Υπάρχει κάτι σχεδόν προκλητικό στο να τιτλοφορείς μια έκθεση «Νεραϊδόκοσμο» το 2026 — μια χρονιά που ο κόσμος της τέχνης, από τη Βενετία μέχρι την Αθήνα, δουλεύει σε ελάσσονες τόνους πένθους, επισφάλειας και γεωπολιτικής οργής. Ο Αλέξανδρος Γεωργίου, όμως, δεν προτείνει φυγή. Η μαγεία του δεν είναι αναισθητικό, είναι μέθοδος. Και αυτό είναι που κάνει την τελευταία του παρουσία στη Γκαλερί Ρεβέκκα Καμχή κάτι περισσότερο από μια ακόμη καλοκαιρινή ατομική.
Η κρίσιμη χειρονομία της έκθεσης δεν βρίσκεται στους καμβάδες αλλά στη χωρική της οικονομία: ο Γεωργίου μετέτρεψε την γκαλερί σε εργαστήριο, ζωγραφίζοντας τις πρώτες μέρες μπροστά στο κοινό τα έργα που θα κατοικούσαν στη συνέχεια τους τοίχους.
Η χειρονομία αυτή έχει γενεαλογία μέσα στην ίδια του την πρακτική — τη θυμόμαστε από το «Από την οπτική του Ναι» — και θα ήταν εύκολο να τη διαβάσει κανείς ως performance της δημιουργικότητας, ως θέαμα διαδικασίας για ένα κοινό εθισμένο στο behind-the-scenes. Νομίζω όμως ότι συμβαίνει κάτι πιο ενδιαφέρον: ο Γεωργίου αποσυναρμολογεί τη λευκή κυβική αυτονομία της γκαλερί εκ των έσω, όχι με θεσμική κριτική αλλά με οικειότητα. Το ψυχοπορτρέτο, η πρακτική του να ζωγραφίζει τον επισκέπτη ύστερα από συνάντηση — μετατρέπεται σε τελετουργία αμοιβαιότητας, ένα αντάλλαγμα παρουσίας. Εδώ η σκέψη του Bourriaud για τη σχεσιακή αισθητική βρίσκει μια εκδοχή απαλλαγμένη από τον κυνισμό της δεκαετίας του ’90: η σχέση δεν είναι το concept, είναι το μέσο.
Ζωγραφικά, ο Γεωργίου παραμένει πιστός σε αυτό που θα ονόμαζα οραματική αφέλεια — μια γραμμή που αρνείται την ακαδημαϊκή πειθαρχία όχι από αδυναμία αλλά από πεποίθηση. Οι φιγούρες του, ανθρώπινες και υβριδικές, αιωρούνται σε τοπία χωρίς προοπτική και χωρίς ρολόι, βουτηγμένες σε χρώμα που λειτουργεί λιγότερο ως περιγραφή και περισσότερο ως θερμοκρασία. Από το μαύρο ζωγραφικό με τα νερένια μάτια-πρόσωπα, ως τη μοναχική παιδική φιγούρα σε σκοτεινό φόντο, όλο το χρώμα ενδιάμεσα μας απορροφά σε έναν «νεραϊδόκοσμο» που δεν είναι αλλού, μα στο κατακαλόκαιρο το ίδιο, αυτή η ελληνική υπερέκθεση στο φως ως κατάσταση παραίσθησης που αντανακλάται σε πορτρέτα ψυχής, αθωότητας, νοσταλγίας, ονείρου, ελπίδας, μοναξιάς, και απώλειας. Υπάρχει εδώ μια υπόγεια συνομιλία με την παράδοση του Θεόφιλου και του λαϊκού οράματος, φιλτραρισμένη μέσα από τη βιογραφία ενός καλλιτέχνη που διέσχισε στεριές μέχρι την Ινδία χωρίς δικό του όχημα — η πνευματικότητά του είναι ταξιδεμένη, συγκριτική, όχι εθνοτοπική. Ο κόσμος του εμπνέεται από το υφαντό της πολυπολιτισμικότητας χωρίς σύνορα, ενώ οι μορφές ξεπηδούν από Manga ξωτικά, από τον σουρεαλιστικό, υβριδικό ζωομορφισμό της Leonora Carrington, από τον μαγικό κόσμο της illustrated art της Φιλανδής παιδικής νοβελίστριας Tove Marika Jansson.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος σε αυτή τη γλώσσα να υπερισχύσει η γοητεία της ομορφιάς της. Όταν το ενύπνιο φωτίζει τον κόσμο της πραγματικότητας ως οπτικό θάμβος, απειλείται από τον ακκισμό όπου το αίνιγμα των μορφών γλιστράει προς της σαγήνης της ασάφειας. Στα πλάσματα του Γεωργίου όμως, ο νεραϊδόκοσμός τους αφήνει ένα ισχυρό θυμικό αποτύπωμα, γιατί διατηρεί ένα υπόστρωμα ανησυχίας, όταν οι φιγούρες του δεν μας καλωσορίζουν αλλά μας κοιτούν με την αμφισημία των όντων που ξέρουν κάτι που εμείς δεν γνωρίζουμε. Κάτι ίσως για εμάς τους ίδιους.
Σε μια συγκυρία όπου η ενδοσκόπηση κατηγορείται εύκολα ως πολυτέλεια, ο Γεωργίου υπενθυμίζει ότι η καλλιέργεια ενός εσωτερικού κόσμου — ανοιχτού, μοιρασμένου, ζωγραφισμένου δημόσια — είναι και αυτή μια μορφή αντίστασης στην εργαλειοποίηση της προσοχής μας σε μια εποχή γρήγορα εναλλασσόμενων εικόνων όπου το μπανάλ διαδέχεται το σοκ και αντίστροφα. Ο νεραϊδόκοσμός του δεν μας ζητάει να ξεχάσουμε τον κόσμο· μας ζητάει να θυμηθούμε ότι ο κόσμος έχει υπόγεια ρεύματα, έναν πλούτο από ψυχικές διαστρωματώσεις. Τις οποίες μας τις ξεδιπλώνει ένας καλλιτέχνης που ζωγραφίζει βιωματικά, μετατρέποντας την γκαλερί σπίτι, εργαστήριο και εξομολογητήριο ταυτόχρονα.
Διαβάστε επίσης:
Αλέξανδρος Γεωργίου – Νεραϊδόκοσμος το κατακαλόκαιρο: Έκθεση στην Γκαλερί Ρεβέκκα Καμχή