Μια Σελίδα Τρέλας & Citizenfour: Δύο σημαντικές προβολές με ανάλυση στο Σχολείο του Σινεμά

Οι ταινίες Μια Σελίδα Τρέλας (1926) του Κεϊνοζούκε Κινουγκάσα και Citizenfour (2014) της Λόρα Πόιτρας, θα προβληθούν με ελεύθερη είσοδο στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου 2016, αντίστοιχα, στο Σχολείο του Σινεμά.

Μια Σελίδα Τρέλας (1926), του Κεϊνοζούκε Κινουγκάσα: ένα σπάνιο, ανεπανάληπτο αριστούργημα του βωβού γιαπωνέζικου κινηματογράφου θα προβληθεί με ελεύθερη είσοδο το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016 στις 17.30 στο Σχολείο του Σινεμά στο πλαίσιο της παρουσίασης-ανοιχτού μαθήματος του Σεμιναρίου “121 Χρόνια Κινηματογράφου σε 12 Μαθήματα“. Θα προηγηθεί η παρουσίαση του σεμιναρίου στις 16.00. Μετά την προβολή της ταινίας θα ακολουθήσει σύντομη συζήτηση.

Citizenfour (2014) της Λόρα Πόιτρας: Το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ για τον Έντγκαρ Σνόουντεν θα προβληθεί  με ελεύθερη είσοδο την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016, 18.15 στο Σχολείο του Σινεμά στο πλαίσιο της παρουσίασης – ανοιχτού μαθήματος των σεμιναρίων Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου και Ιστορίας-Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ. Θα προηγηθεί παρουσίαση – ανοιχτό μάθημα του Σεμιναρίου Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 16.00-17.00 και του Σεμιναρίου Ιστορίας και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ  17.00-18.00. Μετά την προβολή της ταινίας θα ακολουθήσει σύντομη συζήτηση. 

Περισσότερα στοιχεία για τις ταινίες που θα προβληθούν και αναλυθούν κατά τη διάρκεια του σαββατοκύριακου:

Μια Σελίδα Τρέλας (1926), του Κεϊνοζούκε Κινουγκάσα  || Σάββατο 24.9.2016, 17.30

Η ταινία του Κινουγκάσα ερευνά τα θέματα της μοίρας, της αθωότητας, της ατομικής αδυναμίας του ανθρώπου μπροστά σε ισχυρότερους θεσμούς. Μονταρισμένη σύμφωνα με το «αίσθημα των πλάνων», όπως έχει πει ο Κινουγκάσα, είναι ένα μείγμα οπτικής μεταφοράς, φαντασιώσεων, παραισθήσεων και αμέτρητων φλας μπακ. Η ταινία Μια σελίδα τρέλας θυμίζει σε πολλά σημεία —με τις φωτοσκιάσεις, την εφιαλτική ατμόσφαιρα και τα μακάβρια σκηνικά, τη ρομαντική παρουσίαση του ανθρώπινου πόνου— τη Γερμανική ταινία του 1919, Το εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι. Κάποιος μάλιστα θα μπορούσε να υποστηρίξει, ίσως και λόγω μιας συγγενούς θεματολογίας, αφού και στις δύο ταινίες κυριαρχούν τα σημεία του άσυλου και της τρέλας, ότι η ταινία του Κινουγκάσα επηρεάστηκε από την προκάτοχο της. Ωστόσο, υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα τους. Κατ’ αρχάς, σε αντίθεση με τους Γερμανούς εξπρεσιονιστές —αφού δεχτούμε βέβαια ότι ή ταινία αυτή αποτελεί το αποκορύφωμα του Γερμανικού εξπρεσιονισμού στον κινηματογράφο— ο Κινουγκάσα δεν μεταβάλλει τα επίπεδα των επιφανειών του σκηνικού του. Ο διάδρομος και τα ατομικά κελιά του τρελοκομείου είναι φιλμαρισμένα σε μεσαία και μακρινά πλάνα, ενώ δεν απουσιάζει η προοπτική. Σε αντίθεση με τον Καλιγκάρι, στην ταινία του Κινουγκάσα δεν υπάρχει κανένα στοιχείο πού να προτείνει την ιδέα ότι το στόρι τής ταινίας παρουσιάζεται μέσα από την οπτική ενός τρελού. Στην πραγματικότητα, το στόρι εξελίσσεται στο παρόν και διατηρεί μια χωροχρονική ακεραιότητα πού επιτρέπει στο θέμα να ξεδιπλωθεί χωρίς κανένα διφορούμενο (αντίθετα απ’ ότι συμβαίνει στον Καλιγκάρι, όπου με την προσθήκη της τελευταίας σκηνής, πού σύμφωνα με τις διάφορες πηγές επιβλήθηκε στους σκηνοθέτες της από τον παραγωγό, το δήθεν ξεκαθάρισμα σχετικά με το ποιος διηγείται την ιστορία κάνει τα πράγματα περισσότερο θολά). Το άσυλο, πού θα μπορούσε να αναφέρεται σε μια γενικότερη τρέλα πού υπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή, αποτελεί ένα δευτερεύον στοιχείο σε σχέση με την κύρια λειτουργία του στην ταινία του Κινουγκάσα, η οποία συνίσταται στο να παρέχει το χώρο για την τελική σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και τις ψευδαισθήσεις του. Η σύγκρουση αυτή εξυπηρετείται από ένα ολόκληρο οπλοστάσιο τεχνικών επινοήσεων: γρήγορα τράβελινγκ. τρικ μέσα από τον καθρέφτη, εκφραστικές οπτικές γωνίες, εναλλαγές υποκειμενικών και αντικειμενικών πλάνων, όλα αυτά εμφανίζονται είτε ως συνέπειες της ψυχοπαθολογικής υπόστασης της γυναίκας, είτε ως συνέπειες του αθεράπευτου τραύματος του άντρα της. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι ή βασική διαφορά ανάμεσα στον Καλιγκάρι (αλλά και τις άλλες Γερμανικές εξπρεσιονιστικές ταινίες αυτής τής περιόδου) και τη Μια σελίδα τρέλας είναι ότι οι μεν Γερμανικές ταινίες προβάλλουν ένα ενδιαφέρον για τη συλλογική τρέλα, η δε ταινία του Κινουγκάσα ενδιαφέρεται μόνο για την ατομική τρέλα πού αναπόφευκτα οδηγεί στην τραγωδία. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, καμία αίσθηση κοινωνικής απελπισίας, ούτε παρατηρείται αυτό πού η Λότε Άϊσνερ2 διέκρινε στις Γερμανικές ταινίες, δηλαδή μια σχέση ανάμεσα στη σύγχρονη απελπισία και την εθνική ψυχή.

Στην Ιαπωνία, και πριν το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ο Κινουγκάσα εθεωρείτο μάστορας στη δημιουργία ταινιών με υψηλή στάθμη ρομαντικής διάθεσης. Δύο άλλες ταινίες του, Η εκδίκηση του ηθοποιού (1931) και Η πύλη της κόλασης(1954), με την πρωτοποριακή για την εποχή της δουλειά πάνω στο χρώμα, παρά τη μελοδραματική πλοκή και την αφηγηματική τους ανέλιξη, εμφανίζουν τα ίδια ενδιαφέροντα τής πρώτης του δουλειάς, τον ατομικό φόβο και την αγωνία, ενώ οι εικόνες έχουν την πηγή τους στο Γιαπωνέζικο Θέατρο. Πράγμα φυσικό, βέβαια, για κάποιον πού άρχισε την επαγγελματική του καριέρα ως ηθοποιός του θεάτρου3.

