≡

Το μάρμαρο που αιμορραγεί: Andres Serrano και Inma Barrero στη Σκιάθο

Η «Εξομολόγηση ως Θεραπεία» εγκαινιάστηκε αρχικά στη Μονή της Παναγίας Ευαγγελίστριας στη Σκιάθο. Μετά από μια δεύτερη στάση των έργων του Andres Serrano στο τζαμί του Κάστρου, παρατείνεται ως το τέλος Οκτωβρίου.

Η διατομική έκθεση αποτελείται από δύο καλλιτέχνες με εντελώς διαφορετικές γλώσσες: ο Αμερικανός Serrano με τρία μεγάλα έργα τυπωμένα σε μετάξι, και η Ισπανίδα Inma Barrero με το Komorebi, έναν αιωρούμενο κόσμο από πορσελάνη και ορειχάλκινο σύρμα. Την επιμέλεια υπογράφει η Δρ. Σωζήτα Γκουντούνα, για λογαριασμό του Greece in USA, υπό την αιγίδα του Δήμου Σκιάθου και του Υπουργείου Τουρισμού.

Το δελτίο τύπου ξεκινά από τον Αυγουστίνο και φτάνει ως τον Λυοτάρ, περνώντας από τον Ρουσσώ, τον Φουκώ, τον Ρικέρ και τον Ντεριντά. Είναι ένας φιλόδοξος περίπατος στην ιστορία της εξομολογητικής σκέψης, που όμως σπάνια σταματά μπροστά σε ένα έργο. Για τον Serrano διαβάζουμε μια σειρά από επίθετα όπως «λυρική εκφραστικότητα», «ασυμβίβαστο όραμα». Πώς εκφράζονται όμως μέσα από τα έργα;

Όποιος ξέρει τον Serrano από το Piss Christ (1987), τις Immersions, το The Morgue ή τους άδειους θαλάμους του Torture, θα ξαφνιαστεί: εδώ δεν βλέπουμε φωτογραφίες. Ή μάλλον βλέπουμε φωτογραφίες θαμμένες κάτω από χρώμα. Εδώ και λίγα χρόνια ο Serrano ζωγραφίζει με λαδοπαστέλ, μολύβια και ακρυλικά πάνω σε ασπρόμαυρες εκτυπώσεις γλυπτών, κυρίως του Μιχαήλ Αγγέλου αλλά και αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών.

Η πρώτη του έκθεση ζωγραφικής, The Doom of Beauty, έγινε στο Παρίσι το 2023. Ο ίδιος μιλά για χειρονομίες σχεδόν ασυνείδητες, για κάτι σαν αυτόματη γραφή. Και το περιγράφει ως απελευθέρωση από μια εξορία που είχε επιβάλει ο ίδιος στον εαυτό του. Για δεκαετίες ολόκληρες έκανε τέχνη όχι με τα χέρια αλλά με τη φωτογραφική μηχανή. Σε αυτή τη φράση εντοπίζεται η πραγματική εξομολόγηση της έκθεσης: η παραδοχή ενός φωτογράφου ότι λαχταρούσε να αγγίξει την εικόνα.

Στις δύο εκδοχές της Πιετά του Βατικανού το μάρμαρο γίνεται χρυσοκίτρινο. Είναι το ίδιο κεχριμπαρένιο φως που έκανε κάποτε το Piss Christ να μοιάζει με βιτρό. Τότε όμως το φως είχε την πηγή του σε ένα υγρό του σώματος. Τώρα είναι χρώμα που άπλωσε το χέρι.

Στη μία εκδοχή, σε μαύρο φόντο, μια πληγή ανοίγει στο ύψος του γοφού του νεκρού Χριστού και το αίμα κυλά στον μηρό. Λεπτές κόκκινες στάλες κρέμονται και από το χείλος του βάθρου, σαν να αιμορραγεί το ίδιο το μάρμαρο. Στην άλλη, σε βαθύ βυσσινί, η αιμορραγία γενικεύεται. Μωβ και κόκκινες ροές κατεβαίνουν από το στήθος ως το βάθρο και το σώμα σχεδόν διαλύεται μέσα στις πτυχές.

Μια λεπτομέρεια αξίζει ιδιαίτερη προσοχή είναι η ταινία που διασχίζει διαγώνια το στήθος της Παναγίας. Εκεί ο νεαρός Μιχαήλ Άγγελος χάραξε το όνομά του, η μόνη φορά που υπέγραψε έργο του. Ο Serrano τη βάφει στη μία εκδοχή πορτοκαλί χρυσό και στην άλλη σκούρο κόκκινο, σαν να υπογραμμίζει ή να σκεπάζει την υπογραφή.

