Φιλ Ιερόπουλος Εφ’ όλης της ύλης (και της αντι-ύλης)

Συζητάμε με τον σκηνοθέτη, εκπαιδευτικό και περφόρμερ Φιλ Ιερόπουλο για την παρουσία του με την ταινία Uchronia στο Forum Expanded στo πλαίσιo της φετινής Berlinale και για το παρόν και μέλλον της πειραματικής τέχνης κόντρα στους καιρούς.

Φέτος ο Φιλ Ιερόπουλος ήταν η μοναδική ελληνική συμμετοχή στο Forum Expanded. H ιστορία της κατηγορίας Forum στην Berlinale, ιστορικά έχει να κάνει με πολιτικό σκάνδαλο. Το 1970 μια ταινία που έκανε κριτική στο Βιετνάμ, το Ο.Κ. του Michael Verhoeven, αφαιρέθηκε από τον επικεφαλή της επιτροπής ως αντιαμερικανική και πολλοί κινηματογραφιστές απέσυραν τις ταινίες τους με αποτέλεσμα το φεστιβάλ να μη διεξαχθεί. Την επόμενη χρονιά φτιάχτηκε η κατηγορία International Forum for New Cinema (σήμερα λέγεται Forum και Forum Expanded) για τις “δύσκολες” ταινίες που δεν φοβούνται να αρθρώσουν ελεύθερα πολιτικό λόγο (o οποίος φέτος και απαξιώθηκε από τον διευθυντή της Wim Wenders). Μία αντίστοιχη ταινία ήταν φέτος η Uchronia, και ο σκηνοθέτης της μας εξηγεί το γιατί, αλλά και το πώς ξεκίνησε το δημιουργικό, ανατρεπτικό του ταξίδι ως εκεί.

***

-Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τον πειραματικό κινηματογράφο και την τέχνη γενικότερα; Τι σε οδήγησε από τις σπουδές σου στο Ηνωμένο Βασίλειο (PhD στο film poetry) πίσω στον παγκόσμιο Νότο της Αθήνας και σε μια πρακτική που συνδυάζει ποίηση, drag και πολιτική επίθεση;;

Ούτε που ξέρω πότε ξεκινάει η αγάπη μου για την τέχνη, πάει νομίζω πιο πίσω από τη μνήμη μου ως παιδάκι. Οι γονείς μου θυμούνται να είμαι πολύ μικρός και να βλέπω στην τηλεόραση ασπρόμαυρες ταινίες από την Ουγγαρία ή Τσεχοσλοβακία ή κάτι και να αναρωτιούνται «μα τι καταλαβαίνει;». Σιγουρά δε μου άρεσαν ποτέ τα παραμύθια να τα διαβάζω ίσια, μ’ άρεσε να τα κοιτάω ανάποδα, να τα κόβω κομμάτια κλπ. Το 1996, όταν τέλειωνα το σχολείο, αποφασίσαμε με τους γονείς μου να πάω στην Αγγλία γιατί δε θα μπορούσα όντως να σπουδάσω καλλιτεχνικό κινηματογράφο εδώ. Με εξαίρεση δηλαδή την περίοδο που δίδασκε η Αντουανέττα Αγγελίδη στη Θεσσαλονίκη, σε γενικές γραμμές οι πιο μεγάλες σχολές κινούμενης εικόνας στην Ελλάδα είναι πολύ αφηγηματικές και μέινστριμ για τα γούστα μου. Στην Αγγλία ήρθα σε επαφή με τον πειραματικό κινηματογράφο και ήταν σαν να έγινε μια έκρηξη στο κεφάλι μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως όταν είδα το 1998 το “The Illiac Passion” του Gregory Markopoulos, δεν μπορούσα να κοιμηθώ όλο το βράδυ και πήγα την επόμενη μέρα και παρακάλεσα το τότε μικρούλι Lux Cinema να με βάλουν να κάτσω έστω στο πάτωμα τη δεύτερη (και τελευταία) μέρα που προβαλλόταν.

