«Πρώτα πρέπει να πείσεις μια κοινωνία ότι κινδυνεύει. Μετά είναι πολύ πιο εύκολο να της εξηγήσεις τι πρέπει να δεχτεί για να σωθεί», λέει ο Γιώργος Αδαμαντιάδης, συγγραφέας, συνσκηνοθέτης και ηθοποιός της παράστασης «Σχέδιο Προμηθεύς», περιγράφοντας έναν επικίνδυνο μηχανισμό της εξουσίας: τη μετατροπή του φόβου σε πολιτικό εργαλείο και της προστασίας σε άλλοθι για τον περιορισμό της ελευθερίας. Στο «Σχέδιο Προμηθεύς», που παρουσιάζεται από τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου στο Θέατρο Καλλιρρόης, ο Αδαμαντιάδης μεταφέρει τη δράση στον Απρίλιο του 1967, λίγο πριν από την επιβολή της δικτατορίας. Σε ένα πολιτικό γραφείο νεολαίας, η αποκάλυψη μιας συνωμοσίας φέρνει μια ομάδα ανθρώπων μπροστά σε ένα ακραίο δίλημμα: να δράσουν για να αποτρέψουν την κατάλυση της δημοκρατίας ή να αναλογιστούν το τίμημα μιας μη αναστρέψιμης απόφασης. Ο χρόνος πιέζει, οι βεβαιότητες κλονίζονται. Καθένας πιστεύει πως υπερασπίζεται το σωστό, χωρίς να γνωρίζει αν η επιλογή του θα οδηγήσει στη σωτηρία ή στην καταστροφή.
Ο Αδαμαντιάδης στρέφει τη συγγραφική του ματιά στους ανθρώπους πίσω από τα γεγονότα. Τον ενδιαφέρει η στιγμή που η Ιστορία εισβάλλει στην καθημερινότητα και απαιτεί από τον άνθρωπο να πάρει θέση, χωρίς την ασφάλεια της εκ των υστέρων γνώσης.
Στη συζήτησή μας, μιλά για τη σχέση Ιστορίας και θεάτρου, την πολιτική αξιοποίηση του φόβου και την ευθύνη της απόφασης. Γιατί οι δημοκρατίες απειλούνται όχι μόνο από όσους επιχειρούν να τις ανατρέψουν, αλλά και από τις συνθήκες που οδηγούν μια κοινωνία να αποδεχτεί σταδιακά τον περιορισμό της ελευθερίας της.
***
-Έχετε πει ότι τα έργα σας είναι βαθιά επηρεασμένα από την Ιστορία. Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος: ο καλλιτέχνης να χρησιμοποιήσει την Ιστορία απλώς ως σκηνικό για να μιλήσει για το παρόν. Πώς αντιστέκεστε σε αυτόν τον πειρασμό; Και πού βρίσκεται για εσάς το όριο ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και την καλλιτεχνική ελευθερία;
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Καταρχάς δεν θεωρώ τον εαυτό μου ιστορικό. Έχω σπουδάσει Ιστορία ναι, καλά περάσαμε στα Γιάννενα δεν λέω, αλλά ας μην προσβάλλουμε και τους πραγματικούς ιστορικούς. Έχουν κάνει πολλά περισσότερα από το να πάρουν ένα πτυχίο και μετά να πάνε σε δραματική σχολή. Εγώ απλώς έχω μια ψυχωτική σχέση με την έρευνα πάνω στους ανθρώπους που έδρασαν μέσα στην Ιστορία.
