Η παράσταση «Ο Θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά ανεβαίνει σε σκηνοθεσία της Ζωρζίνας Τζουμάκα και Χριστίνας Χριστοφή στο Studio Μαυρομιχάλη. Η πρεμιέρα της 2ης σεζόν είναι προγραμματισμένη για τις 17 Οκτωβρίου, ενώ η παράσταση θα παίζεται κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:15.
Στο CultureNow γράφει η Χριστίνα Χριστοφή για την παράσταση «Ο Θεός της σφαγής».
***
«Ο Θεός της Σφαγής» λοιπόν.
Το πιο διάσημο έργο της Γιασμίνα Ρεζά γεμίζει τα θέατρα εδώ και 20 χρόνια και πέρυσι γέμισε και το Studio Μαυρομιχάλη στα Εξάρχεια. Κι έτσι, σε μια δύσκολη εποχή, πήραμε την απόφαση να συνεχίσουμε και φέτος για λίγες ακόμα παραστάσεις.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Τι είναι όμως αυτό που κάνει την κωμωδία της Ρεζά τόσο ελκυστική στο κοινό;
Τι σχέση μπορεί να έχουν με τον Θεό της Σφαγής η Βερονίκ, ο Μισέλ, ο Αλέν και η Ανέτ, τέσσερεις μορφωμένοι, επιτυχημένοι Γάλλοι που ζουν ευκατάστατα στο Παρίσι;
Ο τίτλος σε πιάνει από τα μούτρα να το πω ευγενικά. Σφαγή, Θεός, δύο λέξεις που δύσκολα μπαίνουν στην ίδια φράση εκτός αν αναφέρεσαι σε παλιούς Θεούς, παλιότερους από τον δικό μας. Θεούς σε καιρούς που η ανθρωποθυσία, το αίμα και η βία ήταν μέρος των τελετών, πρακτικές μιας πρωτόγονης κοινωνίας. Από τότε πέρασαν πολλά πολλά χρόνια, ο άνθρωπος προόδευσε, η επιστήμη κυριάρχησε πάνω στην δεισιδαιμονία, η κοινωνία έχει κανόνες και νόμους που προστατεύουν τον αδύναμο και προφυλάσσουν το δίκαιο.
Ναι, καλά…
Ο Αλέν πιστεύει ότι «το δίκαιο του ισχυρού καλά κρατεί». Συμφωνώ μαζί του. Σήμερα η κοινωνία σε κάνει «cancel» για κάτι που λες και σε κοιτάζει με απάθεια ενώ δέχεσαι βία στη μέση του δρόμου. Τσακωνόμαστε στα social για μια διατύπωση και ανεχόμαστε σφαγές, γενοκτονίες, κατάφορες αδικίες, την καταστροφή των οικοσυστημάτων. Μια κοινωνία σε πόλωση και παράνοια. Παρ’ όλα αυτά, ναι, είναι αλήθεια, ζούμε πολύ καλύτερα από τους προγόνους μας. Κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί αυτό. Ή μάλλον, ζούμε πιο άνετα, με περισσότερη ασφάλεια, με φάρμακα και εμβόλια, αλλά και με ψυχοφάρμακα και ενισχυτικά κάθε είδους για να αντέξουμε σωματικά και ψυχικά. Η μάχη της επιβίωσης συνεχίζεται. Άλλαξε όμως το ριγνκ της μάχης. Η τεχνολογία απογείωσε τον τρόπο που ζούμε σε μια σφαίρα που δεν υπήρχε ούτε στην πιο τρελή φαντασία του ανθρώπου. Το σώμα μας όμως, οι ανάγκες και τα ένστικτά του, είναι το ίδιο με τον άνθρωπο που ζούσε 2000 χρόνια πριν από εμάς.
Σε αυτό το σημείο θα μας διέκοπτε η Βερονίκ: «Ναι, αλλά εμείς έχουμε πολιτισμό».
Πολιτισμό είχε και ο Αιγύπτιος και ο Σουμέριος οπότε αυτό που μάλλον θέλουμε να πούμε είναι ότι εμείς έχουμε κοινωνίες που έχουν εξοστρακίσει, περιορίσει, δαμάσει, περιθωριοποιήσει τη βία.
Και επιτέλους, ερχόμαστε στο θέμα μας.