Τώρα για την απόφαση της επιστροφής, τι να σου πω… Είναι από πολύ περίπλοκο μέχρι αρκετά μπανάλ ότι δεν άντεχα άλλο τον βορειοευρωπαϊκό καιρό. Ήταν μεγάλη απόφαση γιατί ενδεχομένως ρίσκαρα να χάσω την καθηγητική θέση στο πανεπιστήμιο του Buckinghamshire, όπου διδάσκω όμως τελικά ακόμα art film και animation. Όταν έφυγα από την Ελλάδα είχα σχεδόν ορκιστεί να μην επιστρέψω. Έβλεπα από μακριά στη συνέχεια και τα αίσχη με τα πογκρόμ εναντίον των Αλβανών και ντρεπόμουν πάρα πολύ, δηλαδή δεν ξέρω πώς την πάλευαν εκείνη την εποχή οι σκεπτόμενοι άνθρωποι σ’ αυτή τη χώρα. Όμως μετά από 20 χρόνια που έμεινα στο Λονδίνο και στη συνέχεια στο Βερολίνο, η βόρεια Ευρώπη είχε αρχίσει να συντηρητικοποιείται άγρια και συγχρόνως η Αθήνα είχε αρχίσει να στρώνει λίγο, οπότε θεώρησα πως υπάρχει μια κάποια κεντρώα σύγκλιση στη μέση και ίσως δεν είναι για μένα και τόσο μεγάλη η αλλαγή. Αλλά κατά κάποιο τρόπο τελικά ήταν γιατί δεν είχα υπολογίσει πόσο θεμελιωδώς συντηρητική χώρα είναι η Ελλάδα, με μπέρδεψε μάλλον και μένα το Athens is the New Berlin, χαχαχα. Σκέφτομαι δηλαδή μερικές φορές πως προσγειώθηκα στην Αγγλία εφηβάκι και κατάφερα μέσα σε 7 χρόνια να δουλεύω σε πανεπιστήμιο, ενώ αντιθέτως βρίσκομαι στην Αθήνα τώρα σχεδόν δέκα χρόνια, με 30 χρόνια έρευνα, κι ακόμα όλο αυτό που κάνω θεωρείται πολύ outsider για τους ντόπιους. Το να είσαι πειραματικός καλλιτέχνης στην Ελλάδα είναι ενός είδους εξορία, πολύ μοναχικό. Τουλάχιστον μένω στη Βικτώρια που έχει λιγότερους Έλληνες και πολλούς μετανάστες οπότε αυτό το κάνει πιο ανεκτό.

