Στην έκθεση παρουσιάζονται περίπου 400 έργα (λάδια, σχέδια, γλυπτά, χειρόγραφα και φωτογραφίες), κατά κύριο λόγο προσωπογραφίες, από τη συλλογή του Διονύση Φωτόπουλου. Μεταξύ άλλων, παρουσιάζονται έργα των Θ. Απάρτη, Δ. Διαμαντόπουλου, Φ. Κόντογλου, Γ. Μπουζιάνη, Γ. Παππά, Γ. Μόραλη, Γ. Τσαρούχη, L. de Nobili, Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Γ. Λάππα, Τ. Μαντζαβίνου, Γ. Μαυροείδη, Μ. Μπιτσάκη, Χ. Μπότσογλου, Δ. Μυταρά, Θ. Παπαγιάννη, Ε. Σακαγιάν, Ν. Στεφάνου, Β. Φωτόπουλου, Γ. Ψυχοπαίδη.

Τον πυρήνα της έκθεσης τον προσδιορίζει ο ίδιος ο Διονύσης Φωτόπουλος στο σημείωμά του στον κατάλογο της έκθεσης:

«Είναι οι φίλοι, είναι εκείνες οι φυσιογνωμίες των ανθρώπων που συνάντησες ή ονειρευό­σουν να συναντήσεις, τα βλέμματά τους που έλεγαν πολλά, είναι οι ιδέες που αναστατώνουν το μυαλό και που σπρώχνουν στην αναζήτηση καινούριας οπτικής στη ζωή και στην τέχνη, είναι η διαφώτιση, οι αγώνες για έναν καλύτερο κόσμο, για μια καλύτερη πατρίδα, για ελευθερία, για πιο τρελά όνειρα. Είναι οι δάσκαλοι μέσα κι έξω απ’ τη Σχολή, οι τυχαίες συναντήσεις με ελεύθερα μυαλά, είναι οι διαφωνίες με τους συμμαθητές, είναι η χαρά του ανοίγματος της σκέψης, το όνειρο του έρωτα, η συμπόρευση της φιλίας, η ποίηση και η μουσική. Ήμουνα τυχερός γιατί τα είχα όλα αυτά, έκανα ό,τι μπορούσα, ο καθένας άξιος της μοίρας του».

Και ο Διονύσης Καψάλης, στο προλόγισμά του, συμπληρώνει:

«Αυτή, είπα μέσα μου, είναι η δική του Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης, οι εικόνες της δικής του ζωής, μιας ζωής που αναλώθηκε ευφρόσυνα στην υπόθεση της ομορφιάς και ευλογήθηκε με τη φιλία πολλών σπουδαίων ανθρώπων, πρεσβύτερων, ομηλίκων και νεοτέρων, που στάθηκαν και είναι ακόμα οι χορηγοί της δικής μας δόξας. Ίσως μέσα από τις εικόνες αυτές, τις αυτοσχέδιες περιστασιακές και τις άλλες, τις επισημότερες, τις παιγνιώδεις αλλά και τις πιο σοβαρές, τις αυτοπροσωπογραφίες, τις ετεροπροσωπογραφίες και τις αλληλοπροσωπο­γραφίες, διαπιστώσουμε ότι εντέλει πραγματοποιήθηκε, χωρίς να το καταλάβουμε, μια δική μας εδώ, σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου, μικρή ελληνική αναγέννηση, μια δημιουργική δίνη φιλίας που συνεπήρε “εαυτούς και αλλήλους”, ώσπου μας ξέβρασε, τριάντα χρόνια μετά, μουδιασμένους και σχεδόν αποσυνάγωγους, στην άλλη όχθη του χρόνου, εκεί όπου φοβόμαστε πως έχουν κιόλας αρχίσει να βαθαίνουν οι ίσκιοι της φθοράς στα χορταριασμένα μονοπάτια. […]

Ας αφεθούμε λοιπόν να συνομιλήσουμε με τις μορφές που έχει συνάξει γύρω του ο Διονύσης Φωτόπουλος, όσες συνάντησε τυχαία, όσες θήρευσε και όσες αγάπησε μέσα από την τέχνη του. Υπήρξαν όλοι αρχάγγελοι του δικού μας κόσμου, καθένας με τα πάθη του και τους καημούς, τις χαρές και τις λύπες του, τις εφήμερες και τις ανυποχώρητες· όλοι όμως αφοσιωμένοι με πάθος στην υπόθεση της ομορφιάς και της ζωής, όπως και ο ίδιος ο Διονύσης Φωτόπουλος. Η δική του δόξα, που είχε τέτοιους φίλους, είναι τώρα πια και δική μας: “μια απέραντη αλληλεγγύη πεθαμένων και ζωντανών”, όπως έλεγε ο Σεφέρης».