Η δυνατή αίσθηση πού μεταδίδει η σκοτεινή ατμόσφαιρα με τις έντονες φωτοσκιάσεις της ταινίας Μια σελίδα τρέλας, επιτρέπει στις εναλλασσόμενες προοπτικές (υποκειμενικές -«αντικειμενικές») να φαίνονται αξιοσημείωτα σταθερές. Αυτό επιτυγχάνεται χάρη στα τρία κύρια στοιχεία πού ο Κινουγκάσα συνενώνει: το παρόν τής ιστορίας, τις παραισθήσεις της γυναίκας και τα φλας μπακ. Η ρουτίνα της δουλειάς του θυρωρού, οι απελπισμένες αντιμετωπίσεις με τη γυναίκα του, η τρέλα που φοβάται ότι τον πλησιάζει, τ’ όνειρό του για το ξανακέρδισμα της ευτυχίας μαζί της, οι εφιάλτες του, όλα αυτά είναι εμπειρίες που με την αλληλεπίδραση τους σχηματίζουν ένα πρότυπο εικόνας σχετικά με τη ψυχολογία της εμμονής. «Τούτη η γοητεία είναι ένα θέμα πού επαναλαμβάνεται σε πολλά από τα καλύτερα Γιαπωνέζικα μυθιστορήματα πού έγιναν ταινίες– αυτό συσχετίζει τον Κινουγκάσα με τους ανθρώπους τής λογοτεχνίας πού βοήθησαν στη δημιουργία τής ταινίας»4. Παρά την πρωτοτυπία της δομής της η ταινία πραγματεύεται ένα θέμα εντελώς παραδοσιακό. Τα κίνητρα του συζύγου, πού τον οδήγησαν να γίνει θυρωρός στο άσυλο πού βρίσκεται έγκλειστη η γυναίκα του, είναι η επανένωση μαζί της, ενώ ή τελική ανημποριά του να την αναγκάσει να το εγκαταλείψει και να φύγουν συνιστά τον έσχατο πόνο της καρδιάς του. «Όπως και στις άλλες ταινίες του Κινουγκάσα οι ήρωες του ψάχνουν για ένα ιδανικό -μια γυναίκα, την αρμονική οικογενειακή ζωή- και επειδή αυτό το όνειρο/Ιδανικό τους διαφεύγει συνεχώς, οι επιπτώσεις είναι πράγματι τραγικές»5 (ας θυμηθούμε τον ερωτευμένο στρατιωτικό της ταινίας Η πύλη της Κόλασης, πού στο τέλος άθελά του δολοφονεί αυτή για την οποία θα εκτελούσε τη δολοφονία πάνω σ’ ένα άλλο σώμα, το σώμα του άντρα της πού αυτή είχε πάρει τη θέση του).

Θα ήθελα, τέλος, να σημειώσω το γεγονός ότι ή πρωτοτυπία της ταινίας Μια σελίδα τρέλας είναι τέτοια πού καταργεί το πιο απαραίτητο στοιχείο των βουβών ταινιών: τους επεξηγηματικούς/ ερμηνευτικούς διάτιτλους πού έμπαιναν σφήνα ανάμεσα στα πλάνα και στήριζαν την ίδια την ανέλιξη της αφήγησης. Έτσι, η εικονοπλαστική δομή της ταινίας αποβαίνει το μοναδικό και πολυσήμαντο επίπεδο της.

Μάκης Μωραΐτης

«Citizenfour» (2014) της Λόρα Πόιτρας || Κυριακή 25.9.2016, 18.15

Tο «Citizenfour» της Λόρα Πόιτρας, παρουσιάζει το συγκλονιστικό χρονικό των συναντήσεων του Έντουαρντ Σνόουντεν με τον δημοσιογράφο, Γκλεν Γκρίνγουολντ. Η ταινία αποτυπώνει τις γεμάτες ένταση ημέρες που πέρασε ο Σνόουντεν στο Χονγκ Κονγκ και τις εκμυστηρεύσεις του, στους δημοσιογράφους της Washington Post και του Guardian, πριν αυτοί προβούν στις γνωστές αποκαλύψεις για τις παρακολουθήσεις που προκάλεσαν το παγκόσμιο ενδιαφέρον.

Πρόκειται για ένα σπουδαίο ντοκιμαντέρ, που με εμπεριστατωμένο τρόπο μας παρουσιάζει τον άνθρωπο που θέτοντας ουσιαστικά τη ζωή του σε κίνδυνο, δε δίστασε να αποκαλύψει τα σχέδια των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, καθώς και τον παράνομο τρόπο που αυτές λειτουργούν όλα αυτά τα χρόνια.

Η Πόιτρας κατέγραψε τις περισσότερες σκηνές του ντοκιμαντέρ όταν αυτή και ο δημοσιογράφος Γκλεν Γκρίνγουολντ ταξίδεψαν στο Χονγκ Κονγκ με σκοπό να συναντηθούν με τον Σνόουντεν, τον Ιούνιο του 2013. Στο ντοκιμαντέρ δεν βλέπουμε την Πόιτρας, ενώ σπάνια την ακούμε να μιλάει. Η δημιουργός προτιμά να δώσει τον λόγο στα γεγονότα και κυρίως στον ήρωα της και την ιστορία του, χωρίς όμως να κατευθύνει τον θεατή.