Η Ιστορία σε κάνει να ψάχνεις, να διασταυρώνεις γεγονότα, αιτίες και συνέπειες, να βάζεις τα πράγματα σε μια σειρά. Το θέατρο μετά έρχεται και σου λέει «ωραία όλα αυτά ρε παίχτη, τώρα βάλε δύο ανθρώπους σ’ ένα δωμάτιο να δούμε τι θα γίνει». Και ξαφνικά τα γεγονότα και οι ημερομηνίες πάνε περίπατο. Πρέπει να καταλάβεις πώς μιλάει αυτός ο άνθρωπος. Τι θέλει. Τί φοβάται. Τί αγαπάει. Τι έχει να χάσει. Γιατί λέει ένα αστείο τη στιγμή που καίγεται το σύμπαν. Γιατί στο τέλος της ημέρας κάνει κάτι που εμείς, εκατό χρόνια μετά και από την ασφάλεια του καναπέ μας, θεωρούμε προφανές ότι δεν έπρεπε να κάνει; Εμείς το ξέρουμε το τέλος. Οι άνθρωποι που ήταν εκεί, δεν σηκώνονταν το πρωί και έλεγαν «ωραία, σήμερα θα συμμετάσχω σε ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της νεότερης ελληνικής Ιστορίας». Είχαν δουλειές, σχέσεις, φιλοδοξίες ή απλώς μπορεί να μην είχαν πιει καφέ το πρωί.
Αυτό προσπαθώ να βρω όταν γράφω. Όχι πώς θα μπει ένα ιστορικό γεγονός ως συνθήκη σε μια παράσταση, αλλά πώς η Ιστορία εισβάλλει ξαφνικά στη ζωή ενός κανονικού ανθρώπου και του ζητάει να πάρει μια απόφαση. Γιατί τα γεγονότα τα βρίσκεις. Τους ανθρώπους προσπαθούμε να καταλάβουμε εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια. Και δεν πάει καλά αυτό.
-Το πραγματικό «Σχέδιο Προμηθεύς» καταρτίστηκε για να αντιμετωπίσει μια υποτιθέμενη εσωτερική κομμουνιστική απειλή και τελικά συνδέθηκε με την επιβολή της δικτατορίας. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτή την ιστορική ειρωνεία: ο τρόπος με τον οποίο ο φόβος μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό εργαλείο ή το πώς ένα σχέδιο που εμφανίζεται ως μηχανισμός προστασίας μπορεί τελικά να στραφεί εναντίον της δημοκρατίας;
Μα πόσο στοργική η λέξη η «προστασία» ε; «Είμαστε εδώ για να σας προστατεύσουμε». Και κάπως ηρεμείς. «Προστασία» όμως πουλάει και η μαφία, οπότε ίσως θα έπρεπε να είμαστε λίγο πιο καχύποπτοι.
Στο τέλος της ημέρας για να σου προσφέρει κάποιος προστασία πρέπει πρώτα να υπάρχει κάτι που φοβάσαι. Κι αν δεν φοβάσαι αρκετά, πρέπει κάπως να σε βοηθήσει να φοβηθείς. Να σου δείξει ποιος είναι ο κίνδυνος, να του δώσει όνομα, να σου εξηγήσει ότι είναι πιο κοντά απ’ όσο νομίζεις. Και κάπου εκεί ο φόβος και η προστασία γίνονται τρομερό ζευγάρι. Και η Ιστορία μας έχει δείξει ότι αυτό το ζευγάρι μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο. Στο όνομα της προστασίας «των δικών μας» από «τους άλλους», έχουν δικαιολογηθεί τρομακτικές διώξεις. Πρώτα πρέπει να πείσεις μια κοινωνία ότι κινδυνεύει. Μετά είναι πολύ πιο εύκολο να της εξηγήσεις τι πρέπει να δεχτεί για να σωθεί.
Και τότε έρχεται η ερώτηση: τι είσαι διατεθειμένος να δώσεις σε κάποιον για να σε προστατεύσει; Λίγη ελευθερία; Λίγο περισσότερο έλεγχο ίσως; Οπότε υπάρχει κάτι μαφιόζικο σε όλο αυτό: «Υπάρχει κίνδυνος. Εμείς μπορούμε να σε προστατεύσουμε. Απλώς θα πρέπει να μας αφήσεις να κάνουμε κάποια πραγματάκια». Και συνήθως ο φασισμός αρχίζει σε αυτά τα «πραγματάκια».