Έχω κάνει πολλά διαφορετικά πράγματα στη ζωή μου και σαφώς δε βρήκα κατευθείαν το τρίπτυχο ποίηση-πολιτική-κουήρ στο οποίο αναφέρεσαι. Πέρασα πολλά χρόνια να ψάχνω πολύ πιο μοντερνιστικές περιοχές, χρόνια ολόκληρα να μελετάω τον William Carlos Williams, τη Maya Deren, ακόμα και τη συναισθησία και αφηρημένη τέχνη. Έχω κάνει και στην Ελλάδα κάποια πράγματα που δε μοιάζουν καθόλου με τη συνηθισμένη φάση μου, όπως για παράδειγμα δεν ξέρει πολύς κόσμος τον πειραματικό δίσκο που βγάλαμε με τη Μαρίζα Κωχ, το Platonia, το 2012, όπου εγώ έγραψα αφηρημένη ηλεκτρονική IDM και η Κωχ έκανε λαρυγγισμούς αλα-Diamanda Galas! Την ίδια χρονιά γνώρισα το Φοίβο Δούσο και μαζί ξεκινήσαμε τα ΦΥΤΑ, εννοιολογικό καλλιτεχνικό ντουέτο το λέμε γιατί όντως έχουμε περάσει από πάρα πολλά time-based-media αλλά πάντα αυτό που ενώνει ένα πρότζεκτ είναι η ιδέα. Μαζί με το Φοίβο βρήκα αυτό το τρίπτυχο. Το οποίο βέβαια δεν ήταν κάτι δύσκολο να βρεθεί, γιατί ένωνε όλα αυτά που μας αφορούσαν: την ποιητική, την (κουήρ) επιτελεστικότητα και την πολιτική. Βέβαια όταν ξεκινήσαμε μας θεωρούσαν αναρχοτρόλλς ή κάτι. Αυτό είχε να κάνει με το ότι είναι ελάχιστη η σοβαρά επικίνδυνη πολιτική τέχνη στην Ελλάδα (ιδιαιτέρως η θεσμική κριτική) και τους προκαλούσε τρομερή ταραχή ότι χρησιμοποιούσαμε στρατηγικές Μπρεχτικές, Γκονταρικές, Λαϊμπαχικές, πώς να τις πω, για να αποδομήσουμε την ταύτιση του κοινού και τη σοβαροφάνεια της τέχνης. Φυσικά το ότι δυο PhD μεσοαστά παιδάκια θεωρούνταν χούλιγκανς είναι αρκετά αστείο, αλλά γενικά δε σου κρύβω πως μ’ αρέσει ότι μας φοβούνται λίγο οι θεσμοί κι ας μας στοιχίζει αρκετά σε οικονομική υποστήριξη.

Μεταξύ άλλων, μια εποχή ήμασταν και curators, κάπως… Δουλέψαμε ακόμα και στην Μπιενάλε της Αθήνας πριν τη συνεργασία με τη Στέγη ή τώρα με τη Μαρέβα Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη και τους άλλους. Το 2015-17 τρέχαμε ένα από τα πρώτα κουήρ περφόρμανς φεστιβάλ στην Αθήνα, το Sound Acts, με καλεσμένα από όλο τον κόσμο. Δε θα βρεις γραμμένα reviews γι’ αυτό το φεστιβάλ, γιατί απλά δεν το κατάλαβαν τα μέσα τότε, δηλ. ήταν πολύ πριν από την εποχή του. Ήταν όμως κομβικό για τη γλώσσα που αναπτύξαμε, αλλά και για τις δημιουργικές κοινότητες που ενεργοποιούνταν στην Αθήνα. Μεταξύ άλλων κάναμε τότε με τη συγγραφέα/συνθέτρια/ερευνήτρια Αντριάνα Μίνου ένα κουήρ ανέβασμα του Επίκυκλου του Γιάννη Χρήστου! Καταλαβαίνεις πόσο τρελό είναι κάτι τέτοιο για την αθηναϊκή πραγματικότητα ακόμα και σήμερα, δηλαδή αν πας στο αφιέρωμα στο Χρήστου στο ΕΜΣΤ θα δεις μια πολύ πιο στεγνή, μουσειακή συνθήκη. Γενικά η σχέση των θεσμών στην Ελλάδα με την τέχνη είναι μουσειακή. Και δεν το βλέπω αυτό να αλλάζει σύντομα, γιατί νομίζω πως οι Έλληνες έχουν μια κομπλεξική σχέση με τα καλλιτεχνικά, δηλαδή πρέπει η σχέση με την τέχνη να είναι υπερ-σοβαρή και καθόλου παιγνιώδης, ούτε καν μεταμοντέρνα, αλλιώς φοβούνται πως θα τους πάρουν για άσχετους. Φυσικά είναι σε γενικές γραμμές πιο εύκολο να κρύψεις ότι είσαι σε κάτι άσχετος αν κάνεις τον σοβαροφανή. Μην ξεχνάμε επίσης πως είναι πολλαπλά τα χτυπήματα του «καλού γούστου» που βαραίνουν τη χώρα: Ακρόπολη, Παπαϊωάννου, Ελύτης… γενικά οι Έλληνες την ιδέα του «υπερβατικού» της τέχνης την έχουν φάει αμάσητη, αλλά αν ξεκινήσω να μιλάω γι’ αυτό θα φάω όλη τη συνέντευξη.

