Ρεμπό και 18 χάικου – Τζακ Κέρουακ

Από τις εκδόσεις Κουκούτσι κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή με τίτλο, Ρεμπό και 18 χάικου του Jack Kerouac σε μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά

Από τις εκδόσεις Κουκούτσι κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή με τίτλο, Ρεμπό και 18 χάικου του  Jack Kerouac σε μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά.


Η ποιητική σύνθεση “Ρεμπό”, εκτός από αφιέρωμα στον σπουδαίο γάλλο ποιητή, ήταν, από πλευράς του αμερικανού συγγραφέα, μια ομολογία συνταύτισης μαζί του. Η εκπληκτική, εσκεμμένη αγαρμποσύνη σε συνδυασμό με την απονενοημένη κατακλείδα του ποιήματος, το κατέστησε χαρακτηριστικό της ανέλιξης του αμερικανικού μετα-μοντερνισμού.
Τα 18 χάικου είναι ορισμένα από τα καλύτερα και πιο αντιπροσωπευτικά που έγραψε ο Κέρουακ. Επαμφοτερίζων μεταξύ Βουδδισμού και Καθολικισμού, ακόμη και σε επίπεδο ποιητικής, ο Κέρουακ, ήταν εκείνος που, σε μεγάλο βαθμό, δημιούργησε, αυτό που σήμερα ονομάζουμε, “δυτικό” χάικου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


O Τζακ Κέρουακ (Jean-Louis Lebris de Kerouac ή Jack Kerouac, όπως έγινε αργότερα γνωστός) γεννήθηκε στο Λόουελλ της Μασσαχουσέττης στις 12 Μαρτίου του 1922, γιος του Λέο-Αλσίντ Κέρουακ ή Κερουάκ και της Γκαμπριέλ-Ανζ Λεβέκ. Σε πολύ νεαρή ηλικία, βίωσε το θάνατο του αδελφού του Τζέραρντ, γεγονός που επηρέασε βαθιά τον Κέρουακ, αποτελώντας επιπλέον την αφορμή για την μετέπειτα έκδοση του μυθιστορήματος “Visions of Gerard”. Του άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα κι από μικρή ηλικία έδειξε τάση προς την καλλιτεχνία, γράφοντας δικά του περιοδικά, τα οποία μάλιστα εικονογραφούσε μόνος του. Μεγαλώνοντας, εξελίχθηκε σε καλό αθλητή του μπέιζμπολ και κυρίως του αμερικανικού ποδοσφαίρου, τόσο ικανό ώστε με το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών να λάβει αθλητική υποτροφία για να σπουδάσει δωρεάν στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Εκεί, ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά, με αρκετά από τα μετέπειτα μέλη της λογοτεχνικής μπητ γενιάς, μεταξύ αυτών ο Άλλεν Γκίνζμπεργκ και ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ. Η φοίτηση του στο Κολούμπια δεν διήρκησε πολύ, γιατί στο πρώτο έτος σπουδών του, έσπασε το πόδι του κατά τη διάρκεια ενός αγώνα φούτμπολ. Παράλληλα, η κακή σχέση και οι διαφωνίες με τον προπονητή της ομάδας του, τον ώθησαν να εγκαταλείψει τις σπουδές του και επέστρεψε στην γενέτειρά του Λόουελλ, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως αθλητικός συντάκτης της εφημερίδας Λόουελλ Σαν (Lowell Sun). Μετά από διάφορα επαγγέλματα που άσκησε στο Λόουελλ και στη Βοστώνη, όπου έζησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, στις αρχές του 1942 εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας μακρινά ταξίδια. Τον επόμενο χρόνο, κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αμερικανικό Ναυτικό, από όπου απολύθηκε λίγους μήνες αργότερα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η επίσημη αιτιολογία της απόλυσής του, αναφερόταν στην ψυχολογική του κατάσταση και έκανε λόγο για αδιαφορία του. Είναι γεγονός πως δεν τηρούσε αυστηρή υπακοή στις εντολές των ανωτέρων του. Αργότερα, του επετράπη να ξαναεπιταχθεί στο Ναυτικό, και ταξίδεψε μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, υπηρετώντας στο πολεμικό πλοίο S.S. George Weens. Όταν επέστρεψε από την Αγγλία, ο Κέρουακ μαζί με την φίλη του Έντυ Πάρκερ (Edie Parker), συνδέθηκε στενά με τους Λουσιέν Κάρρ (Lucien Carr) και Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), τότε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, με τον συγγραφέα Γουίλλιαμ Σ. Μπάρροους (William S. Burroughs) καθώς και με τον Νήλ Κάσσαντυ (Neal Cassady). Εκείνη τήν εποχή, σε μια συζήτησή του με τον συγγραφέα Τζόν Κλέλλον Χόλμς (John Clellon Holmes), ο Κέρουακ περιέγραψε τους φίλους του και γενικά την γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με την ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα “ήττας” (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά για πρώτη φορά τον όρο “Beat Generation”. Παντρεύτηκε την Έντυ Πάρκερ το 1944, λίγο μετά την φυλάκιση του Λουσιέν Κάρρ για ανθρωποκτονία, για την οποία μάλιστα ο Κέρουακ θεωρήθηκε συνένοχος. Ο γάμος του κράτησε μόλις μερικούς μήνες, χώρισε το 1945 και τον ίδιο χρόνο συνέπεσε ο θάνατος του πατέρα του. Λίγο μετά τον θάνατο του, ο Κέρουακ άρχισε τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός του, “Η Κωμόπολη και η Πόλη” (“The Town and the City”), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1950. Το 1949 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι από τη Νέα Αγγλία στο Σαν Φρανσίσκο, μαζί με τον φίλο του Νηλ Κάσσαντυ και την πρώην σύζυγο τού Κάσσαντυ, Λουάν (Luanne). Την επόμενη δεκαετία, ο Κέρουακ ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό, άλλοτε οδηγώντας με συνεπιβάτη τον Κάσσαντυ, κι άλλοτε κάνοντας ότο-στόπ. Η περιπλάνησή θα αποτελούσε τη βάση του περίφημου μυθιστορήματός του “Στο Δρόμο” (“On the Road”).

