Κινηματογραφικό αφιέρωμα στη Μελίνα Μερκούρη από το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού σε συνέχεια των εκδηλώσεων για τα 20 χρόνια από το θάνατο της αλησμόνητης Μελίνας Μερκούρη, σας προσκαλεί στο κινηματογραφικό αφιέρωμα που θα ξεκινήσει την Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014, με την ταινία «Στέλλα», του Μιχάλη Κακογιάννη.

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού σε συνέχεια των εκδηλώσεων για τα 20 χρόνια από το θάνατο της αλησμόνητης Μελίνας Μερκούρη, σας προσκαλεί στο κινηματογραφικό αφιέρωμα που θα πραγματοποιηθεί στο αμφιθέατρο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού που φέρει τιμητικά το όνομά της. Όλες οι προβολές έχουν ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Το αφιέρωμα ξεκινά την Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014 στις 12.30 με την ταινία «Στέλλα».

Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», το οποίο εμπνεύστηκε από την ιστορία της Κάρμεν, που έγραψε ο Γάλλος Προσπέρ Μεριμέ και έγινε διάσημη με την όπερα ενός άλλου Γάλλου, του Ζορζ Μπιζέ.

Η συγκλονιστική ερμηνεία και εκρηκτική φυσιογνωμία της Μελίνας Μερκούρη, στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση που την καθιέρωσε ως ηθοποιό και εμβληματική προσωπικότητα, η αριστοτεχνική σκηνοθεσία του Κακογιάννη που έδωσε στην ταινία διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας, καθιστώντας την αξία του έργου του διαχρονική, καθώς και η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, το σόλο μπουζούκι του Βασίλη Τσιτσάνη και η μοναδική παρουσία της Σοφίας Βέμπο, μαζί με μια πλειάδα γνωστών και πρωτοεμφανιζόμενων ηθοποιών, όπως ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, η Βούλα Ζουμπουλάκη και φυσικά το αρσενικό πρότυπο της δεκαετίας του ’50  Γιώργος Φούντας, «μετέφεραν» στη μεγάλη οθόνη ένα ψηφιδωτό ψυχογράφημα της παλιάς Αθήνας. Τα σκηνικά των Γιάννη Τσαρούχη και Βλάσση Κανιάρη συνέβαλλαν στη σύνθεση μιας εκπληκτικής ταινίας με έντονο ελληνικό χρώμα.

Η Στέλλα, γυναίκα των καμπαρέ και των λαϊκών πάλκων, είναι μια γυναίκα ερωτικό σύμβολο που ξεσηκώνει με τον άκρατο αισθησιασμό της τις λαϊκές γειτονιές. Η Στέλλα ερωτεύεται έναν ποδοσφαιριστή, τον Μίλτο, όμως αρνείται να τον παντρευτεί. Γιατί; Γιατί δεν ανήκει σε κανέναν, παρά μόνο στον εαυτό της. Στο τέλος της ταινίας, σε μια δραματουργική έκρηξη, η Στέλλα βαδίζει προς το θάνατο αλλά και προς την ελευθέρια της ταυτόχρονα. Βήμα- βήμα πλησιάζει και προς το ένα και προς το άλλο θυμίζοντας αρχαία τραγωδία. Εκεί, η κάθαρση έχει τον ρόλο της λύτρωσης τόσο για τους χαρακτήρες όσο και για τους θεατές, αφού και αυτοί αποφορτίζονται συναισθηματικά  από την ένταση της τραγωδίας. Η Στέλλα είναι σύμβολο ελευθερίας που ξεπερνά τους συμβατικούς περιορισμούς της εποχής της. Πρόκειται για μια ψυχή αδάμαστη που αρνείται να παντρευτεί για να μην «φυλακιστεί».

Οι περισσότεροι κριτικοί περιέγραψαν την ταινία ως ένα ηχηρό κατηγορητήριο σε βάρος της πατριαρχίας, με την πρωταγωνίστρια να εκπροσωπεί ένα γυναικείο πρότυπο που ήταν αναμφίβολα πρωτόγνωρο και άκρως προκλητικό προς την ελληνική κοινωνία της εποχής. Σύμφωνα με τον ιστορικό Γιάννη Σολδάτο, «…η Στέλλα εξέφραζε τις επιθυμίες πολλών γυναικών, λίγες από τις οποίες ωστόσο τολμούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Ειδικότερα, προσωποποιούσε τη σύγκρουση των παραδοσιακών αξιών, του ηθικού κώδικα και της τιμής με το ερωτικό πάθος που τελικά δε διασώζεται σε αυτά τα πλαίσια».

Η ταινία ήταν φαβορί για το Χρυσό Φοίνικα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 1955 και η Μελίνα Μερκούρη για το βραβείο καλύτερης ηθοποιού· δεν κέρδισε όμως κανένα από τα δύο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε διαμάχη με αποτέλεσμα η διάσημη Ιταλίδα ηθοποιός Isa Miranda, μέλος της κριτικής επιτροπής, να δώσει στη Μερκούρη ένα ειδικό βραβείο ερμηνείας, το οποίο από τότε ονομάστηκε βραβείο «Isa Miranda» και δίνεται μέχρι σήμερα ως ειδικό βραβείο κοινού. Το 1956 ήταν η πρώτη ελληνική υποβολή για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Την ίδια χρονιά διακρίθηκε με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας και τιμήθηκε με το βραβείο Καλύτερης Ξένης Ταινίας Αμερικανών Κριτικών. Το 1960, έλαβε το βραβείο καλύτερης ταινίας ρετροσπεκτίβας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Επιμέλεια αφιερώματος, κείμενα: Παναγιώτης Καμπάνης, Δρ. Αρχαιολόγος – Ιστορικός, ΜΒΠ

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