Από την ελληνική διαχρονία στο σήμερα, ο Ελληνοαμερικανός εικαστικός Γιάννης Νομικός, μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος από το 2024, επιστρέφει στην καθημερινότητα της πόλης και καταγράφει μέσα από τη ζωγραφική μικρές, φαινομενικά ασήμαντες στιγμές: γρήγορες μετακινήσεις, τυχαίες συναντήσεις, γνώριμα και άγνωστα πρόσωπα, ανθρώπους που διασταυρώνονται στους δρόμους και στιγμές επικοινωνίας που ανοίγουν έναν διάλογο με τον θεατή.
Οι τρεις ενότητες του έργου του, αν και ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, συναντώνται σε έναν κοινό τόπο: την αναζήτηση του χρόνου, της μνήμης και της ανθρώπινης ύπαρξης. Με έντονη συμβολική διάθεση, ο Νομικός δεν επιχειρεί να αφηγηθεί μια ιστορία με αρχή και τέλος, αλλά να δημιουργήσει εικόνες που ενεργοποιούν τη μνήμη και προσκαλούν το βλέμμα να κινηθεί από τον ορατό, καθημερινό κόσμο προς μια πιο άχρονη και εσωτερική πραγματικότητα.
Η Τριλογία του Γιάννη Νομικού ως Διαχρονία ορατών και αοράτων
C’est une belle chose qu’un souvenir, c’est presque un désir qu’on regrette. *
-Gustave Flaubert
Κατά την Αρχαιότητα, ο όρος Τριλογία αναφερόταν στο σύνολο των τριών τραγωδιών που μαζί με ένα σατυρικό δράμα όφειλε να διδάξει κάθε ποιητής που έπαιρνε μέρος στους δραματικούς αγώνες στο πλαίσιο των Μεγάλων Διονυσίων της Αθήνας. Οι τρεις επιλεγμένες τραγωδίες, αν και με πλοκή διαφορετική, όφειλαν να έχουν εσωτερική ενότητα και κοινό εννοιολογικό σύνδεσμο μεταξύ τους. Η πρώτη τραγωδία, συνιστούσε το αρχικό ερέθισμα της ενεργοποιημένης πρόσληψης του θεατή, η δεύτερη ως κορύφωση το ενδυνάμωνε και η τρίτη έδινε τη λύση, την καταπράυνση. Το ενιαίο αυτό σύνολο των τριών τραγωδιών που ονομάστηκε από τους Αλεξανδρινούς γραμματικούς τριλογία, αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα επινόηση του Αισχύλου, του μεγάλου τραγικού ποιητή που εξιστορούσε και ερμήνευε τα γεγονότα με τρόπο διαχρονικό και κύκλιο. Η μετέπειτα διάσπαση της τριλογίας στην αρχαία ελληνική τραγωδία, ξεκίνησε από τον Σοφοκλή. Στη Νεοελληνική λογοτεχνία, η αναφορά του όρου «τριλογία», συνειρμικά φέρνει στον νου τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Η τριλογία των μυθιστορημάτων του, «Η Λέσχη», η «Αριάγνη» και «Η Νυχτερίδα», αποτελεί ένα αδιάσπαστο λογοτεχνικό σύνολο που διατρέχει τη νεοελληνική ιστορία και εγκαλεί τη μνήμη. Τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη μουσική, τον χορό ή τον κινηματογράφο, η έννοια της τριλογίας είναι συνδεδεμένη με παγκόσμια αριστουργήματα που εγκαλούν την ενεργοποιημένη πρόσληψη, την καταβύθιση σε ένα αυθύπαρκτο σύμπαν που ξεδιπλώνεται σταδιακά και διαδραστικά.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Στην αναδρομική παρουσίαση των έργων του στο εμβληματικό Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, σε απόσταση αναπνοής από την περίφημη Αθηναϊκή Τριλογία που σχεδιάστηκε από τους Δανούς αρχιτέκτονες Θεόφιλο και Κρίστιαν Χάνσεν με σκοπό το σύγχρονο ελληνικό κράτος να συνδεθεί με την κλασική αρχαιότητα και η οποία συντίθεται από τα ιστορικά νεοκλασικά κτήρια της Ακαδημίας Αθηνών, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, ο Γιάννης Νομικός παρουσιάζει τη δική του ζωγραφική Τριλογία. Μια πυκνή εννοιολογικά και επιτελεστικά απόπειρα διαδοχικής ιστορικής και αισθητικής σύνδεσης του ελληνικού τόπου και της περιρρέουσας μνήμης, μέσω μιας θαυμαστής ζωγραφικής δεξιότητας. Το έργο του αποτελεί μια αλληλουχία ετερόκλητων μα συνομιλούντων ιχνών ελληνικού τόπου και χρόνου που διαπνέεται με τη σειρά της από διαχρονικούς συμβολισμούς της ιδέας της γνώσης και της πολιτισμικής μνήμης.
