Στην Ομορφάσχημη (1960) η ηρωίδα, μια νεαρή Εβραία αυστριακής καταγωγής ονόματι Γερτρούδη Στερν, μοιράζεται ως έναν βαθμό την τύχη των ομοφύλων της στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Έχοντας επιβιώσει από μια σειρά γεγονότων φυλετικής δίωξης από τους ναζί, μιλά για το παρελθόν της σε τυχαίους αλλά κάθε φορά νέους ακροατές, με τους οποίους στη συνέχεια συνάπτει ερωτική σχέση λίγων ημερών. Ένας από τους ακροατές της, ο αφηγητής του κειμένου, θα αναπαραγάγει πιστά την πρωτοπρόσωπη εξομολόγησή της επιχειρώντας με τη σειρά του να μοιραστεί με κάποιον φίλο του την ιστορία που άκουσε από την ίδια.

Βυθισμένη σ’ έναν κόσμο καχυποψίας και παραμορφωτικών διαθλάσεων της πραγματικότητας, η Γερτρούδη προσπαθεί να ανακαλέσει το τραυματικό παρελθόν της και να μιλήσει για το βίωμα του διωγμού των Εβραίων. Ωστόσο, η αφήγησή της αποκλίνει εμφανώς από κάθε προσπάθεια ρεαλιστικής αναπαράστασης.

Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται τόσο για την αληθοφάνεια των γεγονότων όσο για την τραυματική επίπτωσή τους στη ζωή της ηρωίδας του. Κινούμενος στο μεταίχμιο μεταξύ πραγματικού και επινοημένου, χρησιμοποιώντας συγχρόνως ένα ολόκληρο σύστημα ρητορικών και λογοτεχνικών τεχνασμάτων, ο Καχτίτσης αναδεικνύει τη μαρτυρία ως κειμενική κατασκευή, ως πρακτική λόγου που ανακινεί μια σειρά από υπαρξιακά και ηθικά ζητήματα που σχετίζονται με το τραύμα, τη γλώσσα, την επιβίωση.

Νίκος Καχτίτσης (1926-1970)

Ο Νίκος Καχτίτσης γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1926 στη Γαστούνη της Ηλείας, πέμπτο από τα έξι παιδιά του Θωμά και της Μελπομένης Καχτίτση (το γένος Λογοθέτη). Ο πατέρας του, με καταγωγή από την Ήπειρο (Κόνιτσα), ήταν σιδηροδρομικός των ΣΠΑΠ (Σιδηροδρόμων Πειραιώς-Αθηνών-Πατρών) και την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στη Γαστούνη. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Μανωλάδα και την Πάτρα. Από τον Σεπτέμβριο του 1931 μέχρι τον Ιούνιο του 1935 φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Βάρδας (κωμόπολης και σιδηροδρομικού κόμβου κοντά στη Μανωλάδα Ηλείας). Τον Σεπτέμβριο του 1935 ο πατέρας του μετατέθηκε στο Ναύπλιο όπου διέμεινε η οικογένεια μέχρι το καλοκαίρι του 1940, οπότε και μετακόμισε πάλι στη Βάρδα, διατηρώντας ωστόσο δεύτερο σπίτι στην Πάτρα όπου κατοίκησε ο Καχτίτσης.

Τον Σεπτέμβριο 1940 εγγράφεται στην Δ΄ τάξη του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Πατρών και αναπτύσσει στενή φιλία με τον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό του Ντίνο Ηλιόπουλο, γιο του Γυμνασιάρχη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μεταξύ Οκτωβρίου 1942 και Μαρτίου 1943, οι συμμαθητές και φίλοι Ν. Καχτίτσης, Ντ. Ηλιόπουλος, Λ. Μπαζός, Σπύρος Στεφανόπουλος (αδελφός του μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλου), Μαρία Στοφόρου [Μανωλάκου], όντας σε επικοινωνία με τον Γιώργη Παυλόπουλο στον Πύργο Ηλείας (όπου εξεδίδετο το νεανικό, πατριωτικό περιοδικό «Οδυσσέας»), αποφασίζουν την έκδοση, σε χειρόγραφη μορφή, ενός φιλολογικού πατριωτικού περιοδικού, της «Μέλισσας». Στις 20 Δεκεμβρίου ετοιμάζεται ένα πρώτο σχεδίασμα.

Ο Καχτίτσης καλλιγραφεί ιδιοχείρως τα πρώτα τέσσερα αντίτυπα, τα οποία κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι μεταξύ 15 και 20 Μαρτίου 1943. H έκδοση αναστέλλεται ύστερα από ανώνυμες επιστολές «με την απειλή πως αν τολμήσει να εμφανισθεί το αναρχικό έντυπο «θα καταγγελθείτε εις τας Αρχάς Κατοχής ως αντιτιθέμενοι στο κρατούν καθεστώς»» (Μαρία Mανωλάκου, «Ο έφηβος Νίκος Καχτίτσης», περιοδικό «Γράμματα και Τέχνες», τχ. 46, Ιούλιος-Αύγουστος 1986, σ. 5). Απογοητευμένα, τα περισσότερα μέλη της συντακτικής επιτροπής εντάσσονται στις τάξεις της ΕΠΟΝ. Ο Καχτίτσης διατηρεί στενές σχέσεις με τα υπόλοιπα μέλη, ωστόσο δεν εντάσσεται στην ΕΠΟΝ.

Λίγο πριν από την απελευθέρωση της Πάτρας από τον ΕΛΑΣ, στις 4 Οκτωβρίου1944, συλλαμβάνεται και κρατείται από τα Τάγματα Ασφαλείας, επειδή διατηρούσε αλληλογραφία με τον στενό του φίλο, Λάκη Μπαζό, ενταγμένο τότε στην ΕΠΟΝ.Στις 24 Μαρτίου 1949, ενώ ο Εμφύλιος συνεχιζόταν, παρουσιάστηκε στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τριπόλεως. Απολύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό ύστερα από τριάμισι χρόνια θητείας στις 21 Ιουλίου 1952 με τον βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Στις 24 Ιανουαρίου 1953 αναχώρησε αεροπορικώς από την Αθήνα -μέσω Παρισιού, Μπορντώ και Τύνιδας- για τη Ντουάλα του γαλλικού Καμερούν, όπου είχε προσληφθεί ως λογιστής στη βρετανική εταιρεία Paterson, Zochonis & Co Ltd. Επέστρεψε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1955.

Τον Ιούνιο του 1956 έλαβε επίσημη πρόσκληση από τη Θάλεια Τσαπουλάρη να μεταβεί στον Καναδά ως επίσημος μνηστήρας της. Μετά από σύντομη διαμονή στο Παρίσι και το Λονδίνο, στις 6 Ιουλίου αναχώρησε από το Σαουθάμπτον με το υπερωκεάνιο Ascania για το Μόντρεαλ. Στις 27 Οκτωβρίου νυμφεύτηκε τη Θάλεια Τσαπουλάρη στον ορθόδοξο ναό της Αγίας Τριάδας στο Μόντρεαλ με κουμπάρο τον νεανικό του φίλο Ντίνο Ηλιόπουλο.

Στο Μόντρεαλ θα βιοποριστεί με ποικίλες εργασίες: κατ’ οίκον διδασκαλία αγγλικών και γαλλικών σε ομογενείς, υπάλληλος ταξιδιωτικού πρακτορείου και επίσημος δικαστικός διερμηνέας, εργασία που θα αποτελέσει την κύρια πηγή εσόδων του. Στις 11 Ιανουαρίου 1962 γεννήθηκε ο γιος του Θωμάς-Κωνσταντίνος.