-Από την “υπέρβαση” λοιπόν στο Avant-Drag! ως docu-manifesto. Πώς κατάφερες να ενορχηστρώσεις δέκα drag performers σε μια συλλογική επίθεση ενάντια στον ελληνικό εθνικισμό, τη θρησκευτική μισαλλοδοξία και την αστυνομική βία;

Η σχέση μου και μας ως ΦΥΤΑ με τις κοινότητες του κουήρ περφόρμανς πηγαίνει πολλά χρόνια πίσω. Δεν αποφασίσαμε μια μέρα να σηκωθούμε να κάνουμε ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ. Ξέραμε σίγουρα πως θέλαμε να κάνουμε κάτι για την παρουσία του drag στην ελληνική κοινωνία που έπιανε χώρο δειλά-δειλά, ιδιαίτερα και τραγικά μετά τη δολοφονία της Zackie, και ξέραμε πως θέλαμε να το κάνουμε ανεξάρτητα, γιατί αν το έκανε κάποιος θεσμός θα το έκανε νερόβραστο. Να πω εδώ πως είχαμε βέβαια κάνει ήδη μια ταινία που ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη δολοφονία, το ORFEAS2021, το οποίο είναι και προπομπός του Avant-Drag!.

Θα κάνω εδώ μια παρένθεση για τον Ορφέα γιατί η ιστορία της δημιουργίας του είναι ιδιαίτερη και σημαντική. Ήταν κανονικά μια σκηνική όπερα, διασκευή του L’ Orfeo του Monteverdi, για να ανέβει στην εναλλακτική της ΕΛΣ. Η πρώτη ελληνόφωνη κουήρ όπερα. Μάλιστα στην παράσταση εμφανιζόταν σε ολόγραμμα το κεφάλι της Έλενας Ακρίτα! Στην ΕΛΣ είχαμε μια πολύ δύσκολη συνεργασία και τελικά ως παράσταση (λεγόταν τότε ORFEAS2020) δεν ανέβηκε ποτέ γιατί δυο μέρες πριν την πρεμιέρα η χώρα μπήκε στο πρώτο lockdown. Στην αρχή φοβηθήκαμε πως το έργο θα πάει στο ράφι, δηλαδή η Λυρική δεν είχε κάποιο σχέδιο για το πως να ντηλάρουν με τα πρότζεκτς που κόπηκαν λόγω του lockdown. Αλλά πιέσαμε πάρα πολύ και μετατράπηκε σε ταινία, που μάλιστα έκανε πρεμιέρα στο διαγωνιστικό Film Forward του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στον Ορφέα λοιπόν είχαμε ήδη ξεκινήσει να συζητάμε τα κατάστιχα της ελληνικής κοινωνίας και συνεργαζόμασταν με διάφορα κουήρ περφόρμερς. Είναι μια απαιτητική ταινία (2 ώρες πειραματική όπερα!), αλλά είμαι πολύ περήφανος που την κάναμε και η παρουσίαση της Ρέας Βαλντέν για την ταινία σε προβολή της στο ΕΜΣΤ είναι μέχρι και σήμερα ό,τι πιο σημαντικό έχουν πει για τη δουλειά μου.