Είναι η πιο πυκνή χειρονομία του κύκλου. Ένας καλλιτέχνης που έγινε διάσημος βυθίζοντας έναν πλαστικό εσταυρωμένο του θρησκευτικού εμπορίου, ακουμπά τώρα το χρώμα ακριβώς εκεί όπου ο μεγαλύτερος γλύπτης της Αναγέννησης διεκδίκησε την πατρότητα του έργου του. Η ιδιοποίηση εδώ δηλώνεται.

Στη μέση και των δύο έργων τρέχει μια οριζόντια ραφή: η εικόνα είναι φτιαγμένη από δύο φύλλα. Ένα μικρό τεχνικό ίχνος, που όμως θυμίζει ότι κάτω από τη ζωγραφική αναπνέει ακόμη η φωτογραφία. Ό,τι βλέπουμε στη Σκιάθο είναι εικόνα εικόνας εικόνας: το μάρμαρο φωτογραφήθηκε, η φωτογραφία ζωγραφίστηκε, η ζωγραφική ψηφιοποιήθηκε και τυπώθηκε σε μετάξι. Η «αύρα» του Μπένγιαμιν περνά από τέσσερα φίλτρα, κι όμως το μετάξι, που θροϊζει ελαφρά στον αέρα, ξαναδίνει στην εικόνα ένα σώμα.

Στο πρόσωπο της Παναγίας, σε βαθύ κυανό, τα κατεβασμένα βλέφαρα έχουν γίνει δύο λευκές φωτεινές σχισμές. Ο Μιχαήλ Άγγελος την είχε σμιλέψει σχεδόν έφηβη, νεότερη από τον γιο που κρατά. Ο Serrano κρατά τη νιότη αλλά της παίρνει το βλέμμα. Η Μητέρα δεν κοιτάζει πια τον νεκρό, κοιτάζει προς τα μέσα. Μωβ και βυσσινιά περιγράμματα περιτριγυρίζουν το μαντήλι σαν μώλωπες.

Η μεγάλη κεφαλή που παραπέμπει στα πορτρέτα του Αλεξάνδρου, με τη χαρακτηριστική κόμη και το βλέμμα στραμμένο ψηλά, έχει τις ρωγμές του μαρμάρου βαμμένες κόκκινες. Η φθορά του χρόνου γίνεται τραύμα, η ρωγμή πληγή που τρέχει στο μάγουλο, και τα μάτια βουλιάζουν σε μωβ σκιά. Ο ήρωας του κλασικού κανόνα, εθνικό σύμβολο στον ελληνικό χώρο, αιμορραγεί εδώ σαν μάρτυρας, στον ίδιο χρωματικό κώδικα με τον νεκρό Χριστό.

Είναι αυτά τα έργα τόσο ισχυρά όσο ο παλιότερος Serrano; Η αξία τους φαίνεται όταν τα δούμε μέσα στη συνέχεια μιας δουλειάς που υπήρξε πάντα τέχνη των υποκατάστατων σωμάτων. Ένας πλαστικός εσταυρωμένος, ανώνυμοι νεκροί στο νεκροτομείο, άδειοι θάλαμοι όπου το σώμα έλειπε: ο Serrano ποτέ δεν δείχνει τη βία κατευθείαν. Τώρα το σώμα είναι πέτρα, το πιο ψυχρό και ιδανικό μαρμάρινο σώμα της δυτικής τέχνης, και το αναγκάζει να ματώσει. Στο Torture, στην Πέτρινη Αποθήκη του ΟΛΠ, η βία κατοικούσε στο κενό, ενώ εδώ κατοικεί στο δέρμα του.
Στην ευρωπαϊκή ιστορία η ομολογία και το βασανιστήριο υπήρξαν αδερφές, όπως δείχνει ο ίδιος ο Φουκώ στο Επιτήρηση και τιμωρία. Ο Serrano έχει ήδη φωτογραφίσει τους χώρους όπου η «αλήθεια» αποσπάται με τον πόνο. Ένας τίτλος όπως «Εξομολόγηση ως Θεραπεία» μπορεί να θέσει αυτό το ερώτημα χωρίς να το εξωραϊζει.

Πιετά στην τράπεζα, Πιετά στο τζαμί

Στη Μονή, το πρόσωπο της Παναγίας και η Πιετά κρεμάστηκαν σε πέτρινους τοίχους, ανάμεσα σε τοξωτά παράθυρα με κεντημένα κουρτινάκια. Κάτω από τα έργα στέκεται ένα μακρύ τραπέζι με ξυλόγλυπτες καρέκλες που αποτελεί την τράπεζα των μοναχών. Εδώ η εικόνα αποκτά βάρος που δεν χρειάζεται θεωρία: το ματωμένο σώμα πάνω από το τραπέζι είναι η Θεία Ευχαριστία πάνω στο «λάβετε, φάγετε». Δίπλα, η κεφαλή του Αλεξάνδρου στήθηκε ανάμεσα σε δύο κόγχες με σιδερένια κηροπήγια, σαν εικόνα σε προσκυνητάρι.

