Ο Νίκος Καββαδίας, ο κομμουνιστής ποιητής, που άγγιξε με τα αποτυπωμένα σε χαρτί ταξίδια του, κάθε εκατοστό της ψυχής μας, γεννήθηκε σαν σήμερα το μακρινό 1910, σε μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Βλαδιβοστόκ στη Ρωσία. Η καταγωγή του φυσικά “νησιωτική”, από την Κεφαλονιά.

Έπειτα από μια αλληλουχία δυσκολιών, φυλακίσεων,οικονομικών καταστροφών του ίδιου και της οικογενείας του, ο Νίκος Καββαδίας χαράζει το δρόμο του. Είναι κόκκινος, είναι μπλέ. Ο συνετός, λιγομίλητος άνθρωπος όπως τον περιέγραφαν οι λόγιοι της εποχής, έπειτα από τις σπουδές του στην Ιατρική, εκδίδει το 1933 την ποιητική του συλλογή Μαραμπού. Μια συλλογή, η οποία ήταν γραφτό να αποτελέσει, το ποιητικό συνώνυμο ίσως και την γραπτή μετάφραση κάθε ανάμνησης τους, από τους μακρινούς τόπους, που η μοίρα συνοδία της θάλασσας τον οδήγησε.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση και γίνεται μέλος του ΕΑΜ. Παράλληλα γίνεται και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Η ποιητική του συλλογή Μαραμπού και η αξιοσέβαστη ύπαρξη του, του εξασφαλίζουν την συμμετοχή του στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Γράφει τότε πλήθος αντιστασιακών ποιημάτων. Κάθε στίχος των ποιημάτων του “Αντίσταση” και “Στον τάφο του Επονίτη”, θα μείνουν πάντοτε ανεξίτηλα στο νου μας.

Αντίσταση

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν και εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ’ όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ’ αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό -Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική
ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα -Ισπανία και Πασιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τα άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δέντρα, μπαίγνιο τ’ ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από τη Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

Φωτογραφία από το αρχείο της οικογένειας Καββαδία

Στον τάφο του Επονίτη

Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια.
Μικρούλης φαίνομαι αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει.
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια
κι ακόμα με είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.
Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι, το ξυλίκι.
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και που να δεις ακόμα.
Μία μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα.
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά πού έμοιαζε με γρανίτη.
Σε μια γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσχοβολάει ο τάφος του Επονίτη.

Λέγεται πως ο Γιώργος Σεφέρης είχε πικράνει, βαθιά τον Νίκο Καββαδία.Όταν το 1954 ο ποιητής εργάζοταν σε ένα επιβατηγό πλοίο, ο Γιώργος Σεφέρης ταξίδεψε με το ίδιο πλοίο. Παρόλο που είδε τον Καββαδίο, δεν του “χάρισε” ούτε λόγια , ούτε χειραψίες, σαν να ήταν άγνωστοι. Άλλες πηγές λένε, πως Ο Γιώργος Σεφέρης, ενοχλήθηκε με τον Νίκο Καββαδία, στην διάρκεια μιας ξενάγησης στη Βηρυτό, πραγματοποιούνταν κάποια εθνική εορτή. Ο Καββαδίας πρότεινε στον Σεφέρη, να του δείξει ο ίδιος τον δρόμο. Πάνε σε μια περιοχή λοιπόν με έντονο το ελληνικό στοιχείο. Ο Σεφέρης, συγκινήθηκε.Τα “ελληνικά μπορντέλα”είναι του λέει ο Καββαδίας. Ο Σεφέρης, σοκαρίστηκε. Ο Καββαδίας, αποχώρησε. Ωστόσο, παρόλο που φαινομενικά ο Καββαδίας, είχε υποτιμηθεί από πολλούς “ποιητικούς κύκλους” της εποχής, ο Σεφέρης ήταν “θαυμαστής” του Μαραμπού, συναίσθημα που τον οδήγησε να αποτυπώσει την μελέτη του για τον Καββαδία και το έργο του, σε 500 σχεδόν σελίδες.