-Οι ήρωες του έργου σας βρίσκονται μπροστά σε ένα ακραίο δίλημμα: να κάνουν κάτι που ίσως είναι λάθος ή να μην κάνουν τίποτα και να αφήσουν τα γεγονότα να εξελιχθούν. Γιατί επιλέξατε να τους τοποθετήσετε σε αυτό το ηθικό αδιέξοδο, αντί να τους χωρίσετε σε «καλούς» και «κακούς»; Και τελικά, φοβάστε περισσότερο τον άνθρωπο που παίρνει μια λανθασμένη απόφαση ή εκείνον που αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και επιλέγει να μην δράσει;
Με ενδιαφέρει πολύ η στιγμή που ένας άνθρωπος πρέπει πάρει μια απόφαση. Όχι να μας πει τι πιστεύει. Αυτό είναι εύκολο. Κι εγώ αυτή τη στιγμή μπορώ να σας πω με μεγάλη σιγουριά ότι αν ζούσα στον μεσαίωνα θα ήμουν ο Ρομπέν των Δασών. Το δύσκολο είναι όταν η απόφαση έχει κόστος. Στο Σχέδιο Προμηθεύς δεν ένιωσα ποτέ ότι χρειαζόμασταν κάποιον «κακό» ανάμεσα στους χαρακτήρες. Έχουμε ήδη τα καθάρματα της Ιστορίας. Οι χαρακτήρες του έργου πάνε να τα βάλουν με τους συνταγματάρχες λίγο πριν καταλύσουν τη δημοκρατία. Δεν χρειάζεται να βάλουμε κι άλλους μέσα στο δωμάτιο να γελάνε σατανικά για να ξέρουμε ποιο είναι το πρόβλημα.
Αυτό είναι το ενδιαφέρον για μένα. Ότι όλοι οι χαρακτήρες μπορούν να πιστεύουν πως προσπαθούν να κάνουν το σωστό αλλά διαφωνούν για το ποιο είναι αυτό. Ο ένας θέλει να δράσει τώρα. Ο άλλος φοβάται τι μπορεί να προκαλέσει αυτή η δράση. Κάποιος πιστεύει ότι δεν υπάρχει χρόνος. Κάποιος άλλος ότι ακριβώς επειδή δεν υπάρχει χρόνος δεν πρέπει να γίνει μια κίνηση που δεν παίρνεται πίσω. Και όλοι κουβαλάνε τις προσωπικές τους ματαιώσεις. Δεν μπαίνουν στη σκηνή ως εκπρόσωποι μιας ιδεολογίας. Μπαίνουν ως άνθρωποι που έχουν κάτι να χάσουν.
Οπότε δεν ξέρω αν με φοβίζει περισσότερο εκείνος που παίρνει τη λάθος απόφαση ή εκείνος που δεν παίρνει καμία. Νομίζω πως και οι δύο, όταν όλα τελειώσουν, θα πρέπει να ζήσουν με το αποτέλεσμα. Γιατί και το να μην αποφασίσεις, δυστυχώς, απόφαση είναι. Και αυτή δεν επιστρέφεται στο ταμείο.
-Η δικτατορία χρησιμοποίησε τον φόβο και την προπαγάνδα για να ελέγξει την κοινωνία και να περιορίσει την ελεύθερη σκέψη. Τι μπορεί να κάνει σήμερα το θέατρο απέναντι σε μια κοινωνία στην οποία δεν χρειάζεται απαραίτητα να απαγορεύσεις κάτι για να την κάνεις να σωπάσει;
Για να είμαι ειλικρινής, όταν το θέατρο αρχίζει να πιστεύει ότι θα σώσει την κοινωνία μάλλον έχει πάρει μια ελιτίστική μορφή και βρίσκεται ήδη εκτός κοινωνίας. Η κοινωνία σώζεται με αγώνες. Όχι θεατρικούς αγώνες. Αυτό που ίσως να μπορεί να κάνει το θέατρο σήμερα είναι να κρατήσει έναν άνθρωπο για μιάμιση ώρα χωρίς να κάνει scroll. Τώρα αν ντρέπεται να βγάλει το κινητό επειδή κάθεται δίπλα του κόσμος είναι άλλο θέμα. Αλλά το αποτέλεσμα έχει σημασία.