Η Ευαγγελίστρια ιδρύθηκε στα χρόνια 1794–1806 από Κολλυβάδες μοναχούς που είχαν φύγει από το Άγιο Όρος, φορείς μιας αυστηρής επιστροφής στην πατερική παράδοση. Η Ορθοδοξία δεν έχει Πιετά. Έχει όμως τον Επιτάφιο Θρήνο, που δεν τιμά το γλυπτό ως λατρευτική εικόνα. Το σαρκικό, τρισδιάστατο πένθος της Αναγέννησης μπαίνει έτσι σε έναν χώρο που η θεολογία του προτιμά την επίπεδη εικόνα, το άκτιστο φως αντί για τη σάρκα. Αυτή η τριβή είναι το πιο γόνιμο σημείο της έκθεσης.

Η δεύτερη στάση της έκθεσης είναι ακόμη πιο φορτισμένη. Το Κάστρο, το οχυρωμένο χωριό στο βόρειο ακρωτήριο όπου οι κάτοικοι κατέφυγαν από τους πειρατές, πέρασε από τους Βυζαντινούς στους Βενετούς (1453–1538) και από εκεί στους Οθωμανούς, ως την Επανάσταση. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους εγκαταλείφθηκε ολοκληρωτικά. Από το τζαμί του, που δεν είχε ποτέ μιναρέ, σώζεται ένας μισογκρεμισμένος θολωτός χώρος με ξεφλουδισμένο σοβά.

Εκεί, σε μεταλλικές ράβδους και χωρίς να αγγίζουν τους τοίχους του μνημείου, κρέμονται τρεις μεταξοτυπίες: ο Αλέξανδρος αριστερά, η Πιετά στον κεντρικό τοίχο, η Παναγία δεξιά. Σχηματίζουν ένα τρίπτυχο: ο ήρωας, ο νεκρός γιος, η μητέρα.

Το σημείωμα του Δήμου Σκιάθου διαβάζει τη συνάντηση ως συνομιλία που σηματοδοτεί «το αποτύπωμα των κατακτητών», Οθωμανών και Ενετών. Η Πιετά που γνωρίζουμε δεν είναι βενετικό έργο, αλλά φλωρεντινή σμίλη για τη Ρώμη. Κυρίως όμως, το Ισλάμ είναι ανεικονικό: σε αυτόν τον χώρο δεν κρεμάστηκε ποτέ ανθρώπινο πρόσωπο.

Τρία κολοσσιαία πρόσωπα σε ένα πρώην τζαμί δεν είναι μόνο διάλογος μα σχεδόν κατάληψη. Η τοποθέτηση μπορεί να διαβαστεί ως ποιητική συνύπαρξη, αλλά και ως επανάληψη, σε μικρή κλίμακα, μιας παλιάς ιστορίας όπου μια εικονογραφία σκεπάζει την άλλη.

Κι όμως εδώ η εγκατάσταση λειτουργεί ίσως πιο τελετουργικά από ό,τι στη Μονή. Το μετάξι, το εμπόρευμα που έδενε τη Βενετία με την Κωνσταντινούπολη και την Ανατολή, κάνει τα έργα να μοιάζουν με λάβαρα. Οι κόκκινες ρωγμές του Αλεξάνδρου συνομιλούν αβίαστα με τις ρωγμές του σοβά. Η ερειπωμένη επιφάνεια του τζαμιού δίνει στα έργα τον χρόνο και τη φθορά που η φροντισμένη πέτρα του μοναστηριού τους στερούσε.

Komorebi: τι σημαίνει να επιδιορθώνεις

Στον θολωτό χώρο με τα χάλκινα καζάνια και τα παλιά εργαλεία της λαογραφικής συλλογής, από το κλειδί του θόλου κρέμεται μια σφαίρα από ορειχάλκινο σύρμα. Το σύρμα τυλίγεται σε ελεύθερες, σχεδόν φυτικές τροχιές και από αυτό φυτρώνουν εκατοντάδες μικρά πορσελάνινα άνθη, λευκά με κηλίδες κοβαλτίου. Στο δάπεδο, μια πέτρινη γούρνα γεμάτη θραύσματα από την ίδια λευκή-μπλε πορσελάνη.