Στο φιλμ «Citizenfour», αποκαλύπτονται παράλληλα και οι λόγοι που ώθησαν τον πρώην σύμβουλο της NSA, Έντουαρντ Σνόουντεν, να διαρρεύσει σε επιλεγμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τις απόρρητες πληροφορίες των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.

«Κοιτάμε, εστιάζουμε στον Αμερικανό πολίτη και τι έχει αλλάξει στη ζωή του, μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Παρατηρούμε πώς η επιτήρηση χρησιμοποιείται ως μια μορφή ελέγχου των πληθυσμών. Και πώς ο πόλεμος και ο τρόμος επανέρχονται κατά κάποιο τρόπο στις Ηνωμένες Πολιτείες» δηλώνει η σκηνοθέτιδα, Λάουρα Πόιτρας, ενώ ο δικηγόρος του Έντουαρντ Σνόουντεν, Μπεν Γουίσνερ συμπληρώνει σχετικά:

«Ένα από τα πράγματα για τα οποία χαίρομαι, σε σχέση με αυτό το φιλμ, είναι ότι για πρώτη φορά μια μεγάλη μερίδα του κόσμου θα γνωρίσει τον Έντουαρντ Σνόουντεν, έτσι όπως τον έζησα όλη την προηγούμενη χρονιά. Είναι κάποιος που παίρνει πάνω του την ευθύνη, είναι σοβαρός και έχει όραμα. Έχει επίγνωση των πράξεών του, είναι πανέξυπνος και πήρε ιστορικές αποφάσεις, χωρίς καμιά νομική βοήθεια και χωρίς να γνωρίζει ποιες θα ήταν οι συνέπειες για τον ίδιο.»

Ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν τον Σνόουντεν προδότη, είναι πολλοί περισσότεροι στον υπόλοιπο κόσμο αυτοί που θεωρούν ότι είναι ένας πραγματικός ήρωας, γιατί τα έβαλε με τον αμερικανικό μηχανισμό εξουσίας.

Η ιστορία του Έντουαρντ Σνόουντεν θυμίζει θρίλερ που εξελίσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο, αρχίζοντας από τη μέρα που εγκατέλειψε τη φίλη του στη Χαβάη. Ο Σνόουντεν, κουβαλώντας τέσσερις φορητούς υπολογιστές γεμάτους απόρρητα αρχεία, συζητά με τους δημοσιογράφους, ενώ τον παρακολουθούμε με αγωνία, μέχρι τις εβδομάδες της διαρροής των πληροφοριών από το δωμάτιο του στο ξενοδοχείο του στο Χονγκ Κονγκ, αλλά και τον αγώνα του για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου.

Το ντοκιμαντέρ πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στις αμερικανικές κινηματογραφικές αίθουσες στις 24 Οκτωβρίου του 2014, στο πλαίσιο του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης. Στη συνέχεια ταξίδεψε σε κορυφαία διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ – «Σκανάροντας» το Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Άμστερνταμ – ενώ φέτος τον Φλεβάρη τιμήθηκε από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, με το Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ.

Το «Citizenfour» επιχειρεί να ρίξει φως στην επεισοδιακή καθημερινότητα του πρώην συμβούλου της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (NSA).

Ο Σνόουντεν, ο οποίος καταζητείται από τις ΗΠΑ για τη διαρροή απόρρητων πληροφοριών στον Τύπο, είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη σύντροφό του το 2013 στη Χαβάη, στην προσπάθειά του να διαφύγει της σύλληψης από τις ομοσπονδιακές αρχές. Το ίδιο έτος ο πρώην σύμβουλος της NSA κατέφυγε στη Ρωσία όπου του χορηγήθηκε άσυλο.

Το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ για τον Έντουαρντ Σνόουντεν, «Citizenfour», σε σκηνοθεσία της Λόρα Πόιτρας θα προβληθεί την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016 στις 21:00, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Σκηνοθεσία: Λόρα Πόιτρας

Με τους: Edward Snowden, Glenn Greenwald, William Binney, Julian Assange

Παραγωγή: 2014

Χώρα: Η.Π.Α., Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο

Διάρκεια: 114 λεπτά

Η προβολή θα πραγματοποιηθεί με ελληνικούς υπότιτλους

Διαβάστε επίσης:

121 Χρόνια Κινηματογράφου σε 12 μαθήματα στο Σχολείο του Σινεμά

Σεμινάριο Ιστορίας και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2016-2017 στο Σχολείο του Σινεμά

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2016 -2017 από το Σχολείο του Σινεμά

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