Η βία.
Η βία είναι το θέμα μας.
Ο Θεός της Σφαγής είναι μια κωμωδία χαρακτήρων, αλλά και καταστάσεων. Δύο ζευγάρια, τέσσερεις γονείς συναντιούνται για να συζητήσουν, να επιλύσουν ένα βίαιο περιστατικό που συνέβη μεταξύ των παιδιών τους: Ο Φερντινάν χτύπησε με ένα ξύλο τον Μπρουνό σπάζοντάς του δύο δόντια. Η συζήτηση ξεκινάει πολιτισμένα αλλά σύντομα εκτροχιάζεται προκαλώντας ενίοτε το γέλιο. Ο θεατής βρίσκει κάτι από τον εαυτό του στην ιστορία του έγγαμου, οικογενειακού βίου που μας παρουσιάζει η Ρεζά, και ίσως απολαμβάνει τον εκτροχιασμό των χαρακτήρων γιατί όλα τα απαγορευμένα είναι όσο να πεις ελκυστικά.
Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι «Ο Θεός της Σφαγής» αναφέρεται στη βία μέσα σε μια οικογένεια και μεταξύ εφήβων. Και θα ήταν σε σωστό δρόμο. Πόσες φορές έχουμε δει αυτοσχέδια βίντεο με ομάδες νέων να χτυπούν μέχρι αναισθησίας έναν, ή μία, ή ένα. Δεν έχει φύλο η βία.
Στις δικές μου όμως αντιληπτικές κεραίες το ερώτημα που θέτει η Ρεζά, είναι ευρύτερο: «Τι κάνουμε σύγχρονες κυρίες και μοντέρνοι κύριοι με τα βίαια ένστικτά μας σε μια κοινωνία σαν τη δική μας; Τι κάνουμε με τις απαράδεκτες ορέξεις, τις αηδιαστικές παρορμήσεις, τις ντροπιαστικές μας φαντασιώσεις σε μια κοινωνία του political correct;»
«Μα όχι, ο σύγχρονος, πολιτισμένος άνθρωπος δεν είναι βίαιος. Έχουμε νόμους, έχουμε κανόνες!» θα έλεγε με πάθος η Βερονίκ. Κι όμως, μια ματιά γύρω μας αποδεικνύει το εντελώς αντίθετο. Και σίγουρα υπάρχουν πολλές θεωρίες για την ρίζα της βίας. Άλλοι τη συνδέουν με το ψυχικό τραύμα, άλλοι με τον καπιταλισμό, τις ανισότητες και την ασυδοσία των ισχυρών, άλλοι με την επιβεβλημένη κοινωνικοποίηση και συμμόρφωση στους κανόνες μιας κοινωνίας. Όλα αυτά «παίζουν». Τι πιστεύουμε όμως; Υπάρχουν βίαια ένστικτα ή μήπως δεν είναι ένστικτο η βία; Δεχόμαστε ότι η βία υπάρχει εγγενώς στην ανθρώπινη φύση ή θεωρούμε ότι κάποια κατάσταση, μια εξωτερική συνθήκη μάς «τη φόρτωσε»; Την καταστέλλουμε; Την καμουφλάρουμε με γνώσεις, πτυχία και επιτυχία; Την αγνοούμε; Την υποβαθμίζουμε και την εκλογικεύουμε; Και πόσο τελικά το καταφέρνουμε; Και με τι κόστος; Προσωπικό αλλά και κοινωνικό.
Στην παράστασή μας αγαπήσαμε όλους τους χαρακτήρες, δεν τους κρίνουμε, τους καταλαβαίνουμε, ακόμα και αν δεν συμφωνούμε πάντα μαζί τους. Είναι άνθρωποι με αδυναμίες σαν εμάς, είναι κάποιοι που στην τελική προσπαθούν όσο καλύτερα μπορούν. Δεν τους αθωώνουμε αλλά ούτε τους καταδικάζουμε. Το θέατρο δεν είναι δικαστήριο να ορίσει το «σωστό» και το «λάθος», να βγάλει ετυμηγορία, να δηλώσει ποιος είναι «ο καλός» της ιστορίας και ποιος «ο κακός». Ας μείνει και κάτι που δέχεται την αντιφατική φύση του ανθρώπου.