέσσερις δεκαετίες, το έργο του διασχίζει τη γλυπτική, το σχέδιο, το βίντεο, τις εγκαταστάσεις και τις νέες τεχνολογίες, διατηρώντας πάντοτε έναν έντονα προσωπικό πυρήνα, ο οποίος συγκροτείται από φιλοπεριέργεια, τρυφερότητα και χιούμορ.
Η έκθεση «Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις», που παρουσιάζεται έως τις 4 Οκτωβρίου στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων, σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Χριστόφορου Μαρίνου, δεν λειτουργεί ως μια συμβατική αναδρομική. Αντίθετα, αξιοποιώντας την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική προσωπικότητα του χώρου, προτείνει μια νέα ανάγνωση του έργου του, μέσα από την οποία κάθε επισκέπτης καλείται να χαράξει τη δική του διαδρομή στο εικαστικό σύμπαν του καλλιτέχνη.
Με αφορμή την έκθεση, συνομιλήσαμε με τον Αλέξανδρο Ψυχούλη για τα υλικά, τα «Τρελά Ορφανά» της δεκαετίας του ’90, το φιλοπαλαιστινιακό έργο “Body Milk”, τη σχέση της τέχνης με το φαγητό και την καλλιέργεια της γης, αλλά και για μια οικογενειακή φωτογραφία με ένα νεκρό τσακάλι που εξακολουθεί να τον συντροφεύει μισό αιώνα αργότερα.
***
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Μια όχι ακριβώς αναδρομική έκθεσή σας εξελίσσεται αυτή τη στιγμή στα Χανιά. Πείτε μας λίγο για τις επιδιώξεις στο στήσιμο αυτής, σε συνεννόηση με τον επιμελητή της έκθεσης Χριστόφορο Μαρίνο.
Η Πινακοθήκη των Χανίων είναι ένα τριώροφο κτίριο με έντονη αρχιτεκτονική προσωπικότητα. Αφήσαμε το χώρο να μας υπαγορεύσει τις θέσεις κάποιων κομβικών έργων κι από εκεί και πέρα άρχισε ένα παιχνίδι διαλόγων. Διαλόγου μεταξύ των έργων, τα οποία δεν αναρτούνται με καμιά χρονολογικά γραμμική σειρά, διαλόγου μεταξύ εμένα και του Χριστόφορου που γνώριζε πολύ καλά το σύνολο του έργου.
Η βασική πρόθεση ήταν να στηθεί μια έκθεση ανοιχτή σε αυθαίρετα αφηγήματα που φτιάχνουν οι ίδιοι θεατές καθώς ανεβοκατεβαίνουν τους ορόφους.
Για μένα είναι λίγο σα να είχα την δυνατότητα να κάνω ένα διαφορετικό μοντάζ του παρελθόντος μου.
-Έχετε καταπιαστεί με διαφορετικά μέσα και υλικά μέσα στην 40χρονη καλλιτεχνική σας πορεία. Προηγείται συνήθως μια περιέργεια γύρω από ένα υλικό, το οποίο εξετάζετε πώς θα μπορούσατε να αξιοποιήσετε σε ένα έργο, ή σας κεντρίζει πρώτα το ενδιαφέρον ένα πρότζεκτ και στη συνέχεια αναζητάτε το μέσο ή το υλικό που θα το υπηρετούσε καλύτερα;
Μπορεί κάποιες φορές να έφτασα στα άκρα μ’ ένα υλικό που χρησιμοποίησα, αλλά δεν το παντρεύτηκα ποτέ. Το να σταματήσω να δουλεύω γιατί μου λείπει ένα συγκεκριμένο υλικό το θεωρούσα πάντα δικαιολογία για να τεμπελιάσω. Τα υλικά τα ψάχνω ή με συναντούν μέσα από τις συνθήκες που κάθε φορά ζω. Για παράδειγμα, όταν έζησα για καιρό κοντά σ’ έναν ελαιώνα δούλευα με τα ξύλα της ελιάς που έβρισκα άφθονα. Στην καραντίνα, αναγκασμένος να δουλεύω στο σπίτι, χρησιμοποιούσα μολύβια ακουαρέλας γιατί ήταν εντελώς άοσμα. Στο στρατό, που δεν είχα τίποτε μαζί μου, ανακάλυψα τις χειροτεχνίες που έκαναν οι φαντάροι καίγοντας με αναπτήρες τα κορδόνια των αρβυλών, κι έκανα τα κορδόνια το όχημα για να μιλήσω για δικά μου πράγματα. Είχα διαβάσει μικρός και τον Μαγιακόφσκι που έλεγε «αν είναι κανείς σας δίχως χέρια/ ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές» και μάλλον με στοίχειωσε. Κάπως έτσι στο πέρασμα των χρόνων φτιάχνεις μια μεγάλη παλέτα ετερόκλητων δυνατοτήτων και μπορείς ανά πάσα στιγμή να επιστρέψεις σε κάτι που έχεις αφήσει γιατί το θέμα σου το επιτάσσει.