Όταν άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα φεστιβάλ στον κόσμο ο Ορφέας, τότε αποφασίσαμε με το Φοίβο πως ίσως είναι καλύτερο να επικεντρωθούμε σε ταινίες αντί για σκηνικό περφόρμανς για κάποια χρόνια. Οι ταινίες ταξιδεύουν σε μέρη που ούτε καν μπορείς να φανταστείς και καταλήγεις να συνομιλείς με τόσους πολλούς ανθρώπους… Είναι πολύ συγκινητικό. Το Avant-Drag! είναι η μεγαλύτερή μας ταξιδιάρα επιτυχία, αφού ξεκίνησε από το Ρότερνταμ και πήγε σε πάνω από 70 φεστιβάλ, πράγμα κάπως ανήκουστο για τόσο DIY ελληνική ταινία. Ο παραγωγός μας Σπύρος Πατσούρας την κατέθεσε μέχρι και σε φεστιβάλ στην Παπούα Νέα Γουινέα, not even joking. Χρωστάω νομίζω μεγάλη ευγνωμοσύνη στην ομάδα που τη φτιάξαμε, δηλαδή ήταν ένα πάρα πολύ μεγάλο εγχείρημα για να έχει φτιαχτεί με DIY όρους. Τόσο τα περφόρμερς όσο και το crew πίστεψαν από την αρχή πολύ σ’ αυτή την ταινία και στο τέλος νομίζω κέρδισε αυτό ανθρώπους από όλο τον κόσμο, ότι είναι μια κοινότητα εδώ που λέει την ιστορία της. Παρομοιάστηκε μάλιστα η ταινία αρκετά με το Paris is Burning, το οποίο είναι τεράστιο κομπλιμέντο, οκ. Νομίζω επίσης το timing της είναι καλό γιατί έχει γκώσει ο κόσμος με την εμπορευματοποίηση του drag που έφερε η Rupaul. Ήταν μια ταινία που κουήνες ήταν στους δρόμους και είχαν αμιγώς πολιτικό λόγο και αυτό ήταν κάτι που φαίνεται το είχαν ανάγκη να το βρουν ή θυμηθούν άτομα σε πολλές διαφορετικές κουήρ σκηνές, από το Παρίσι μέχρι τη Μελβούρνη και από το Σαράγεβο μέχρι το Πεκίνο. Τώρα το αν η ελληνική κοινωνία άντεξε αυτή την ταινία, τι να σου πω… Στην τηλεόραση σίγουρα δεν κατάφερε να παιχτεί και ναι, εννοώ ούτε στο cinobo.

-Και έτσι είπες να δοκιμάσεις και το βερολινέζικο κοινό με το Uchronia (που προβλήθηκε στη φετινή Berlinale), μια απροσδόκητη ιστορία queer αντίστασης με κεντρικό πρόσωπο τον Arthur Rimbaud. Ο Rimbaud λειτουργεί σαν φάντασμα που ταξιδεύει στον χρόνο και συναντά queer επαναστατικές φιγούρες (όπως οι Marsha P. Johnson, David Wojnarowicz, Emma Goldman). Τι σε ενέπνευσε να ενώσεις ποίηση, ιστορία και πολιτική με αυτόν τον τρόπο; Και γιατί επέλεξες την ου-χρονία (μη-χρόνος/ παράλληλες/ εναλλακτικές ιστορίες) αντί για ουτοπία (μη-τόπος κατά τον Thomas More) – μήπως η ουτοπία έχει πια εξαντληθεί ή εξημερωθεί;

Όταν πέρασε το ταξίδι του Avant-Drag! και με το feedback που είχαμε μαζέψει, θελήσαμε όλα αυτά που είχαμε θέσει σχετικά με την ελληνική ταυτότητα να τα ανοίξουμε προς την ευρωπαϊκή και κουήρ ιστορία γενικότερα. Και θέλαμε να πάμε ιστορικά πιο πίσω για να δούμε τι σκατά συνέβη και έχουμε ακροδεξιά πάλι και μάλιστα κόμματα που έχουν ακροδεξιά ΛΟΑΤΚΙ άτομα. Συγχρόνως θέλαμε να ξεκινήσουμε από μια εποχή που η έννοια της ελπίδας δεν έμοιαζε και τελείως ανύπαρκτη. Σύντομα συνειδητοποιήσαμε ότι θα πρέπει να πάμε πιο πριν από τον αιματηρό 20ο αιώνα. Εκεί συναντήσαμε τον Rimbaud με το σαρωτικό από πολλές απόψεις Μια Εποχή στην Κόλαση (1873). Αλλά δε θα κάναμε ποτέ απλά ένα biopic, κάτι τέτοιο μας φαινόταν γελοίο. Θέλαμε να μιλήσουμε για το μέλλον μέσα από το παρελθόν. Οπότε σκεφτήκαμε αυτό το όχημα ενός Rimbaud που κινείται στο χωροχρόνο και συναντάει διάφορα κουήρ επαναστάτα. Και ενώ κάναμε την έρευνά μας, πέσαμε πάνω στην έννοια της Ουχρονίας του Charles Renouvier, που μάλιστα τη γράφει λίγα χρονιά μετά το έργο του Rimbaud. Η ιδέα της ουτοπίας είχε κατακερματιστεί τον 20ο αιώνα όπως λες και χρησιμοποιηθεί από όλων των ειδών τους φασίστες. Οπότε θέλαμε ένα άλλο κόνσεπτ διαγενεακής κατανόησης και ελπίδας – και κάπως το βρήκαμε στην ουχρονία.

