Ο Βορειοϊρλανδός Brian Friel (Μπράιαν Φρίελ) συνιστά μια σημαντική περίπτωση δραματουργού, όχι μόνο για το μεταπολεμικό ιρλανδικό θέατρο, αλλά και, εν γένει, για το αγγλοσαξωνικό, στον βαθμό που οι δημιουργίες του έτυχαν ευρείας αποδοχής τόσο στις λονδρέζικες σκηνές όσο και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Θα μπορούσαμε, κάπως σχηματικά, να πούμε ότι ο Friel είναι μια γέφυρα ανάμεσα στον O’Casey και την νεότερη επιτυχημένη γενιά δραματουργών, στην οποία ξεχώρισαν κυρίως η Marina Carr, ο Martin MacDonagh και ο Conor McPherson, ωστόσο, με την υπενθύμιση ότι το μπεκετικό σύμπαν δεν τον αφήνει εντελώς ανέπαφο. Παρόλα αυτά, το θέατρο του Friel έδωσε έμφαση στο στοιχείο της εντοπιότητας και, ως εκ τούτου, η Ιρλανδία παρέμεινε επί μακρόν η μεγάλη του έγνοια. Έτσι, το χωριό Ballybeg μετατράπηκε σε ένα δραματουργικό λαιτμοτίφ που μιλούσε εξ ονόματος της πατρίδας, αλλά, που την ίδια στιγμή, προσλάμβανε και μια οικουμενική δυναμική.
Μαζί με όλα αυτά, ο Friel μεταφράζει και μελετά τον Τσέχωφ, μπολιάζοντας τη γραφή του με τους χυμούς του ιδιώματος του μεγάλου Ρώσου Βάρδου. Για πολλούς μάλιστα έχει κατακτήσει τη φήμη του Ιρλανδού Τσέχωφ, μολονότι το θέατρό του, τουλάχιστον υφολογικά, αποδεικνύεται περισσότερο σύνθετο από το γνώριμο και παγιωμένο ιδίωμα του τσεχωφικού ποιητικού ρεαλισμού. Ειδικότερα, στα μετά τη δεκαετία του 1990 έργα του («Χορεύοντας στη Λουνάσα», «Wonderful Tennessee», «Η Απάντηση», «Η Πατρίδα» κ.λπ.), ο Friel κινείται περισσότερο εγκάρσια σε αθέατες περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης και θέματα όπως η πίστη, η μνήμη και οι επιθυμία γίνονται ο πυρήνας των έργων του.
Ο Friel με τον «Θαυματοποιό» («Faith Healer») (1980), που υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, εισέρχεται στην τεχνική των κατά παράταξη μονολόγων. Ενώ, φαινομενικά, οι τέσσερις διαδοχικοί μονόλογοι προδίδουν μια μεταξύ τους χαλαρή και, εν πολλοίς ασαφή, σύνδεση, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μορφή διαλογικής σχέσης που περνά μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της υποκειμενικότητας. Το θέμα του έργου αναφέρεται σε έναν πλανόδιο καλλιτέχνη που διατείνεται ότι έχει το χάρισμα να θεραπεύει αρρώστους, μετατρέποντας αυτή τη διαδικασία σε σόου. Το έργο πλαισιώνεται από δύο δικούς του μονολόγους, ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται δύο άλλοι: ένας από την γυναίκα του του και ένας άλλος από τον ατζέντη του.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
O Friel, περιγράφοντας την τραγική κατάληξη του εγχειρήματος που επιχειρεί ο τσαρλατάνος Frank, επιτρέπει να αναφανεί ο συμβολισμός του: η σωτηρία δεν έρχεται εύκολα και αβασάνιστα από αυτόκλητους σωτήρες, αλλά αυτός που επιθυμεί να σωθεί οφείλει, πρωτίστως, να πιστέψει στις βαθιές δυνάμεις που κρύβονται εντός του. Με έναν επιδέξιο τρόπο ο Friel συνυφαίνει το στοιχείο του θαύματος με το θεαματικό στοιχείο της σκηνικής ψευδαίσθησης και αυταπάτης, ανασύροντας μνήμες του μεσαιωνικού θεάτρου με τους πλανόδιους Τροβαδούρους και τα pageant wagons.
Ένα πολύ ενδιαφέρον έργο με μια ιδιαίτερη φόρμα, που αξίζει να το δει κανείς προκειμένου να γνωρίσει την πένα του Friel, παρά το γεγονός ότι η σκηνοθετική ματιά του Θανάση Δόβρη ανέδιδε μια υπερβολική θεατρικότητα που κατέπνιγε, σε σημεία, τη διεργασία που ξετυλίγεται μέσα από τους μονολόγους.
Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης, μετά την εξαιρετική παρουσία του στο «Ψέμα του μυαλού» του Sam Shepard, κομίζει, στον ρόλο του Frank, ακόμα μια ερμηνεία που παρατηρεί και ανιχνεύει το υπόστρωμα του λόγου, επενδύοντάς το με ετερόκλητες, και αρκούντως ενδιαφέρουσες, εκφραστικές. Η Νικόλ Δημητρακοπούλου παραδίδει όλη την αλήθεια της εξαρτημένης Grace, αν και με ερμηνευτικούς όρους (ρυθμού, προσωδίας κ.λπ.) που διογκώνουν αισθητά τον σκηνικό χρόνο. Ο Ευάγγελος Βογιατζής, στον ρόλο του ατζέντη Teddy, αφουγκράζεται απόλυτα την εσωτερική φωνή της δημιουργίας του Friel, επιτυγχάνοντας τη σκιαγράφηση ενός χαρακτήρα και τύπου ταυτόχρονα.
Στα πολύ θετικά της παράστασης οι φωτισμοί που συνομιλούν με τα μύχια των προσώπων κατά τη διάρκεια των αφηγήσεων (Αντώνης Παναγιωτόπουλος) και η μουσική του Panú (Παναγιώτης Μανουηλίδης) που δεν υπογραμμίζει απλώς, αλλά σημαίνει.
Κεντρική εικόνα θέματος – Photo Credit: Ανδρέας Κανελλόπουλος
Διαβάστε επίσης:
Θαυματοποιός, του Μπράιαν Φρίελ σε σκηνοθεσία του Θανάση Δόβρη στο Θέατρο Μπέλλος