Μελοποιημένη ποίηση

Το 1979, ο Θάνος Μικρούτσικος, κυκλοφορεί τον δίσκο – διαμάντι της ελληνικής μουσικής “Σταυρός του Νότου”. Εκείνη η χρονιά, έμελλε να “μεταφράσει” σε νότες τη ποίηση του ναυτικού Νίκου Καββαδία, απο τον Θάνο Μικρούτσικο, με τις φωνές των Γιάννη Κούτρα,Βασίλη Παπακωνσταντίνου και Αιμιλίας Σαρρή.

Ποίηση

Γυναίκα

Στὸν Ἀντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στὸ φτερὸ τοῦ καρχαρία.
Παῖξτε στὸν ἄνεμο τὴ γλώσσα σου καὶ πέρνα.
Ἀλλοῦ σὲ λέγανε Γιουδήθ, ἐδῶ Μαρία.
Τὸ φίδι σκίζεται στὸ βράχο μὲ τὴ σμέρνα.

Ἀπὸ παιδὶ βιαζόμουνα, μὰ τώρα πάω καλιά μου.
Μία τσιμινιέρα στὸν κόσμο καὶ σφυρίζει.
Τὸ χέρι σου, ποὺ χάιδεψε τὰ λιγοστὰ μαλλιά μου
γιὰ μία στιγμὴ ἂν μὲ λύγισε, σήμερα δὲ μὲ ὁρίζει.

Τὸ μετζαρόλι ράγισε καὶ τὸ τεσσαροχάλι.
Τὴν τάβλα πάρε, τζόβενο, νὰ ξανάπαμε ἀρόδο.
Ποιὸς σκύλας γιὸς μᾶς μούτζωσε κι ἔχουμε τέτοιο χάλι
ποὺ γέροι καὶ μικρὰ παιδιὰ μᾶς πῆραν στὸ κορόϊδο;

Βαμμένη. Νὰ σὲ φέγγει κόκκινο φεγγάρι.
Γιομάτη φύκια καὶ ροδάνθη, ἀμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ἀσέλωτο μὲ δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά, σὲ μία σπηλιά, στὴν Ἀλταμίρα.

Σαλτάρει ὁ γλάρος τὸ δελφίνι νὰ στραβώσει.
Τί μὲ κοιτᾶς; Θὰ σοῦ θυμίσω ἐγὼ ποῦ μ᾿ εἶδες.
Στὴν ἄμμο πάνω σ᾿ εἶχα ἀνάστροφα ζαβώσει
τὴ νύχτα ποὺ θεμέλιωναν τὶς Πυραμίδες.

Τὸ τεῖχος περπατήσαμε μαζὶ τὸ Σινικό.
Κοντά σου ναῦτες ἀπ᾿ τὴν Οὒρ πρωτόσκαρο ἐβιδώναν.
Ἀνάμεσα σὲ ὁλόγυμνα σπαθιὰ στὸ Γρανικὸ
ἔχυνες λάδι στὶς βαθιὲς πληγὲς τοῦ Μακεδόνα.

Πράσινο. Ἀφρός, θαλασσινὸ βαθὺ καὶ βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ἕνα χρυσὸ στὴ μέση σου ζωστήρι.
Τὰ μάτια σου τὰ χώριζαν ἑφτὰ Ἰσημερινοὶ
μὲς στοῦ Giorgione τὸ ἀργαστήρι.

Πέτρα θὰ τοῦ ῾ριξα καὶ δὲ μὲ θέλει τὸ ποτάμι.
Τί σοῦ ῾φταιξα καὶ μὲ ξυπνᾶς προτοῦ νὰ φέξει.
Στερνὴ νυχτιὰ τοῦ λιμανιοῦ δὲν πάει χαράμι.
Ἁμαρτωλὸς ποὺ δὲ χαρεῖ καὶ ποὺ δὲ φταίξει.

Βαμμένη. Νὰ σὲ φέγγει φῶς ἀρρωστημένο.
Διψᾶς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Ἐδῶ κοντά σου, χρόνια ἀσάλευτος νὰ μένω
ὡς νὰ μοῦ γίνεις Μοίρα, Θάνατος καὶ Πέτρα.

