Οι Σουφραζέτες, της Σάρα Γκάβρον

Η Seven Films παρουσιάζει στους κινηματογράφους από τις 18 Φεβρουαρίου 2016 την ταινία Οι Σουφραζέτες (SUFFRAGETTE) της Σάρα Γκάβρον.

Η Seven Films παρουσιάζει στους κινηματογράφους από τις 18 Φεβρουαρίου 2016 την ταινία Οι Σουφραζέτες (SUFFRAGETTE) της Σάρα Γκάβρον.

ΣΥΝΟΨΗ

Η ιστορία του κινήματος υπέρ του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες. Οι Σουφραζέτες δεν προέρχονταν από αριστοκρατικές τάξεις, ήταν εργαζόμενες γυναίκες που συνειδητοποίησαν ότι η ειρηνική διαμαρτυρία δεν έφερνε αποτελέσματα. Στραμμένες στη βία ως τη μόνη διέξοδο, ήταν έτοιμες να χάσουν τα πάντα στον αγώνα τους για ισότητα-τις δουλειές τους, τα σπίτια τους, τα παιδιά τους, τις ζωές τους. Η Μοντ είναι μία από αυτές. Ο αγώνας της για αξιοπρέπεια μοιάζει με θρίλερ, αλλά θα εμπνεύσει αμέτρητες γενιές γυναικών παγκοσμίως.

Σενάριο: Άμπι Μόργκαν

Παίζουν: Κάρεϊ Μάλιγκαν, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Μέριλ Στριπ

Soundtrack: Αλεξάντρ Ντεπλά

Διάρκεια: 106’

ΤΑΙΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ

«Κάθε κόρη θα πρέπει να γνωρίζει αυτή την ιστορία, κάθε γιος να την έχει στην καρδιά του»Μέριλ Στριπ

100 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η σκηνοθέτιδα Σάρα Γκάβρον επιθυμούσε πολλά χρόνια να κάνει μια ταινία για το κίνημα των σουφραζέτων: «Ο όρος σουφραζέτες χρησιμοποιήθηκε χλευαστικά από το Βρετανικό τύπο, για να περιγράψει τις ακτιβίστριες που αγωνίζονταν για το δικαίωμα ψήφου (suffrage). Ο όρος άλλαξε φύση εξαιτίας του ίδιου του κινήματος. Οι σουφραζέτες δημιουργούσαν προβλήματα στις επικοινωνίες, έκοβαν τηλεγραφικά καλώδια, έσπαγαν ταχυδρομικά κουτιά, πήγαιναν φυλακή, έκαναν απεργία πείνας,  όλα για να κερδίσουν την προσοχή του κόσμου για το κίνημα τους. Με άφηνε έκπληκτη το γεγονός ότι αυτή η ιστορία δεν είχε ειπωθεί ποτέ. Είμασταν μια ομάδα γυναικών και φυσικά μας γοήτευε το υλικό». Όταν η Γκάβρον έκανε το ντεμπούτο της το 2007 με το Brick Lane, γνώρισε τις αδερφές ψυχές της- τις παραγωγούς Άλισον Όουεν και Φέι Γουόρντ, και τη σεναριογράφο Άμπι Μόργκαν.

Η Άλισον Όουεν αναφέρει: «Αναρωτιόμασταν πάντα γιατί δεν έχει γίνει ταινία για το κίνημα των σουφραζέτων. Το κίνημα στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει την εικόνα που είχε το αντίστοιχο στις ΗΠΑ, όπου συνδέεται με την ποτοαπαγόρευση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ήταν κίνημα ανταρτών, ήταν σκληρό. Υπήρχε σίγουρα πρόκληση στο χειρισμό του θέματος! Όταν ανακάλυψα ότι η Σάρα είχε την ίδια άποψη με εμένα για το θέμα ήταν δώρο θεού- σύντομα αρχίσαμε να δουλεύουμε το σενάριο με την υποστήριξη των Film4, Focus Features και BFI.»

Η Γκάβρον εξηγεί τις φιλοδοξίες της ομάδας: «Μας ενδιέφερε να πούμε την ιστορία μιας εργαζόμενης γυναίκας του 1912. Κάναμε ενδελεχή έρευνα- από ημερολόγια κι απομνημονεύματα, αστυνομικές αναφορές κι ακαδημαϊκά κείμενα. Τότε δημιουργήσαμε το φανταστικό, σύνθετο χαρακτήρα της Μοντ, η οποία συμμετέχει σε αληθινά γεγονότα και συναντά στο δρόμο της χαρακτήρες- κλειδιά του κινήματος, όπως η Έμελιν Πάνκχερστ, η Έμιλι Γουάιλντινγκ Ντέιβισον και ο Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ».

Η ιδέα μιας γυναίκας να περιπλανιέται σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ενθουσίασε τη Μόργκαν, η οποία μόλις είχε ολοκληρώσει  τα σενάρια για άλλες δύο ιστορικές φιγούρες: Σιδηρά Κυρία (το πορτρέτο της Μάργκαρετ Θάτσερ) και την Αόρατη Γυναίκα (ερωτική ιστορία σχετικά με τον Τσαρλς Ντίκενς).

«Δεν ήθελα να γράψω απλά τη βιογραφία μιας ιστορικής φιγούρας» παραδέχεται η ίδια. «Από την άλλη σκεφτόμουνα, πως θα εξερευνήσει κανείς την ιστορία του κινήματος χωρίς την Έμελιν, την Κρίσταμπελ και τη Σύλβια Πάνκχερστ στο επίκεντρο; Θα ήταν πιο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την ιστορία μέσα από τα μάτια μιας άγνωστης γυναίκας, να μαρτυρήσουμε πως ο κόσμος παρασύρεται στο φονταμενταλισμό και πως είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν τα πάντα στο βωμό ενός ιδανικού».

Πήρε όμως λίγο χρόνο για τη Μόργκαν να καταλήξει με την ιστορία της Μοντ. «Τα καλά σενάρια έχουν να κάνουν με το τι κρατάς, και τι επιλέγεις να αφήσεις έξω από την ιστορία, ειδικά με ένα θέμα τόσο αχανές όσο αυτό. Το πρώτο προσχέδιο είχε ως βασικό χαρακτήρα του την Άλις, μια γυναίκα της αριστοκρατικής τάξης που υποδύεται η Ρομόλα Γκαράι. Παρόλο που ήταν συναρπαστικός ο χαρακτήρας της, φάνταζε πολύ μακρυά από την εργατική τάξη. Τότε η Σάρα με επανέφερε και μου είπε ότι ο πιο ενδιαφέρον χαρακτήρας είναι η Μοντ».

Η Μοντ, μία νεαρή, παντρεμένη γυναίκα που δουλεύει ατελείωτες ώρες στο πλυσταριό του Μπέθναλ Γκριν, υπό την επίβλεψη του Τζεφ Μπελ, έδωσε στους συντελεστές τη δυνατότητα να κατασκευάσουν μια δυνατή αφήγηση, που δεν ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τα πραγματικά γεγονότα.

«Θα κάναμε μία ταινία προσιτή στον κόσμο», λέει η Γκάβρον. «Ιδού ένας χαρακτήρας με συναισθήματα κι εμπειρίες, με τον οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε».

Η Μοντ, την οποία υποδύεται η Κάρεϊ Μάλιγκαν, είναι αρχικά διστακτική για το κίνημα των σουφραζέτων. Φοβάται να ξεχωρίσει από το πλήθος, να ρισκάρει τη δουλειά της και την ησυχία του σπιτιού της. Σιγά σιγά βρίσκει τη δύναμη και το κίνητρο να λάβει μέρος σε μια τόσο δύσκολη μάχη. Για τη Μοντ, όπως και για τις περισσότερες σουφραζέτες, αυτό σήμαινε τρομερές συνέπειες στην προσωπική τους ζωή.

Το γεγονός ότι η ιστορία δεν είχε ξαναειπωθεί ενθουσίαζε τους συντελεστές. «Ήμασταν μαγεμένοι από το πόσο μπροστά από την εποχή τους ήταν αυτές οι γυναίκες», αναφέρει η Γκάβρον. «Έσπαγαν όλα τα ταμπού και τις προκαταλήψεις της κοινωνίας. Συνειδητοποιήσαμε πόσο λίγα γνωρίζει για το θέμα ο κόσμος. Κατά κάποιο τρόπο έχει θαφτεί. Δε διδάχθηκε ποτέ στα σχολεία, και κανείς δε γνωρίζει πόσο πραγματικά μακριά έφτασαν οι σουφραζέτες για να ακουστούν- οι βομβαρδισμοί και οι βανδαλισμοί, οι ξυλοδαρμοί από την αστυνομία. Ήταν μια ανείπωτη ιστορία».

ΟΙ ΣΟΥΦΡΑΖΕΤΕΣ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥΣ

Η Κάρεϊ Μάλιγκαν ήταν πάντα στην κορυφή της λίστας για το ρόλο της Μοντ. Η Άμπι Μόργκαν είχε δουλέψει μαζί της στο Shame του Στιβ ΜακΚουίν, και γνώριζε για πόσα είναι ικανή: «Είναι μία από τις λίγες ηθοποιούς που μπορούν να αποδόσουν με αυθεντικότητα κι αλήθεια τους ρόλους τους, ασχέτως πόσο διάλογο τους δίνεις».

Η Μάλιγκαν μόλις είχε τελειώσει τα γυρίσματα για το Far From The Madding Crowd του Τόμας Βίντερμπεργκ κι άρπαξε την ευκαιρία για να μάθει περισσότερα για το κίνημα των σουφραζέτων. Έμεινε έκπληκτη από το πόσο λίγα γνώριζε.

«Κανείς από τους ανθρώπους που ξέρω, δε γνωρίζει για τις απεργίες πείνας ή για τις επιθέσεις σε δημόσιες εκθέσεις και κτίρια. Δε γνώριζα τίποτα για όλα αυτά πριν αναλάβω το ρόλο της Μοντ» παραδέχεται η Μάλιγκαν. «Ήξερα την εξευγενισμένη σχολική εκδοχή- γυναίκες με κοπέλα και φορέματα να παρελαύνουν τραγουδώντας και πίνοντας τσάι. Δεν γνώριζα την αλήθεια αυτών των γυναικών».

«Βρήκα μια αυτοβιογραφία με τίτλο ‘The Hard Way Up’ της Χάνα Μίτσελ, που ήταν ένα εργαζόμενο κορίτσι με ελάχιστη εκπαίδευση», λέει η Μάλιγκαν. «Κατέληξε να είναι καταλυτικός παράγοντας για το κίνημα. Η ανακάλυψη του κινήματος για εκείνη, ήταν ότι και για τη Μοντ. Τα μάτια της άνοιξαν και άνθρωποι την ενέπνευσαν. Τελικά βρήκε τη δική της φωνή. Είχα πάντα το βιβλίο μαζί μου στα γυρίσματα».

Η Αν-Μαρί Νταφ υποδύεται τη Βάιολετ, η οποία εργάζεται μαζί με τη Μοντ στο πλυσταριό, και είναι η πρώτη που της μαθαίνει για το κίνημα. «Έχει μία ασίγαστη φλόγα μέσα της, είναι συναρπαστική κι επικίνδυνη ταυτόχρονα», αναφέρει η Νταφ για το ρόλο της.

Η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ είναι η Έντιθ, μία χημικός της μεσαίας τάξης, η οποία χρησιμοποιεί το κατάστημα του συζύγου της για τις μυστικές συναντήσεις των σουφραζέτων.

«Η Έντιθ είναι αμάλγαμα πολλών ανθρώπων» λέει η Κάρτερ. «Υπήρξε μία εκπληκτική γυναίκα, που λεγόταν Έντιθ Γκάρουντ, ήταν Ουαλή, με ύψος περίπου 1.50, η οποία δίδασκε στις σουφραζέτες ζίου-ζίτσου για να υπερασπίζονται τους εαυτούς τους απέναντι στις αστυνομικές δυνάμεις. Δίδασκε επίσης, μία ομάδα που λεγόταν «Ο Σωματοφύλακας» και σκοπός της ήταν η προστασία της Έμελιν Πάνκχερστ. Άλλαξα το όνομα του χαρακτήρα μου από Κάρολιν σε Έντιθ, προς τιμήν της».

Στην πραγματικότητα, ο προπάππους της Κάρτερ ήταν ο Λόρδος Χέρμπερτ Χ. Άσκουιθ, πρωθυπουργός κατά τη χρονική περίοδο που λάμβαναν χώρα τα γεγονότα της ταινίας, και κατά κάποιο τρόπο η νέμεση του κινήματος.

«Χρειάστηκε πολύ θάρρος για να προτείνουμε το ρόλο στην Κάρτερ» θυμάται η Γουόρντ. «Μιλούσε συχνά για τη γιαγιά της, τη Βάιολετ, και πόσο απεχθανόταν τις σουφραζέτες. Η Έλενα υποστήριζε ότι η Βάιολετ ήταν μια γυναίκα που τα είχε ήδη όλα και δεν καταλάβαινε τον αγώνα των σουφραζέτων».

«Όταν γνώρισα την εγγονή της Έμελιν, Έλεν Πάνκχερστ της απολογήθηκα τόσες πολλές φορές!» λέει η Μπόναμ Κάρτερ.

Η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ υποθέτει ότι μία από τις βασικές αντιρρήσεις του Άσκουιθ απέναντι στις σουφραζέτες, ήταν η βίαιη φύση της καμπάνιας τους. Το 1912, μετά από δεκαετίες ειρηνικών διαμαρτυριών, οι οποίες αντιμετωπίζονταν και με εξευτελιστικό τρόπο στη Βουλή, στον τύπο και την κοινωνία, οι γυναίκες αποφάσισαν να γίνουν πιο μαχητικές. Ήταν ωστόσο πολύ σημαντικό για εκείνες να μην τραυματιστούν άνθρωποι, αλλά οι ζημιές που θα προκαλούσαν να είναι μόνο υλικές.

«Νομίζω ότι η μαχητικότητα προέκυψε από αναγκαιότητα», αναφέρει η Μόργκαν.

«Το κίνημα είχε βρει την ηγέτιδα του στο πρόσωπο της Έμελιν Πάνκχερστ, που ήταν μορφωμένη, εύγλωττη, είχε διασυνδέσεις και γνώριζε πώς να μιλήσει στο κοινό. Ήταν κάποια που μπορούσε να κουβαλήσει το πρότυπο και το ήθος του κινήματος στους ώμους της. Ήταν μια χαρισματική ηγέτιδα που γνώριζε ότι ο μόνος τρόπος να ακουστούν ήταν να καθιερώσουν τακτικές πολέμου. Ολόκληρη  η ταινία προκαλεί το κοινό να αναρωτηθεί μέχρι που θα έφταναν για τα δικαιώματα τους».

Την Έμελιν Πάνκχερστ ενσαρκώνει η Μέριλ Στριπ. Οι συντελεστές ήθελαν ένα πρότυπο γυναίκας να υποδυθεί ένα πρότυπο γυναίκας, να απεικονιστεί σωστά η δύναμη και η σημασία της ηγεσίας της, παρόλο που οι γυναίκες του κινήματος τη διάβαζαν μόνο στις εφημερίδες ή την έβλεπαν από χιλιόμετρα μακριά.

Άλλο ένα πραγματικό πρόσωπο που υπάρχει στην ταινία είναι η Έμιλι Γουάλντινγκ Ντέιβισον (Νάταλι Πρες), η γυναίκα που τραυματίστηκε θανάσιμα από το άλογο του Βασιλιά Γεωργίου Ε’ στον Ιππόδρομο του Έπσομ τις 4 Ιουνίου του 1913. Η Ντέιβισον αποπειράθηκε να τοποθετήσει τη σημαία των σουφραζέτων στο άλογο του Βασιλιά για να κερδίσει την προσοχή του κόσμου. Αν η Ντέιβισον αυτοκτόνησε (υπέκυψε στα τραύματα της τέσσερις ημέρες μετά τα γεγονότα) ή ήταν απλά ένα τραγικό ατύχημα, παραμένει άγνωστο.

ΜΩΒ, ΛΕΥΚΟ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟ

Τα χρώματα του κινήματος (μωβ, λευκό και πράσινο) είναι συνυφασμένα με την ταινία . Οι σουφραζέτες συνειδητοποίησαν γρήγορα τη δύναμη της διαφήμισης, και καθιέρωσαν τη σημαία τους ως προπαγανδιστικό εργαλείο. Η παραγωγός Άλις Νόρμινγκτον εξηγεί: «Χρησιμοποιήσαμε μια εξασθενημένη παλέτα του μωβ και του πράσινου στους κόσμους των γυναικών της ταινίας. Η Κοινωνική και Πολτική Ένωση Γυναικών, το σπίτι της Μοντ και το σπίτι της χημικού, είναι μέρη όπου ζουν οι σουφραζέτες, οπότε εκεί χρησιμοποιήσαμε πιο θερμούς τόνους. Η Σάρα κι εγώ είχαμε στο μυαλό μας ότι αυτά είναι τα χρώματα μιας μελανιάς, κι αυτές είναι μελανιασμένες γυναίκες. Μία μελανιασμένη παλέτα έγινε το θέμα μας. Αντίθετα, στους χώρους που κυριαρχούν οι άντρες, αφαιρέσαμε τη θερμότητα για να γίνουν πιο μεταλλικοί και γκρι».

Οι συντελεστές ήταν αποφασισμένοι ότι η ταινία δε θα ήταν άλλο ένα δράμα εποχής. Ήθελα να τοποθετήσουν τα γεγονότα του 1912 και του 1913 σε ένα μοντέρνο πλαίσιο. Ο διευθυντής φωτογραφίας Έντουαρντ Γκράου, που δούλεψε στο Ένας Άντρας Μόνος (A Single Man) του Τομ Φορντ (κι έπρεπε να δουλέψει σκληρά για να αποβάλει την απέχθεια του προς το πράσινο χρώμα!) γύρισε την ταινία σε Super 16, χρησιμοποιώντας τέσσερις χειροκίνητες  κάμερες σε κάθε στιγμή. «Με αυτό τον τρόπο οι ηθοποιοί δε γνώριζαν ακριβώς πότε τους έπαιρνε η κάμερα» εξηγεί η Γκάβρον. «Αυτό έδωσε μια φυσικότητα στις ερμηνείες και μια ενέργεια στο να ξεπεραστεί το αναμενόμενο – αυτές οι γυναίκες ήταν πολύ μπροστά από την εποχή τους». Αυτό το σκεπτικό επεκτάθηκε και στα εξωτερικά γυρίσματα. Η Γουόρντ εξηγεί: «Η Σάρα κι εγώ δε θέλαμε το κλασικό σκηνικό μιας ταινίας εποχής- θέλαμε τον κόσμο στον οποίο ζούσαν όντως αυτές οι γυναίκες. Ωστόσο η εύρεση των αυθεντικών τοποθεσιών ήταν μια πρόκληση από μόνη της. Οι φτωχογειτονιές έχουν εξαφανιστεί, οι περισσότερες καταστράφηκαν κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ τα εναπομείναντα κτίρια έχουν μετατραπεί σε λοφτ και γραφεία. Καταλήξαμε να κάνουμε γυρίσματα μας στο Cornhill στο κέντρο του Λονδίνου με περιορισμένο έλεγχο. Τα γυρίσματα έγιναν σε μία μέρα. Η σκηνή του ντέρμπι γυρίστηκε στον Ιππόδρομο Royal Windsor με 350 κομπάρσους και 15 άλογα».

Οι σουφραζέτες είναι επίσης η πρώτη ταινία που έκανε γυρίσματα στη Βουλή των Κοινοτήτων στο Παλάτι του Ουεστμίνστερ. Η Βουλή άνοιξε τις πόρτες τις για γυρίσματα για πρώτη φορά την άνοιξη του 2014. 

Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΣΟΥΦΡΑΖΕΤΩΝ

Οι γυναίκες διεκδικούσαν το δικαίωμα ψήφου για μισό αιώνα περίπου έως το 1900. Οι ειρηνικές διαμαρτυρίες όμως δεν οδηγούσαν πουθενά. Το 1903 ιδρύεται στο Μάντσεστερ η Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών από την Έμελιν Πάνκχερστ και τις κόρες της, για να «ξυπνήσει το έθνος» μέσα «από πράξεις κι όχι λόγια». Η απόφαση να μεταφερθεί η έδρα της Ένωσης στο Λονδίνο το 1906, άλλαξε ριζικά τη μορφή του κινήματος, το οποίο για τα επόμενα οχτώ χρόνια θα κέρδιζε με απόλυτη επιτυχία την προσοχή που τόσο επιθυμούσε. Η «Κυριακή των Γυναικών», η πρώτη μεγάλη συνάντηση των σουφραζέτων τον Ιούνιο του 1908, συγκέντρωσε γυναίκες από όλη τη χώρα για τις εφτά διαφορετικές πορείες στο κέντρο του Λονδίνου. Οι πορείες κατέληγαν όλες στο Hyde Park, όπου υπήρχαν 80 ομιλητές. Συνολικά εκείνη τη μέρα, το Hype Park είχε περίπου 300,000 διαδηλωτές.

Για τη καμπάνια των σουφραζέτων εργαζόντουσαν υπάλληλοι επί πληρωμή, όσο κι εθελοντές, κι ανάμεσα στα καθήκοντα τους ήταν η οργάνωση εκδηλώσεων, συγκεντρώσεων και η έκδοση της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Ψήφος για τις Γυναίκες», η οποία το 1909 είχε αγγίξει τα 22,000 φύλλα. Η Ένωση ίδρυσε ενενήντα γραφεία σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά το Λονδίνο παρέμενε το βασικό πεδίο δράσης με συνολικά 34 τοπικά γραφεία. Το 1910, ο εκδοτικός οίκος της Ένωσης μεταφέρθηκε κοντά στην Oxford Street με σκοπό να έχει καλύτερη πρόσβαση στην αγορά και να πουλάει τα διαφημιστικά του προϊόντα: καρφίτσες, βιβλία, κάρτες και γραφική ύλη. Η επιτυχία στις πωλήσεις οδήγησε στο να ανοίξουν άλλα 19 καταστήματα στο Λονδίνο.

Περισσότερες από χίλιες σουφραζέτες (μεταξύ τους και η Έμελιν Πάνκχερστ και οι κόρες της) φυλακίστηκαν για τις πράξεις τους. Πολλές μεταφέρθηκαν στις φυλακές Holloway, όπου έκαναν απεργία πείνας για τις άθλιες συνθήκες κράτησης τους. Το 1912 η Ένωση έστρεψε την προσοχή της στην αναστάτωση της δημόσιας ζωής στο Λονδίνο και την καταστροφή ιδιοκτησίας. Το Μάιο του 1912, περίπου 150 σουφραζέτες κατέστρεψαν με λιθοβολισμό τα κεντρικά καταστήματα του Λονδίνου. Η επίθεση τους στην Εθνική Πινακοθήκη, ανάγκασε πολλά μουσεία και εκθέσεις να κλείσουν τις πόρτες τους για τις γυναίκες.  Οι σουφραζέτες ερχόντουσαν συνεχώς σε αμέτρητες συμπλοκές με την αστυνομία. Απαθανατισμένες από τον τύπο με χειροπέδες, να φωνάζουν, αλυσοδεμένες σε κτίρια, έγιναν αντικείμενο πρωτοφανούς σατιρισμού. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαλε μία άνω τελεία στον αγώνα τους. Η δουλειά που είχαν ήδη κάνει όμως, διευκόλυνε τις γυναίκες να έχουν πιο ενεργό ρόλο κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συνεισφορά τους κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο απέδειξε ότι οι γυναίκες ήταν απαραίτητες για την οικονομική ευημερία της χώρας, κι αναγνωρίστηκε με τη θέσπιση ψήφου για τις γυναίκες από την ηλικία των 30 ετών το 1918. © Museum of London 2015

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

ΣΑΡΑ ΓΚΑΒΡΟΝ

Το ντεμπούτο της Σάρα Γκάβρον ήταν το Brick Lane, το οποίο ήταν υποψήφιο για Βραβείο BAFTA, ενώ απέσπασε το Βραβείο The Alfred Dunhill Talent στο Φεστιβάλ του Λονδίνου. Πριν από αυτό, το This Little Life που είχε γυρίσει για το BBC TV, της χάρισε το Τηλεοπτικό BAFTA Καλύτερης Νέας Σκηνοθέτιδας. Το Variety συμπεριέλαβε τη Γκάβρον ως μία από τους δέκα σκηνοθέτες που θα πρέπει κανείς να προσέξει στο Φεστιβάλ του Σάντανς. Το ντοκιμαντέρ της Γκαβρόν The Village At The End of The World, ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Grierson, ενώ απέσπασε το Βραβείο Margaret Mead. Η Σάρα Γκαβρόν ετοιμάζει το Unlikely Pilgrimage of Harold Fry μαζί με τη Film4.

ΑΜΠΙ ΜΟΡΓΚΑΝ

Για την τηλεόραση, η Άμπι Μόργκαν υπογράφει τα σενάρια για τα My Fragile Heart,  Murder, Life Isn’t All Ha Ha Hee Hee του BBC, το πολυβραβευμένο δράμα του Channel 4, Sex Traffic, το Tsunami – The Aftermath , το White Girl, το Royal Wedding, το Birdsong και το The Hour για το BBC, για το οποίο μάλιστα έχει τιμηθεί με Βραβείο Emmy. Αυτή τη στιγμή τελειώνει το post-production για το River του BBC.

Για τη μεγάλη οθόνη, έχει γράψει τα σενάρια για τα Brick Lane, The Iron Lady,Shame και The Invisible Woman, ενώ τώρα δουλεύει τα σενάρια για τα Little House on The Prairie για τη Sony Films, το The Taming of The Shrew για την Working Title Films και το The Rules of Inheritance for Bruce Cohen. 

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