Μια σπείρα που δεν καταλήγει πουθενά. Έτσι περιγράφει η Βένια Δημητρακοπούλου την κίνηση που κρύβεται πίσω από κάθε της έργο, άλλοτε ανοδική, σαν δύναμη που ανασηκώνει, άλλοτε καθοδική, σαν δύναμη που παρασύρει προς το βάθος. Στην έκθεσή της «Του Αιθέρα και της Θάλασσας», στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας, αυτή η κίνηση ξεκίνησε από κάτι πολύ συγκεκριμένο: ένα ανάγλυφο του Μουσείου, από το οποίο έλειπε ένα κομμάτι.
Η γλύπτρια, με έργα της να στέκουν από τον κήπο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου έως τη μόνιμη συλλογή του Αρχαιολογικού Μουσείου Antonino Salinas στο Παλέρμο, έφτασε στην Ύδρα με μια δουλειά φτιαγμένη εξαρχής για το νησί. Μάρμαρο, χειροποίητο χαρτί, μια μεταλλική φιγούρα μεγάλης κλίμακας στην είσοδο του Μουσείου, όλα κομμάτια μιας έκθεσης που επιμελείται η Ελένη Βαροπούλου, σε συνδιοργάνωση του ΓΑΚ/Ιστορικού Αρχείου – Μουσείου Ύδρας με την Γκαλερί Kourd.
Μαζί της μιλήσαμε για την αφορμή πίσω από την έκθεση, τα υλικά που χρησιμοποιεί και τον τρόπο που ο ίδιος ο τόπος μπήκε, χωρίς να το επιδιώξει, στη δουλειά της.
***
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Ένα ανάγλυφο του Μουσείου, από το οποίο έλειπε ένα κομμάτι, λειτούργησε ως αφετηρία για ολόκληρη την έκθεση. Τι ακριβώς σας έκανε να σταθείτε μπροστά σε αυτό το συγκεκριμένο έκθεμα και πότε καταλάβατε ότι πρόκειται για την αρχή μιας ολόκληρης σειράς έργων;
Συνήθως αυτά δεν λειτουργούν συνειδητά. Στάθηκα μπροστά στο συγκεκριμένο έκθεμα γιατί κάτι με συγκίνησε. Ένα σώμα ανθρώπινο που συνεχίζεται ως μια σπείρα, και η σπείρα αυτή δεν καταλήγει πουθενά. Υπάρχει μια ενότητα σχεδίων στη δουλειά μου που την ονομάζω «Δίνες». Η σπείρα και η δίνη είναι κινήσεις που δεν οδηγούν ποτέ σε μια ευθεία γραμμή. Μπορούν είτε να γίνουν ανοδικές, μια δύναμη που ανυψώνει, είτε καθοδικές, μια δύναμη που παρασύρει προς το βάθος.
Άρχισα να κάνω κάποια σχέδια στη λογική της δύναμης που οδηγεί προς τα επάνω, τη δύναμη της ανάδυσης. Έτσι προέκυψε ένα μαρμάρινο ανάγλυφο που το ονομάσαμε «Η Γοργόνα με τον Αυλό».
Στη συνέχεια πήρα το σχήμα της ουράς της γοργόνας και συνέχισα με μια άλλη σειρά σχεδίων που οδήγησε στο έργο «Αναδυομένη».
Κάπως έτσι διαμορφώθηκε σιγά σιγά όλη η έκθεση.
-Η Anadyomene τοποθετήθηκε στο Μουσείο έναν μήνα πριν από τα εγκαίνια της έκθεσης, ως προάγγελός της. Πώς σκεφτήκατε τη σχέση της με τον χώρο; Θέλατε να λειτουργεί ως πρόσκληση για την έκθεση που θα ακολουθήσει ή έχει μια δική της ιστορία να αφηγηθεί;
Τοποθετήθηκε έξω, ακριβώς μπροστά στην είσοδο του Μουσείου.
Έχει σίγουρα την αυτονομία της, αλλά ταυτόχρονα συνομιλεί και με την υπόλοιπη έκθεση, η οποία λαμβάνει χώρα σε μια πολύ ωραία αίθουσα ψηλά στον τελευταίο όροφο του Μουσείου, με πολλά παράθυρα που όλα βλέπουν ουρανό και θάλασσα.
Είναι, με κάποιο τρόπο, ένας προάγγελος της έκθεσης.