Με το βλέμμα στραμμένο ταυτόχρονα στη μικρές ρωγμές των ιδιωτικών στιγμών και του κοινού χρόνου, με διάθεση άλλοτε αφαιρετική και άλλοτε με πυκνή αφηγηματικότητα, με την ένθεση στοιχείων άλλοτε νεοκλασικών και άλλοτε εκλεπτυσμένα μπαρόκ, με διαδοχικές αναφορές στην αρχαιολογία αλλά και με αυθόρμητες θραυσματικές σημειώσεις της καθημερινότητας, ο Γιάννης Νομικός αναζητεί τα ορατά και τα αόρατα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας και εμπειρίας. Βασικοί άξονες του πολυσχιδούς αφηγήματός του, παραμένουν η επίκληση της προσωπικής μνήμης, η αναφορά στη συλλογική ιστορία και η ανθρώπινη παρουσία ως ευαίσθητη και μεταβλητή χορδή του κατοικημένου τόπου.
Η αφαιρετική πρώτη ενότητα των έργων του ζωγράφου, συντάσσεται μέσω της δραματικότητας της φωτοσκίασης, μέσω της σφοδρότητας της κίνησης και της λαμπερής έντασης του χρώματος που ανασκάπτει με τρόπο σχεδόν τρισδιάστατο την επιφάνεια, μέσω των πυκνών υφών και της δυναμικής χειρονομίας. Στα οριζόμενα παλίμψηστα ετούτα πεδία, τους λιτούς αυτούς τόπους μετάβασης της αφήγησης, παρατηρώντας προσεκτικά, ανακαλύπτουμε διαδοχικά αθέατα συμβάντα, εντοπίζουμε μορφές και φόρμες αόριστες που εξέρχονται από τα βάθη του χρόνου για να χαθούν στη συνέχεια στην κοίτη του γενεσιουργού τους πεδίου ξανά.
Στη δεύτερη ενότητα της δουλειάς του, με αφετηρία την αρχαία ελληνική αγγειογραφία, επιστρατεύοντας τη δραματικότητα της φωτοσκίασης και την περίτεχνη χρήση του χρώματος, τη διακριτική χρήση του trompe l’oeil, τη μεγέθυνση της λεπτομέρειας και τη μνημειακότητα της κλίμακας, τον ζωτικό πυρήνα του εξιστορούμενου ηράκλειου ή βακχικού μύθου και τον κύκλιο ειρμό της αφήγησης, την ιεροτελεστική κίνηση των εικονιζόμενων μέσα στην εικόνα εικόνων και τη γλυπτική διαχείριση της φόρμας και των όγκων μέσω μιας διαρκούς αναζήτησης οργανικών ζωγραφικών συγκλίσεων και αποκλίσεων, ο Γιάννης Νομικός συστήνει ένα αυτοσχέδιο κοσμητικό μουσείο θραυσμάτων και ευρημάτων με έντονο συναισθηματικό και δραματικό βάρος. Ένα στιλπνό αλφαβητάριο μνήμης με πυκνό ειρμό και δυναμικό ρυθμό.
Ολοκληρώνοντας την περιήγησή του στην ελληνική διαχρονία, ο ζωγράφος επιστρέφει στο παρόν, καταγράφοντας με το χαρακτηριστικό εκφραστικό του ιδίωμα μικρά συμβάντα των καθημερινών περιπάτων του. Σκίτσα γοργά με αφορμή τις γοργές μετακινήσεις και τις τυχαίες συναντήσεις γνωστών και αγνώστων στο άστυ, πορείες ανθρώπων και απρόσμενες συναναστροφές που επιζητούν διάλογο και ενδοσκοπική επικοινωνία.
Παρά τη διαφορετική τους αφετηρία, οι τρείς ενότητες του ζωγράφου, συμπλέκονται και διερευνούν από κοινού το ουσιαστικό νόημα του χρόνου. Και μεταλαμπαδεύουν την ύπαρξη ενός ζωτικού ίχνους αέναης επιθυμίας και δημιουργίας που δονεί την ανθρώπινη υπόσταση. Εντοπίζουν και μετουσιώνουν τους κοινούς δείκτες του χρόνου και της ιστορίας που αιωρούνται στο χάος και εντέλει συγκλίνουν και συμπράττουν καίρια στο πεδίο της αληθινής ύπαρξης. Τα έργα του Γιάννη Νομικού, έμπλεα συμβολιστικών αναζητήσεων, δεν αποτελούν την εικονογράφηση ενός αφηγήματος με αρχή και τέλος. Πέρα από οτιδήποτε άλλο, προτείνουν μια ενεργοποιημένη συνθήκη πρόσληψης της συναισθητικής όρασης και της εντόπιας μνήμης. Επιτρέπουν στο βλέμμα να κατανοήσει το κτιστό, αλλά επίσης να εισχωρήσει και να περιπλανηθεί στο άχρονο άκτιστο.
–Ίρις Κρητικού, Αρχαιολόγος, Ιστορικός της Τέχνης
* Η ανάμνηση είναι κάτι όμορφο, είναι σχεδόν μια επιθυμία για την οποία μετανιώνουμε.