-Το «Je est un autre» του Rimbaud είναι κεντρικό στο Uchronia. Πώς το χρησιμοποιείς για να διαλύσεις την ιδέα μιας σταθερής και ίσως politically-correct queer ταυτότητας; Πώς χρησιμοποιείς αυτή την αποσταθεροποίηση της ταυτότητας για να εξερευνήσεις το fractured self και την ομοερωτική υποκειμενικότητα; Πώς λειτουργεί η «ψυχεδελική» αισθητική και η μορφή του docu-essay στο Uchronia ως εργαλείο για να αποδομήσεις επίσημες γραμμικές και εξουσιαστικές αφηγήσεις ιστορίας και να προτείνεις εναλλακτικές οδούς queer αντίστασης;

Δεν συμφωνώ πως αυτό που έχω απέναντί μου ως εχθρό είναι η έννοια του politically-correct και δε θέλω να πάμε σε μια κοινωνία πριν απ’ αυτό. Δηλαδή δε μ’ αρέσει και το attitude τύπου South Park, ότι εμείς διαλύουμε όλους και όλα εξίσου. Δεν πιστεύω πως το να κράζεις τους θεσμούς τέχνης ή τον Donald Trump είναι το ίδιο με το να επιτίθεσαι σε τρανς γυναίκες και ευάλωτα άτομα. Μια τέτοια κατανόηση της κοινωνίας θα ήταν θατσερική, ότι δεν υπάρχει κοινωνία και θεμελιώδεις ταξικές ιεραρχίες. Γι’ αυτό και τα ΦΥΤΑ δεν ήταν ποτέ επ’ ουδενί τρολλς. Δεν κάνουμε ποτέ τυχαίες επιθέσεις που μπορεί να καταλήξουν σε punching down, αλλά εμπεριστατωμένες (κι ας είναι πολεμικές ή αστείες) κριτικές προς θεσμούς/ιδρύματα ή άτομα σε πολύ ισχυρές θεσμικές θέσεις.

Όμως πηγαίνοντας λίγο παραπέρα απ’ αυτή την έννοια του PC και για να επιστρέψω στην ερώτησή σου περί κουήρ ταυτότητας, αυτό που για μένα παραέγινε στην εποχή του νεοφιλελεύθερου ΛΟΑΤΚΙ είναι η κανονικοποίηση. Δηλαδή κάπου στη διεκδίκηση γάμων, παιδιών, σκυλιών και γατιών, ξεχάσαμε πως το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ να γίνουμε τα ίδια σκατά με την ετεροκανονική κοινωνία των πολέμων, του ρατσισμού, της διαφθοράς και της αντίστασης σε κάθε τι διαφορετικό. Την έννοια της ΛΟΑΤΚΙ κανονικοποίησης τη θέτουν και τα τρία φιλμ που έχω κάνει.