-Δουλεύετε παράλληλα με δύο τελείως διαφορετικά υλικά: το βαρύ μάρμαρο και το λεπτό χειροποίητο χαρτί των «Ωκεάνιων Αιθέρων». Πώς επικοινωνούν αυτά τα δύο σώματα δουλειάς μεταξύ τους μέσα στην έκθεση; Τα βλέπετε ως δύο διαφορετικές γλώσσες για το ίδιο ερώτημα ή ως δύο πιο ανεξάρτητες διαδρομές;
Τα βλέπω ως δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας αναζήτησης. Το υλικό μόνον αλλάζει.
Στη δουλειά μου με ενδιαφέρει πολύ, και εξερευνώ, τον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα σε ζεύγη αντίθετων. Κινούμαι ανάμεσα στη μεγάλη κλίμακα και στη μικρή, σε υλικά βαριά και ανθεκτικά αλλά και σε ευαίσθητα και εφήμερα, στην ύλη αλλά και στο αποτύπωμά της, στο ίχνος, στις λέξεις, στον ήχο, στη σκιά. Λέμε ζεύγη αντίθετων, όπου η λέξη «ζεύγη» ενώνει τα δύο άκρα. Σαν να μπορούν να συνυπάρχουν, και το ζητούμενο να είναι η ισορροπία.
Μέσα στην έκθεση δεν αντιπαρατίθενται. Συμπληρώνουν, θέλω να πιστεύω, το ένα το άλλο.
-Κάνετε λόγο για το βαρύ και το ελαφρύ, το υδάτινο και το εναέριο, το ορατό και το αόρατο. Υπήρξε κάποιο από αυτά τα δίπολα που σας δυσκόλεψε περισσότερο να αποδώσετε γλυπτικά και γιατί;
Δεν με ενδιαφέρει να παρουσιάσω απλώς δύο αντίθετες έννοιες. Με ενδιαφέρουν κυρίως τα σημεία εκείνα όπου μια κατάσταση φέρει μέσα της μιαν άλλη, και η στιγμή εκείνη όπου η μία αρχίζει να μετασχηματίζεται στην άλλη. Η μεγάλη πρόκληση για μένα είναι αυτά ακριβώς τα περάσματα, και κατά πόσον μπορούν, μέσα από την εικαστική γλώσσα, να διατυπωθούν επαρκώς.
-Αναφέρετε ότι τα περάσματα που αναζητούν τα έργα σας βρίσκουν στην Ύδρα έναν φυσικό συνομιλητή, εξαιτίας της ιστορίας του νησιού με τη θάλασσα και την ελευθερία. Πόσο επηρέασε τη δουλειά σας το γεγονός ότι θα παρουσιαστεί στην Ύδρα;
Η έκθεση δημιουργήθηκε εξαρχής για την Ύδρα, και συγκεκριμένα για το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας. Δεν πρόκειται για μια ήδη υπάρχουσα ενότητα έργων που απλώς βρήκε εδώ τον χώρο της. Όλα ξεκίνησαν από εκείνη την επίσκεψή μου στο Μουσείο, λόγω της επικείμενης έκθεσης, και από εκείνο το μαρμάρινο έργο που μου τράβηξε την προσοχή.
Στη συνέχεια, όσο εργαζόμουν, ένιωθα ότι ο ίδιος ο τόπος, η ιστορία του, το ισχυρό πνευματικό του αποτύπωμα, η γεωγραφική του θέση, γινόντουσαν όλα μέρος της σκέψης μου. Η Ύδρα είναι ένα νησί όπου η θάλασσα συνδέεται και με το ταξίδι, και με την αναχώρηση και την επιστροφή, αλλά και με τον αγώνα για την ελευθερία. Αιθέρας και Θάλασσα, δύο στοιχεία που πάντοτε αποτελούσαν για τον άνθρωπο σημείο εκκίνησης, για να διευρύνει τους ορίζοντές του, τόσο τους πραγματικούς όσο και τους φαντασιακούς.
Θεωρώ πως όλα αυτά σχηματίζουν ένα ευρύτερο τοπίο, ιδανικό για να φιλοξενήσει τα έργα αυτής της έκθεσης.
Credit κεντρικής φωτογραφίας: Adam Czarnowski
Διαβάστε επίσης:
Βένια Δημητρακοπούλου – Του αιθέρα και της θάλασσας: Έκθεση στο Ιστορικό Αρχείο Μουσείο Ύδρας