Ἀντινομία

Ὁ ἔρωτάς σου μία πληγὴ καὶ τρεῖς κραυγές.
Στὰ κόντρα σκούζει ὁ μακαρᾶς καθὼς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη τοῦ βυθοῦ – χίλιες ὀργιὲς –
τοῦ Ποσειδώνα ἐγὼ σὲ κέρδισα στὸ ζάρι.

Καὶ σ᾿ ἔριξα σ᾿ ἕνα βιβάρι σκοτεινὸ
ποὺ στέγνωσε καὶ ξανεμίστηκε τὸ ἁλάτι.
Μὰ ἐσὺ προσμένεις ἀπ᾿ τὸ δίκαιον οὐρανὸ
τὸ στεριανό, τὸ γητευτή, τὸν ἀπελάτη.

Ὅταν θὰ σμίξεις μὲ τὸ φῶς ποὺ σὲ βολεῖ
καὶ θὰ χαθεῖς μέσα σὲ διάφανη ἀμφιλύκη
πάνω σὲ πράσινο πετούμενο χαλί,
θὰ μείνει ὁ ναύτης νὰ μετρᾶ τὸ ἄσπρο χαλίκι.

Φωτογραφία από το αρχείο της οικογένειας Καββαδία

Πικρία

Ξέχασα κεῖνο τὸ μικρὸ κορίτσι ἀπὸ τὸ Ἀμόι
καὶ τὴ μουλάτρα ποὺ ἔζεχνε κρασὶ στὴν Τενερίφα,
τὸν ἔρωτα, ποὺ ἀποτιμάει σὲ ξύλινο χαμόι,
καὶ τὴ γριὰ ποὺ ἐμέτραγε μὲ πόντους τὴν ταρίφα.

Τὸ βυσσινὶ τοῦ Τισιανοῦ καὶ τοῦ περμαγγανάτου
καὶ τὰ κρεβάτια ξέχασα τὰ σαραβαλιασμένα
μὲ τὰ λερὰ σεντόνια τους τὰ πολυκαιρισμένα,
γιὰ τὸ κορμί σου, ποὺ ἔδιωχνε τὸ φόβο τοῦ θανάτου.

Ὅ,τι ἀγαποῦσα ἀρνήθηκα γιὰ τὸ πικρό σου ἀχείλι:
τὸν τρόμο ποὺ δοκίμαζα πηδώντας στὸ κατάρτι,
τὸ μπούσουλα, τὴ βάρδιά μου καὶ τὴν πορεία στὸν χάρτη,
γιὰ ἕνα δυσεύρετο, μικρὸ θαλασσινὸ κοχύλι.

Τὸν πυρετὸ στοὺς Τροπικούς, τοῦ Rio τὴ μαλαφράντζα,
τὴν πυρκαγιὰ ποὺ ἀνάψαμε μία νύχτα στὸ Μανάο.
Τὴ μαχαιριὰ ποὺ μοῦ ῾δωσε ὁ Μαγιάρος στὴν Κωστάντζα
καὶ «Σὲ πονάει μὲ τὴ νοτιά; – Ὄχι ἀπ᾿ ἀλλοῦ πονάω.»

Τοῦ τρατολόγου τὸν καημό, τοῦ ναύτη τὴν ὀρφάνια
τοῦ καραβιοῦ ποὺ κάθισε τὴν πλώρη τὴν σπασμένη.
Τὶς ξεβαμμένες στάμπες μου, πού ῾χα γιὰ περηφάνια
γιὰ σένα, ποὺ σαλπάρισες, γολέτα ἀρματωμένη.

Τί νὰ σοῦ τάξω, ἀτίθασο παιδί, νὰ σὲ κρατήσω;
Παρηγοριά μου ὁ σάκος μου, σ᾿ Ἀμερικὴ κι Ἀσία.
Σύρμα ποὺ ἐκόπηκε στὰ δυὸ καὶ πῶς νὰ τὸ ματίσω;
Κατακαημένε, ἡ θάλασσα μισάει τὴν προδοσία.