Πώς λοιπόν δραπετεύουμε από την ενσωμάτωση που μας έχει οδηγήσει στον ομοεθνικισμό, το pinkwashing κι άλλες κατάντιες της ιστορίας μας; Σίγουρα με το να κοιτάξουμε το παρελθόν μας, την ιστορία, αλλά και με το να αποδομήσουμε τις γλώσσες επικοινωνίας για το μέλλον. Αυτά είναι τα δυο πράγματα που κάνει το Uchronia, εξού και το βλέπω ως σουρεαλιστικό docu-essay, ψυχεδελική ιστορική ταινία κλπ. Αντιφατικές έννοιες, για να εκφραστεί αυτό που κάνουμε μεθοδολογικά. Δεν οφείλουμε σε κανέναν να πούμε την κουήρ ιστορία γραμμικά, αυτά ας τα κάνει το Netflix – και είδαμε άλλωστε που μας οδηγούν οι υποτιθέμενες γραμμικότητες της ανθρωπότητας. Τα κουήρ υποκείμενα είναι κολάζ πραγμάτων που δεν κουμπώνουν ίσια και αυτό είναι σημαντικό να το καταλάβουμε. Οφείλουμε να θυμηθούμε περιόδους και καταστάσεις στις οποίες τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα υπέφεραν κάτω από την κανονικότητα. Και βασικά λέω οφείλουμε γιατί πιστεύω πως είναι πρόταγμα αυτή τη στιγμή με τα πράγματα να κινούνται ραγδαία προς το απολυταρχικό πάλι. Αν δεν το κάνουμε άμεσα, δε θα έχουμε τα απαραίτητα εργαλεία να αντιμετωπίσουμε το μέλλον. Αν δεις πόσο ρηξικέλευθη είναι η γλώσσα του Rimbaud το 1873, θεωρώ πως δεν επιτρέπεται ιστορικά/συγκειμενικά μιλώντας να κάνεις μια ίσια ταινία γι’ αυτόν. Ίσως και γι’ αυτό δεν προσπάθησε κανείς ως τώρα να κάνει μια μεγάλου μήκους ταινία διασκευή στο Μια Εποχή στην Κόλαση.

-Ο Walter Benjamin μιλάει για την ιστορία ως ερείπια και για την ανάγκη να «βουρτσίσουμε την ιστορία ενάντια στο ρεύμα». Πώς διαλέγεις αυτή την προσέγγιση στο Uchronia, δημιουργώντας εναλλακτικές χρονικές γραμμές και επαναπροσεγγίζοντας στιγμές queer, και όχι μόνο, επανάστασης;

Φυσικά η σχολή της Φρανκφούρτης γενικότερα μας έχει επηρεάσει, τόσο ο Benjamin όσο και ο Adorno. Αυτοί οι δυο γράφουν και σε μια εποχή που είναι όλα ερείπια. Συχνά ξεχνάμε πόσο τραυματικός ήταν ο 20ος αιώνας για την ανθρώπινη ιστορία. Δηλαδή μπορεί πάντα να υπήρχαν εθνοκαθάρσεις και βαρβαρότητες, αλλά αυτή η εκβιομηχάνιση του κακού και οι παγκόσμιοι πόλεμοι που βάζουν σε κίνδυνο έναν ολόκληρο πλανήτη είναι άλλη πίστα. Μπορούμε να επανέρθουμε ως ανθρωπότητα από αυτό; Δεν ξέρω να σου πω την αλήθεια αν υπάρχει «ποίηση μετά το Άουσβιτς». Για μένα αυτό το «μετά» δεν σημαίνει πως δεν μπορούν οι άνθρωποι να ξανα-πιστέψουν, συγκινηθούν κλπ., αλλά δεν μπορούμε να πάμε πίσω σε μια έννοια της τέχνης που θεωρεί πως οι βαρβαρότητες του 20ου (και 21ου;) αιώνα είναι απλά μια υποσημείωση. Δε γίνεται να αυτοκοροϊδευόμαστε περί ωραίου σαν νεοκλασικιστές. Ή μάλλον γίνεται, αλλά μετά ας μην αναρωτιόμαστε πώς ήρθε ο φασισμός πίσω πάλι.