Σήμερα δεν χρειάζεται να απαγορεύσεις σε κάποιον να μιλήσει για να τον κάνεις να σωπάσει. Μπορείς απλώς να φροντίσεις να μιλάνε όλοι ταυτόχρονα. Να υπάρχει τόση πληροφορία, τόση άποψη, τόση βεβαιότητα, που κάποια στιγμή να κουραστείς και να πεις «άσε τώρα ρε αδελφάκι μου, θα δω ένα βίντεο με ένα κουτάβι που παίζει με ένα αλογάκι». Το οποίο το καταλαβαίνω απολύτως. Κι εγώ θα το δω.
Εκεί το θέατρο έχει ακόμα κάτι πολύ απλό να προσφέρει. Σου κλείνει για λίγο το κινητό. Σου λέει «κάτσε λίγο εδώ και κοίτα αυτούς τους ανθρώπους που παλεύουν για κάτι». Όχι για να σου πει τι πρέπει να πιστέψεις. Μακριά από μας αυτό. Υπάρχουν ήδη πάρα πολλοί πρόθυμοι να μας εξηγήσουν τι πρέπει να πιστεύουμε. Δεν χρειάζεται να πληρώνουμε και εισιτήριο γι’ αυτό.
Έτσι λοιπόν προτιμώ να δημιουργείται μια μικρή ενόχληση. Να συμπαθήσεις έναν χαρακτήρα και μετά να κάνει κάτι που σε δυσκολεύει. Να συμφωνήσεις για λίγο με κάποιον που κανονικά θα ήθελες να διαφωνείς. Να φύγεις από την παράσταση και κάτι να σε τρώει. Δεν είναι επανάσταση. Αλλά για μιάμιση ώρα δεν κοίταξες το κινητό σου. Κι αυτό είναι μια αρχή.
-Υπάρχει κάτι που μάθατε ως ιστορικός και χρειάστηκε να «ξεμάθετε» ως θεατρικός συγγραφέας για να μπορέσετε να γράψετε το «Σχέδιο Προμηθεύς»; Και αντίστροφα, υπάρχει κάτι που σας δίδαξε το θέατρο για την Ιστορία που δεν θα μπορούσατε να κατανοήσετε μέσα από τα βιβλία και τα αρχεία;
Τώρα που το σκέφτομαι έπρεπε να ξεμάθω την ανάγκη να τα ξέρω όλα. Η έρευνα είναι ύπουλο πράγμα γιατί πάντα υπάρχει κάτι ακόμα να διαβάσεις. Άλλο ένα βιβλίο, άλλη μία μαρτυρία, άλλη μία συνέντευξη. Και είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να αισθάνεσαι ότι δουλεύεις χωρίς να χρειάζεται να γράψεις ούτε μία λέξη. Κάποια στιγμή όμως πρέπει να κλείσουν τα βιβλία και να γραφτεί το εργάκι.
Και εκεί πρέπει να αποδεχτείς ότι δεν ξέρεις τα πάντα. Και κυρίως ότι δεν χρειάζεται να βάλεις μέσα όλα όσα έμαθες. Γιατί όταν έχεις περάσει τόσους μήνες ψάχνοντας κάτι, αναπτύσσεις μια παράλογη πεποίθηση ότι οι θεατές οφείλουν να το μάθουν κι αυτοί. Κι οι θεατές δεν σου χρωστάνε τίποτα. Μια παράσταση ήρθαν να δουν, δεν γράφουν εξετάσεις.