-Το 1993, ενώ εργαζόσασταν ως βοηθός του γλύπτη Takis, δημιουργήσατε τα «Τρελά Ορφανά», γλυπτά που αφήνατε σε διάφορα σημεία γύρω από την πλατεία Κουμουνδούρου, ελπίζοντας ότι θα τα τεκνοθετούσαν οι κάτοικοι της περιοχής. Συναντήσατε ποτέ ξανά κάποιο από αυτά τα έργα;
Εκείνο το διάστημα, φοιτητές ακόμα, μέναμε 5- 6 άτομα σ’ ένα μεγάλο διαμέρισμα στην πλατεία Κουμουνδούρου. Οικονομικά ήμουν πολύ στενεμένος, αλλά ο γύψος ήταν φθηνός κι έτσι έκανα πολλά γύψινα γλυπτά. Τόσα που στο σπίτι πια δε χωρούσαμε. Στο τέλος αναγκάστηκα να τ’ αφήνω έξω από τις πόρτες των γειτόνων, με την ελπίδα να τα τεκνοθετήσουν. Ξαναβρήκα ένα από αυτά μετά από χρόνια τυχαία σ’ ένα σπίτι στη Χαλκίδα. Η ερωμένη ενός συγκατοίκου μου, ήξερε ότι εγκατέλειπα τα έργα μου, αλλά ντρεπόταν να μου ζητήσει ένα. Έτσι μια μέρα με ακολούθησε και τεκνοθέτησε αυτή το μικρό γλυπτό που άφησα σε κάτι σκαλοπάτια. Το κράτησε κρυμμένο στη βαλίτσα της και δεν το εγκατέλειψε ποτέ.
-Τι πραγματευόταν το κόμικ που είχατε ετοιμάσει γύρω από αυτή την σειρά;
Το 1993 η Αθήνα δοκιμαζόταν από την μεγαλύτερη λειψυδρία στη νεότερη ιστορία της. Βάζαμε τούβλα στα καζανάκια, απαγορευόταν να πλένεις αυτοκίνητα και αυλές, λέγαμε το νερό νεράκι. Μάλλον ένιωθα ενοχές για το νερό που ξόδευα για να κάνω τα γύψινα γλυπτά μου, γιατί στα «Τρελά ορφανά» – ένα κόμικ που ουδέποτε επιχείρησα να εκδώσω- ο πρωταγωνιστής είναι ένας καλλιτέχνης που στην δύσκολη αυτή περίοδο ξοδεύει νερό για να κάνει τέχνη. Μοιραία δαιμονοποιείται από τους Αθηναίους ως ο μοναδικός υπεύθυνος για την λειψυδρία και τον υποχρεώνουν να πάει να συμμαζέψει τα έργα που εγκατέλειψε, τα οποία στο μεταξύ έχουν τρελαθεί από τα ψυχολογικά τους τραύματα και δημιουργούν ένα κάρο προβλήματα στους ανθρώπους. Ο καλλιτέχνης γίνεται ένας μοναχικός πολεμιστής που προσπαθεί να εντοπίσει τα τρελά ορφανά και να τα καταστρέψει, όλα, ακόμα και την Άννα Μαρία, το γλυπτό μιας γυναίκας σε φυσικό μέγεθος που έχει μια κοτσίδα 6 μέτρα και με το οποίο ανακαλύπτει πως είναι ερωτευμένος.
Το τέλος της λειψυδρίας ξεκινάει από τους ποταμούς των δακρύων του.