Το 1950 παντρεύτηκε τη δεύτερη συζυγό του, Τζόαν Χάβερτυ (Joan Haverty). Τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσαν μία ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδο για τον Κέρουακ. Άρχισε να γράφει με μανία, τα γνωστά του μυθιστορήματα “Στο Δρόμο” (“On the Road”) βασισμένο στα ταξίδια του, τα “Οράματα του Κόντυ” (“Visions of Cody”), το “Ντόκτορ Σακς” (“Dr. Sax”), το “Μάγκι Κάσιντι” (“Maggie Cassidy”), τους “Υποχθόνιους” (“The Subterraneans”) και άλλα έργα.
Περίπου το 1955, άρχισε να μελετά το Βουδισμό, επηρεασμένος αρχικά από το έργο του Dwight Goddard “A Buddhist Bible” ενώ ασχολήθηκε έντονα με το διαλογισμό. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στο Μεξικό, ολοκλήρωσε την ποιητική του σειρά “Μπλουζ του Μέχικο Σίτι” (“Mexico City Blues”) καθώς και το μυθιστόρημα “Τριστέσα” (“Tristessa”) γραμμένο για μιά κοπέλα που γνώρισε εκεί. Το 1956 άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα “Τα Οράματα του Ζεράρ” (“Visions of Gerard”) γραμμένο για τον αδελφό του, “Γραφές της αιωνιότητας” (“The Scripture of the Golden Eternity”) καθώς και πολλά ποιήματα. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του “Στο Δρόμο” το 1957, άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα “Οι Αλήτες του Ντάρμα” (“The Dharma Bums”). Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, και ειδικότερα μετά τη δημοσίευση του “On the Road”, ο Κέρουακ απέκτησε μεγάλη φήμη, στα πλαίσια της οποίας πραγματοποίησε αρκετές δημόσιες απαγγελίες ποίησης ή πεζογραφίας, συχνά με συνοδεία μουσικής τζαζ, στη Νέα Υόρκη. Επίσης, αρθογράφησε στα περιοδικά “Playboy”, “Swank”, “Holiday”, “Escapade” και “Esquire”. Το 1961 εγκαταστάθηκε στο Μπιγκ Σερ (Big Sur) της Καλιφόρνιας, όπου και έγραψε το τελευταίο του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα “Μπιγκ Σερ” (“Big Sur”). Το 1966, παντρεύτηκε την ελληνικής καταγωγής παιδική του φίλη, Στέλλα Σάμπα, από την γενέτειρά του, Λόουελλ, κι εγκαταστάθηκε στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ της Φλώριδας, μαζί με την μητέρα του. Πέθανε σε ηλικία 47 χρονών, στις 20 Οκτωβρίου 1969, από εσωτερική αιμοραγία, λόγω κίρρωσης τού ήπατος. Η σύζυγός του Στέλλα και η μητέρα του Γκαμπριέλ, τέλεσαν μια μικρή κηδεία στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ, καθώς και μία στό Λόουελλ, στην εκκλησία του St. Jean Baptiste, όπου παρακολουθούσε τη λειτουργία όταν ήταν μικρός. Η ταφή του έγινε στον οικογενειακό τάφο των Σάμπα στο Λόουελλ.

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