Το θέατρο με ανάγκασε λοιπόν να ξεχωρίσω τι είναι χρήσιμο για το έργο και τι είναι απλώς κάτι πολύ ενδιαφέρον που έμαθα εγώ και τώρα ψάχνω απεγνωσμένα έναν τρόπο να το χώσω κάπου. Μερικές φορές αρκεί να παρακολουθήσεις έναν άνθρωπο τη στιγμή που πρέπει να επιλέξει. Τα υπόλοιπα είναι έρευνα. Ωραία έρευνα δεν λέω. Αλλά στην πρόβα είναι το ζουμί.
-Τι έχει αλλάξει στον τρόπο που λειτουργεί η ομάδα «Τα Μπάσταρδα του Σίσυφου» από το «Disorder» μέχρι σήμερα και τι θα θέλατε να αναγνωρίζει κάποιος ως τη δική σας θεατρική ταυτότητα όταν βλέπει μια παράσταση των «Μπάσταρδων»;
Δεν ξέρω αν έχουμε θεατρική ταυτότητα. Τα φοβάμαι εγώ αυτά τα επίσημα. Μπορεί απλώς μετά από πέντε παραστάσεις να έχουμε μάθει να συνεννοούμαστε γρηγορότερα. Ίσως να έχουμε σταματήσει να προσπαθούμε τόσο πολύ να αποδείξουμε πράγματα. Και αυτό μας έχει κάνει καλό. Γνωριζόμαστε πολύ καλά πια. Ξέρουμε πότε κάποιο άτομο θέλει βοήθεια, πότε θέλει χώρο, πότε έχει μια καλή ιδέα και πότε έχει μια απαίσια ιδέα αλλά έχει τόση χαρά που δεν έχουμε ακόμα την καρδιά να του το πούμε. Έχει χτιστεί μια εμπιστοσύνη που μάς προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερία. Δεν υπάρχει ο φόβος να εκτεθείς, να δοκιμάσεις κάτι γελοίο ή να αποτύχεις μπροστά στους άλλους. Γιατί το να δημιουργηθεί μια καλή παράσταση είναι δύσκολο, αλλά το να βρεις ανθρώπους να έχεις στο πλάι σου όταν θα τα βάλεις με αυτή την δυσκολία είναι ανεκτίμητο. Βέβαια, ας μη συγκινηθούμε και πολύ. Είμαστε ακόμα τα Μπάσταρδα του Σίσυφου.
Έχουμε και τον Δημήτρη Λογοθέτη, που είναι μαζί μας από την αρχή και τα πράγματα έχουν κάπως απλοποιηθεί. Αν γίνει κάτι στην πρόβα που δεν βγάζει νόημα, ο Δημήτρης απλώς σηκώνει το φρύδι του. Αυτό είναι όλο. Δεν χρειάζεται σκηνοθετική παρατήρηση, δεν χρειάζεται κουβέντα, δεν χρειάζεται τίποτα. Το φρύδι έχει μιλήσει. Ο Λογοθέτης έχει καταφέρει ουσιαστικά να αποκτήσει δικαίωμα βέτο με ένα φρύδι. Και πάντα έχει δίκιο.