Στα εγκαίνια, παιδιά και ενήλικες κρατούσαν κομμάτια στις παλάμες τους. Τη μέρα, η σκιά της σφαίρας πέφτει στην καμάρα σαν φύλλωμα, και εκεί, κυριολεκτικά, συμβαίνει το komorebi: το φως που περνά ανάμεσα από φύλλα.

Η Barrero, Ισπανίδα που ζει και δουλεύει στη Νέα Υόρκη, σπάει σκόπιμα τις πορσελάνες της, τις ξαναψήνει, τις ξανασπάει και τις «ράβει» με μέταλλο. Ακολουθεί την ισπανική παράδοση των lañas, των μεταλλικών συνδετήρων με τους οποίους οι πλανόδιοι τεχνίτες επισκεύαζαν σπασμένα πιάτα και στάμνες. Το 2019 έζησε στο Κιότο και μελέτησε το kintsugi, και το 2023 έστησε στο KYOTOGRAPHIE έναν τοίχο από σπασμένες πορσελάνες των εργαστηρίων της πόλης.

Βέβαια οι lañas και το kintsugi δεν ζυγίζουν το ίδιο. Οι lañas ανήκουν σε μια οικονομία της ανάγκης: επιδιορθώνεις επειδή δεν έχεις να αγοράσεις καινούριο.

Το kintsugi, αντίθετα, ανθίζει μέσα στην κουλτούρα της τελετής του τσαγιού και τιμά τη ρωγμή με χρυσό, δηλαδή τη μετατρέπει σε πολυτέλεια. Το χρυσίζον σύρμα της Barrero γέρνει προς το δεύτερο, όμως η φτωχή επισκευή, που θα είχε τόσα να πει σε ένα μοναστήρι που έζησε από το λάδι και το αμπέλι, μένει δυνατή υποσημείωση.

Το έργο βρίσκει στιγμές πραγματικής ποίησης όταν ακούει τον τόπο. Η λευκή-μπλε πορσελάνη, που παραπέμπει στην κινέζικη, την ολλανδική και την ισπανική κεραμική, αποκτά εδώ απρόσμενη αντήχηση. Σε αυτό το μοναστήρι, κατά την παράδοση, υφάνθηκε και ευλογήθηκε το 1807 μία από τις πρώτες ελληνικές σημαίες, λευκός σταυρός σε γαλάζιο πεδίο.

Η ορειχάλκινη σφαίρα θυμίζει επίσης τον πολυέλαιο του ορθόδοξου ναού, που στις μεγάλες γιορτές τον κουνούν ώστε το φως να κινείται στους τοίχους. Η Barrero πετυχαίνει κάτι ανάλογο με το αεράκι και το ασθενικό κουδούνισμα των πορσελάνινων φύλλων.

Ο κίνδυνος με την πορσελάνη πάντα είναι το διακοσμητικό. Για αυτό η γούρνα με τα θραύσματα είναι ακόμα πιο δυνατή: εκεί η ρωγμή δεν έχει ακόμη «θεραπευτεί» και μένει ανοιχτή.

Ποιος εξομολογείται;

Τι κοινό έχουν οι δύο καλλιτέχνες; Όχι την εξομολόγηση, αλλά μάλλον την κατασκευασμένη πληγή. Ο Serrano ζωγραφίζει αίμα σε ένα μάρμαρο που δεν αιμορράγησε ποτέ· η Barrero σπάει πορσελάνες για να τις επιδιορθώσει. Και οι δύο φτιάχνουν πρώτα το τραύμα και ύστερα προσφέρουν τη θεραπεία του. Έτσι η εξομολόγηση ανατίθεται στον επισκέπτη και στους ευήκοους τοίχους.

Η έκθεση έχει ένα πραγματικό προσόν. Φέρνει στη Σκιάθο έναν από τους πιο προκλητικούς καλλιτέχνες της εποχής μας, σε μια ήπια, σχεδόν μεταμελημένη φάση της δουλειάς του. Και τον βάζει απέναντι σε χώρους που δεν τον υποδέχονται ουδέτερα, αλλά του αντιστέκονται. Η Σκιάθος μας αφήνει με ένα ερώτημα: έγινε η πρόκληση προσευχή, ή η προσευχή ήταν πάντα κρυμμένη μέσα στην πρόκληση;

Κι αν υπάρχει εξομολόγηση εδώ, βρίσκεται στην κόκκινη λωρίδα πάνω στην υπογραφή του Μιχαήλ Αγγέλου: ένας φωτογράφος παραδέχεται, στα εβδομήντα του, ότι ζήλεψε το χέρι του γλύπτη.

Photo courtesy: Δήμος Σκιάθου – Photo Credit: Foteini Salta

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