Τέλος, ο Ν. Π. Παΐσιος στον επίλογο του καταλόγου σημειώνει για τον Διονύση Φωτόπουλο και την παρούσα έκθεση:

«Εκείνος έχει θωπεύσει με το βλέμμα του κάθε λάδι, σχέδιο, γλυπτό, φωτογραφία, χειρόγραφο, εκείνος τα έχει διαλέξει ένα ένα ανάμεσα σε δεκάδες άλλα. Εκείνος έχει συγχρωτιστεί, συνεργαστεί, γιατί όχι, και συγκρουστεί, για να ξανασυμφιλιωθεί, με όλα τα πρόσωπα αυτά, και ο δικός του δρόμος διασταυρώθηκε με τους προ πολλού απόντες, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Ο προσεκτικός επισκέπτης, τόσο της έκθεσης όσο και του καταλόγου, θα καταλάβει ότι κρατάει στα χέρια του μια κρυπτική αυτοβιογραφία. Ο Εαυτός και οι Άλλοι του τίτλου γίνονται ένα, και ο Φωτόπουλος, αυτοβιογραφούμενος μέσα από τους Άλλους, καταλήγει, όχι στο αναμενόμενο “ιδού εγώ”, αλλά σε ένα απείρως ισχυρότερο “ιδού ημείς”. […] Γιατί ο Εαυτός και οι Άλλοι ορίζουν τελικά ολόκληρη τη ζωή του, μια ζωή ταγμένη στην Τέχνη».

Η έκθεση συνοδεύεται από ομότιτλο κατάλογο.

Βιογραφικό:

Ο Διονύσης Φωτόπουλος γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1943. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ζωγραφική, ψηφιδωτό, γλυπτική και σκηνογραφία. Από το 1966 κάνει σκηνικά και κοστούμια για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έχει βραβευτεί πολλές φορές σε ελληνικά και ξένα φεστιβάλ και σε διεθνείς εκθέσεις σκηνογραφίας. Του έχει δοθεί ο τιμητικός τίτλος του Royal Designer for Industry of the Royal Society of Arts (1992).

Ο όγκος της σκηνογραφικής και ενδυματολογικής δουλειάς του ξεπερνά τις τετρακόσιες θεατρικές παραγωγές και τις σαράντα πέντε ταινίες. Έχει εργαστεί στα θέατρα Royal National Theatre, Royal Shakespeare Company και Old Vic στο Λονδίνο, στην όπερα της Φραγκφούρτης, στο θέατρο του Ερυθρού Αστέρα της Μόσχας, στο «Λα Μάμα» της Νέας Υόρκης, στο Ντένβερ του Κολοράντο, στο φεστιβάλ του Σπολέτο, στο φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και αλλού. Έχει εκθέσει έργα του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Το σημαντικό συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους τόμους : Ενδυματολογία στο ελληνικό θέατρο (1986), Σκηνογραφία στο ελληνικό θέατρο (1987), Παραμύθια πέραν της όψεως (1990),Το ένδυμα στην Αθήνα στο γύρισμα του 19ου αιώνα (1999) και το λεύκωμα Nelly’s (1990).

Για τη συνολική προσφορά του στην τέχνη παρασημοφορήθηκε από τον πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας το 2002. Για τη δουλειά του τιμήθηκε με τα μετάλλια των πόλεων της Πράγας και της Φλωρεντίας. Του απονεμήθηκαν επίσης το Αριστείο Καλών Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών και ο Χρυσός Αλέξανδρος στο 50ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με την ταυτόχρονη έκθεση της κινηματογραφικής δουλειάς του. Αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτορας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών μαζί με τον Πέτερ Στάιν.


Φωτογραφία θέματος: Βασίλης και Διονύσης Φωτόπουλος, λάδι σε ξύλο. 2000 – Έργο του Βασίλη Φωτόπουλου