-Το 2003 βρεθήκατε αντιμέτωπος με κατηγορίες περί αντισημιτισμού εξαιτίας του έργου σας “Body Milk”. Μπορείτε να μας μεταφέρετε λίγο στο πώς ήρθατε σε επαφή με την ιστορία της Ayat Al Akhras, γιατί αποφασίσατε να αποτελέσει πυρήνα ενός έργου σας, και την επιλογή σας να αποφύγετε κάθε ψηφιακό μέσο σε αυτό; Επίσης, καθώς σήμερα είναι πιο διαδεδομένη η κριτική απέναντι στο Ισραήλ, αλλά και η συζήτηση γύρω από την εργαλειοποίηση της κατηγορίας του αντισημιτισμού, πιστεύετε ότι το έργο αυτό θα είχε διαφορετική υποδοχή αν παρουσιαζόταν τώρα;
Θυμάμαι πως κάποιο ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα, προσπαθούσα να διασκεδάσω τη βαρεμάρα μου γκουγκλάροντας τις λέξεις sex bomb. Το πορτραίτο της Ayat Al Akhras εμφανίστηκε ανάμεσα σε σιλικονούχα στήθη. Προσπάθησα να καταλάβω τι συμβαίνει κι άρχισα να διαβάζω τα πάντα γι αυτή τη 17χρονη Παλαιστίνια που μια μέρα ζώστηκε τα εκρηκτικά κι ανατινάχθηκε μέσα σ’ ένα Ισραηλινό σούπερ μάρκετ σκοτώνοντας τον εαυτό της και μια συνομήλικη Εβραία, με την οποία έμοιαζαν εκπληκτικά. Ήταν η πρώτη φορά που εξοργίστηκα με την οριζόντια πληροφορία που το διαδίκτυο ήδη είχε εγκαθιδρύσει. Πόλεμοι, θάνατοι, πορνό, συνταγές μαγειρικής, φάρσες και γατάκια καταλάμβαναν τον ίδιο χώρο. Συνειδητοποιώντας πως στην άυλη ψηφιακότητα η βαρύτητα των πραγμάτων είχε πάει στο διάολο, αποφάσισα να κλείσω τον υπολογιστή μου και ν’ αρχίσω μια επίπονη χειροναξία. Έπλεξα ένα ολόκληρο ανατιναγμένο σούπερ μάρκετ σε φυσικό μέγεθος και ήμουν έτοιμος να το εκθέσω στην a.antonopoulou.art. Το όλο εγχείρημα δεν άρεσε καθόλου στο Εβραϊκό Κέντρο Simon Wiesenthal που εδρεύει στο Παρίσι κι άρχισε ένα μεγάλο πολιτικό θέμα που ενέπλεκε τον Σημίτη, εμένα, την έκθεσή μου και του Ολυμπιακούς αγώνες. Το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο είχε γεμίσει απειλές και κατάρες. Εγώ σε άγνοια κινδύνου δεν το πήρα πολύ σοβαρά, τουλάχιστον στην αρχή. Σήμερα η ταμπέλα του αντισημιτισμού είναι μια πονηρή τάπα για να βουλώνει τα στόματα όποιων μιλάνε για τις θηριωδίες και τη γενοκτονία που συμβαίνει σε real-time αναμετάδοση στην Παλαιστίνη. Σταματάει το διάλογο και ανατινάζει κάθε έννοια ορθολογικής σκέψης.
Καλύτερα που είχα κάνει το έργο τότε. Σήμερα θα φαινόταν καιροσκοπικό και μονοσήμαντο.
-Στα εγκαίνια της έκθεσης αναφερθήκατε στο πώς το στήσιμό της σάς έκανε να αισθανθείτε ότι η εικαστική σας διαδρομή θύμιζε το ίχνος που σχηματιζόταν στο χώμα καθώς ο πατέρας σας έσκαβε ένα μποστάνι. Στο αυτοβιογραφικό κείμενο που συνοδεύει την έκθεση, όταν μιλάτε για τον δάσκαλό σας, τον Τέτση, αναφέρεστε στο φαγητό που παρασκεύαζε, ενώ περιγράφοντας στιγμές με τους δικούς σας φοιτητές γράφετε: «Πηγαίνουμε συχνά με τους φοιτητές στο Νότιο Πήλιο για τροφοσυλλογή». Πώς συνδέονται, για εσάς, η καλλιτεχνική δημιουργία, η καλλιέργεια της γης και η τροφή;
Επειδή στο φοιτητικό μυαλό μου ο Τέτσης μετρούσε για συντηρητικός, αντιστεκόμουν σε κάθε καλλιτεχνική συμβουλή του. Έτσι αναγκάστηκε να μου διδάξει τα πάντα μέσα από τις μαγειρικές και τα μεγάλα συμπόσια που κάναμε στον Καλλιτεχνικό Σταθμό της Ύδρας. Χωρίς να το αντιλαμβάνομαι μου δίδασκε το σεβασμό στο υλικό, την ειλικρίνεια, το ρυθμό, τον σχεδιασμό, την οικονομία, την υπομονή – βασικά συστατικά όλων των τεχνών δηλαδή – τηγανίζοντας τον τέλειο κεφτέ και ψήνοντας ρεβύθια στο σιφνέικο τσουκάλι με τρία υλικά.