-Πριν από δύο χρόνια, σε μια συνέντευξή σας, είχατε αναφέρει ότι το επόμενο επαγγελματικό σας σχέδιο θα αφορούσε τη λειτουργία του παρακράτους. Το «Σχέδιο Προμηθεύς» μοιάζει να συνομιλεί άμεσα με αυτή την κατεύθυνση. Ήταν πράγματι αυτό το έργο που είχατε τότε στο μυαλό σας; Και, αν ναι, ποιο είναι σήμερα το επόμενο ιστορικό ή πολιτικό πεδίο που θέλετε να εξερευνήσετε;
Όχι, δεν ήταν αυτό το έργο. Υπήρχε πράγματι ένα άλλο σχέδιο που αφορούσε πολύ πιο άμεσα τη λειτουργία του παρακράτους και για αρκετό καιρό πίστευα ότι αυτό θα ήταν το επόμενο πράγμα που θα έγραφα. Κάπου στην πορεία όμως το άφησα. Όσο περισσότερο το έψαχνα, τόσο περισσότερο σκοτάδι έβρισκα. Και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήθελα να περάσω δύο χρόνια μέσα σ’ αυτό. Ήθελα το επόμενο έργο, όσο σκοτεινό κι αν είναι, να έχει στο τέλος κάπου λίγο φως. Όχι απαραίτητα happy end. Θεός φυλάξοι. Αλλά μια χαραμάδα. Κάτι που να σου επιτρέπει να πιστέψεις ότι ο άνθρωπος μπορεί, έστω και την τελευταία στιγμή, να κάνει και κάτι μεγάλο. Ίσως μεγαλώνω. Ίσως δεν αντέχω άλλο τόσο σκοτάδι. Δεν ξέρω.
Το επόμενο έργο θα ανέβει την αρχή της χρονιάς που έρχεται να είμαστε καλά. Τώρα αν σας πω ότι είναι μια ρομαντική κομεντί για ένα ζευγάρι που ζει στην εξοχή θα πω ψέματα. Ζευγάρι έχει, εξοχή έχει, το ξεκίνημα του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ρομαντική κομεντί όμως στο τέλος πολύ φοβάμαι ότι θα αναρωτιόμαστε πάλι, πόσες μαύρες σελίδες έχει το βιβλίο της ελληνικής ιστορίας. Και αυτή τη φορά, της πολύ σύγχρονης.
-Συνυπογράφετε τη σκηνοθεσία και ταυτόχρονα ανεβαίνετε στη σκηνή ως ηθοποιός. Υπάρχει στιγμή που ο σκηνοθέτης πρέπει να «τραβήξει» τον ηθοποιό-Γιώργο Αδαμαντιάδη πίσω από τον ρόλο; Και ποιος από τους δύο έχει τελικά τον τελευταίο λόγο;
Δεν το ξανακάνω με τίποτα. Αυτό να είναι ξεκάθαρο. Δεν γίνεται να είσαι και ηθοποιός και σκηνοθέτης. Δηλαδή γίνεται, το δοκιμάσαμε, έχει γραφτεί και στο πρόγραμμα, δεν μπορώ να το αρνηθώ. Αλλά δεν θα το πρότεινα. Ο μόνος που εγώ προσωπικά έχω δει ότι μπορούσε να το κάνει, άφησε αυτόν τον κόσμο το 2013.
Όταν είσαι πάνω στη σκηνή πρέπει να είσαι εκεί. Να ακούς τον άλλον, να αντιδράς. Δεν γίνεται ταυτόχρονα ένα κομμάτι του εγκεφάλου σου να βρίσκεται στην πλατεία και να σκέφτεται «αυτό τώρα φάνηκε;», «μήπως πρέπει να πάει λίγο πιο αριστερά;». Αφήστε που δεν έχω και καμία φαντασία στο κομμάτι της σκηνοθεσίας.
Ευτυχώς όμως καταφτάνει το ιππικό. Στις επόμενες δουλειές μας τη σκηνοθεσία θα αναλάβουν άνθρωποι από τον χώρο του κινηματογράφου. Κανονικοί σκηνοθέτες δηλαδή. Προσωπικά ανυπομονώ. Κυρίως γιατί θα μπορώ να κάνω πάλι αυτό που κάνει κάθε αξιοπρεπής ηθοποιός. Να δοκιμάσω δέκα χιλιάδες πράγματα στην πρόβα και στο τέλος να κάνω αυτό που μου λέει το άτομο που έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία.
Διαβάστε επίσης:
Σχέδιο Προμηθεύς, του Γιώργου Αδαμαντιάδη για 2η χρονιά στο Θέατρο Καλλιρρόης