Κατέβηκε ὁ Πολύγυρος καὶ γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρὶς φανάρια,
ἀπόψε ποὺ ἀγκαλιάστηκαν Ἑβραῖοι καὶ Μουσουλμάνοι
καὶ ταψιδέψαν τὰ νησιὰ στὸν πόντο, τὰ Κανάρια.

Γέρο, σοῦ πρέπει μοναχὰ τὸ σίδερο στὰ πόδια,
δύο μέτρα καραβόπανο, καὶ ἀριστερὰ τιμόνι.
Μία μέδουσα σὲ ἀντίκρισε γαλάζια καὶ σιμώνει
κι ἕνας βυθὸς ποὺ βόσκουνε σαλάχια καὶ χταπόδια.

07.02.1975

Γράμμα ἀπ᾿ τὴ Μαρσίλλια

Ἔσχισα, φίλε μου, πολλὰ χαρτιὰ γιὰ νὰ σοῦ γράψω.
Ἐδῶ ἡ Μαρσίλλια μ᾿ ἔκαμε πολὺ νὰ ζαλιστῶ,
κι ὅμως δὲν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, ἀγαπητέ μου,
χωρὶς καὶ μὲς στὴ ζάλη μου νὰ σᾶς συλλογιστῶ.

Σᾶς ἐσκεφτόμουν στὸ Μπουλβὰρ ντὲ Ντὰμ σὰν περπατοῦσα
ἀνάμεσα σὲ δυὸ τροτὲζ ποὺ ἐκάναν σὰν τρελές,
ἐνῶ μιλώντας δυνατὰ τριγύρω μας περνοῦσαν
ἀνθρῶποι ἀπ᾿ ὅλες, θά ῾λεγες, τοῦ κόσμου τὶς φυλές.

Κι ἔπειτα πάλι στὴ μεστὴ ἀπὸ κόσμο Κανναμπιέρα,
στὸ Πόρτο Βέκκιο, στὴν τεφρὴν ὁδὸ Σαὶντ Ὁνορέ,
κι ἀκόμα, συγχωρῆστε με, σᾶς ἔνιωθα μαζί μου
στὰ θορυβώδη καὶ γιομᾶτα κόσμο καμπαρέ.

Βορινοὶ ναῦτες μπλέκονται μὲ θερμαστὲς τοῦ Νότου,
στὰ γόνατά τους κάθονται κορίτσια τῆς δουλειᾶς,
παίζει τὸ πιάνο μοναχὸ καὶ μία μικρὴ σφυρίζει
ἕναν παράταιρο σκοπὸ μία μελωδίας παλιᾶς.

Κι ὕστερα σὰν ἀπ᾿ τὸ Ταρτὰν ἐβγῆκα μεθυσμένος
καὶ νόμιζα τὸ σῶμα μου ἀνάξιο καὶ μικρό,
πολὺ κοντὰ σᾶς ἔνιωθα νὰ μοῦ χαμογελᾶτε
μ᾿ ἐκεῖνο τὸ παράξενο τὸ γέλιο, τὸ πικρό.

Καὶ μόνον ὅταν στὴν Κορνίς, σὲ κάποιο γκρίζο σπίτι,
γύρω ἀπὸ ἑβραίους πού ῾χανε μὲ γυναικεῖα ντυθεῖ,
σᾶς ἔχασα γιὰ μία στιγμὴ ἀπ᾿ τὰ μάτια μου, μοῦ ἐφάνη
ὁ φύλακάς μου ὁ ἄγγελος πὼς εἶχε πιὰ χαθεῖ.

Αὔριο φεύγω καὶ μαζί μου φέρνω στὴν Ἀθήνα
ἀναμνησες παράξενες, πολλές, μὲ τὸ σωρὸ
καὶ κάποιο δῶρο θλιβερό, προϊὸν τῆς Μασσαλίας
ποὺ μία Πωλὶν μοῦ χάρισε προχθὲς στὰ Numeros…