Μερικά χρόνια μετά, όταν έγινα καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Βόλου, κι έχοντας κατανοήσει πλήρως τις «ύπουλες» τακτικές του Τέτση, αποφάσισα να το πάω λίγο παραπέρα. Έφτιαξα μια κουζίνα μέσα στη σχολή κι εκεί έκανα τα μαθήματά μου με τους μεταπτυχιακούς φοιτητές. Όλα τα ερευνητικά μας ερωτήματα μεταφράζονταν σε πρώτες ύλες κα μαγειρικές, τα αποτελέσματα των οποίων γευόμασταν συλλογικά. Στο φαγητό, δουλεύεις πάντα ένα προς ένα, δεν μπορείς να πεις ψέματα. Ή είναι αριστούργημα, ή απλά ανεκτό, ή θα σε στείλει αδιάβαστο. Η μαγειρική είναι τέχνη που μπαίνει στο σώμα σου κυριολεκτικά και σε εξυψώνει ή σε ρημάζει.
Τα περί τροφοσυλλογής δεν είναι δικό μου διδακτικό εύρημα. Το είχε επιχειρήσει ο John Cage στη δεκαετία του ’60, βάζοντας τους φοιτητές στους οποίους δίδασκε σύνθεση να συλλέγουν μανιτάρια. Το να μάθεις να παρατηρείς είναι το σημαντικότερο για να κάνεις τέχνη, και η τροφοσυλλογή είναι το καλύτερο μάθημα παρατηρητικότητας.
-Για να μείνω λίγο ακόμη στο αυτοβιογραφικό σας κείμενο (που βρήκα συναρπαστικό), μου έκανε μεγάλη εντύπωση η φωτογραφία με την οποία ξεκινά: («Οικογενειακή φωτογραφία με νεκρό τσακάλι στο Νότιο Πήλιο», 1970), τραβηγμένη σε μια περίοδο της ζωής σας που δεν θυμάστε καθόλου. Σας εντυπωσίασε περισσότερο η ίδια η εικόνα ή η επιλογή των οικείων σας να τη φωτογραφίσουν και να τη διατηρήσουν μαζί με τα υπόλοιπα οικογενειακά στιγμιότυπα;
Ο μπαμπάς ήταν ιδιόρρυθμος. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας εξοικειώσει με την ιδέα του θανάτου. Δεν εξηγείται αλλιώς πως το νεκρό τσακάλι που βρίσκουμε στην άσφαλτο καθώς επιστρέφουμε από τις διακοπές μας, είναι γι’ αυτόν ένα υπέροχο σημείο για να φωτογραφηθούμε οικογενειακά. Ήθελε να απαθανατίσουμε το θάνατο ανάμεσά μας. Είναι η πιο αλλόκοτη και σπουδαία οικογενειακή μας φωτογραφία.
Μπορώ να διαβάσω τις σχέσεις μας μέσα απ’ αυτή την εικόνα. Η αδελφή μου στέκεται προκλητικά ατάραχη πάνω από το πτώμα ενώ εγώ είμαι φανερά τρομοκρατημένος και αμήχανος. Η σκηνή φωτογραφίζεται από τη μητέρα μου η οποία αφήνει τη μεγάλη σκιά της να πέσει πάνω στο νεκρό τσακάλι κάνοντας την εικόνα του θανάτου πιο υποφερτή.
Κρατάω πάντα χώρο μέσα μου για την ψυχή αυτού του τσακαλιού.
-Σε έναν επισκέπτη της Δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων που έρχεται για πρώτη φορά -συνειδητά έστω- σε επαφή με το έργο σας, θα προτείνατε να παρακολουθήσει κάποια ξενάγηση ή θεωρείτε πιο γόνιμο να χαθεί αρχικά στο εικαστικό σας σύμπαν με έναν ανεξερεύνητο και ακαθοδήγητο τρόπο;
Οι υπέροχοι ξεναγοί της έκθεσης δεν εξηγούν τα έργα, μιλούν περισσότερο για τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν, λένε κάποιες παράπλευρες ιστορίες. Ωστόσο θεωρώ απαραίτητο η πρώτη βόλτα του επισκέπτη να γίνει κατά μόνας.
Διαβάστε επίσης:
Αλέξανδρος Ψυχούλης – Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις: Έκθεση στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων