Ένας καλλιτέχνης που μοιάζει να έρχεται από τις αρχές του 20ου αιώνα, μουσικές που υποστηρίζονται από τρομπέτες, πιάνο κι ένα μπάντζο, βραχνά φωνητικά και ακούσματα που φέρνουν εικόνες από την Άγρια Δύση και παλιές αμερικάνικες ταινίες. Μην ξεγελιέστε πάντως από τη φωνή του… O C.W. Stoneking είναι μόλις 44 ετών!

Κι αν το όνομά του δεν σας θυμίζει κάτι, σίγουρα έχετε ακούσει στο ραδιόφωνο ή αλλού το υπέροχο «Love Me Or Die» ή το «Brave Son Of America». Από την πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα, πάντως, ο Αυστραλοαμερικανός Christopher William Stoneking, αγαπήθηκε αμέσως από το κοινό. Την Τρίτη 11 και την Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου, ετοιμαζόμαστε λοιπόν να υποδεχτούμε ξανά στην Αθήνα αυτόν τον απρόσμενο μουσικό, με τη μοναδική χάρη και μιαν αυθεντικότητα που είναι άρρηκτα δεμένη με τον τρόπο ζωής του. Τον λευκοντυμένο μουσικό που τα τελευταία πολλά χρόνια διανύει τη δική του απόλυτα προσωπική πορεία, με blues, hokum και jungle ήχους, αποσπώντας ενθουσιώσεις κριτικές σαν κι αυτήν: «Το να ακούς τον Stoneking να παίζει live είναι σαν να ακούς ένα παλιό 78άρι σε μια σκονισμένη σοφίτα στην Νέα Ορλεάνη» (The Observer).

Γεννημένος στην απομονωμένη πόλη Katherine της Αυστραλίας από Αμερικανούς γονείς (ο πατέρας, συγγραφέας και περιστασιακά σεναριογράφος της τηλεόρασης, μετανάστευσε εκεί τη δεκαετία του ’70), μεγάλωσε στην κοινότητα Αβοριγίνων της Papunya. Η αγάπη του για τα blues καλλιεργήθηκε από την εφηβεία του και το ταλέντο του ως συγγραφέα και performer εκδηλώθηκε σε μερικά από τα πιο μικρά και απόμερα μπαρ της Αυστραλίας πριν ξεκινήσει να ταξιδεύει σε όλη την χώρα, στην αρχή μόνος του και στη συνέχεια με την μπάντα The Blue Tits. Εκτός των περιοδειών του ανά τον κόσμο, ο C.W. έχει ταξιδέψει σε ολόκληρο τον πλανήτη, από την Αίγυπτο μέχρι τη Νέα Ορλεάνη και το Τρινιντάντ (όπου ανακάλυψε και τη μουσική Calypso), έχει ζήσει σε απομονωμένες φάρμες, δουλεύοντας ως εργάτης,
αλλά και σε διάφορα σημεία της Αφρικής.

Ετσι ή αλλιώς, οι φήμες για την «προηγούμενη» ζωή του είναι πολλές και διαφορετικές: Ακούγεται ότι ήταν κάποτε μποξέρ αλλά και ότι ζούσε σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο για χρόνια. Επίσης, αληθεύει ότι είναι γεμάτος τατουάζ και πως δεν ξέρει να… μαγειρεύει. Εκτός από αυτά, κάποιοι λένε ότι τον είδαν να παίζει με τη heavy rock μπάντα «The Berko Boys» στο Σίδνεϋ. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι στην όψη (μακρυά ξανθά μαλλιά και με ένα σακίδιο περασμένο στον ώμο) περισσότερο έμοιαζε με τον hillbilly David Lee Roth παρά με έναν Delta bluesman.. Τα μέλη της μπάντας του ήταν ντυμένοι σαν κλόουν σε rodeo show. Ή τουλάχιστον έτσι λένε εκείνοι…

Όταν πάντως εμφανίστηκε, πριν μερικά χρόνια, στη σκηνή στο BBC 4’s Folk America Festival, στο Λονδίνο, πολύ λίγα πράγματα ήταν γνωστά για εκείνον, πέραν ίσως από το γεγονός ότι ήταν ο αγαπημένος μουσικός του Charlie Gillett και ένας άνθρωπος «χαμένος μουσικά στη δεκαετία του ’20 και του ’30». Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα μάθημα για το πως μπορεί κανείς να κλέψει την παράσταση σε ένα show.

Δισκογραφία

Δισκογραφικά, το πρώτο του άλμπουμ κυκλοφόρησε το 2006 με τίτλο «King Hokum«, ωστόσο δεν κυκλοφόρησε ποτέ ολοκληρωμένο στην Αγγλία. Η δεύτερη δουλειά του με τίτλο Jungle Blues ήταν και η μεγάλη του καταξίωση. Η επιτυχία και αναγνώριση του άλμπουμ, οδήγησε σε εκτεταμένη προβολή μέσω των ΜΜΕ και μια sold out περιοδεία στην Αγγλία. Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2015, με τον τίτλο «Gon’ Boogaloo».