Μέσα από τα ερείπια πάντως βγαίνουν (ακόμα, τουλάχιστον) λουλούδια, οπότε το να ψάχνεις να τα μαζέψεις είναι σημαντικό. Όλα τα φαντάσματα της κουήρ και επαναστατικής ιστορίας είναι μαζί μας, είμαστε πάντα εκατομμύρια άνθρωποι μαζί. Το να τραβάμε τις γραμμές που θέλουμε για να βρούμε συμπαράσταση σε περασμένες γενιές είναι μια πρακτική της ελπίδας που την προτείνω ανεπιφύλακτα. Σας τη σπάσαν τα κουήρια ή οι αναρχικοί στην πόλη σας με τις εσωτερικές τους κόντρες; Ε, ένα γρήγορο φανταστικό τσατάρισμα με Emma Goldman ή Sylvia Rivera, θα βοηθούσε.

-Το Uchronia αναφέρεται συνειδητά στην ιστορία του πειραματικού queer σινεμά (Jack Smith, Kenneth Anger, Barbara Hammer κ.ά.). Ποιοι σε έχουν επηρεάσει πιο πολύ από την παράδοση του 20ού αιώνα (underground, avant-garde, dissident freaks) και εάν και πώς διαλέγεις να οδηγήσεις ξανά την avant-garde και το queer ριζοσπαστισμό προς τα αριστερά, εκεί όπου ανήκαν αρχικά, κατά το πρότυπο του Γάλλου φιλόσοφου, συντάκτη της Liberation και μέλους του Front Homosexuel d’Action Revolutionnaire το 1971, Guy Hocquenghem;

Ωχ, δύσκολο να μην αφήσω έξω πολύ σημαντικά ονόματα. Όλα αυτά που αναφέρεις μου είναι εξαιρετικά αγαπημένα, από τα κουηροφεμινιστικά θα πρόσθετα τον Markopoulos, τη VALIE EXPORT, τον Parajanov, την Αγγελίδη, την Ottinger, τον Jarman, τη Dulac, t@ Rosa von Praunheim και γενικότερα τον Vertov, τον πρώιμο Lynch, τον Greenaway, τους Laibach/NSK, τους αδερφούς Quay… είναι πάρα πολλά, τι να πρωτοπώ, τρέφομαι με art cinema και avant-garde με τους κουβάδες.

Ως προς το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου, δεν είμαι σίγουρος ότι η avant-garde κι ο κουήρ ριζοσπαστισμός έφυγαν ποτέ από την αριστερά (άλλωστε σε γενικές γραμμές η δεξιά δεν τα καταλαβαίνει αυτά όσο και να προσποιείται). Απλά με τα χρόνια, όσο στην κουήρ κουλτούρα γίναμε όλο και πιο κανονικοί και βαρετοί όπως είπα νωρίτερα, αντίστοιχα επίσης γύρω από την έννοια της πρωτοπορίας φτιάχτηκαν ψεύτικοι θεσμικοί κλώνοι της που αποπροσανατολίζουν. Ένα φεστιβάλ avant-garde κινηματογράφου που έχει αφιέρωμα στον Γαβρά προδίδει όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά ένα ολόκληρο ιστορικό ρεύμα και ερευνητικό πεδίο. Ίσως ακούγομαι αυστηρός, αλλά ο Γαβράς δεν ανήκει στο avant-garde σινεμά από καμιά μεθοδολογική σκοπιά και δεν πρέπει να καταλαμβάνει έναν τέτοιο χώρο. Αντίστοιχα, δε γίνεται οι Κάννες να έχουν ειδική μνεία στο Θέλμα και Λουίζ – δε λέω, κιουτ ταινιάκι και ως 13άχρονο μου είχε φανεί συγκινητικό το κάπως φεμινιστικό του μήνυμα, αλλά όχι και για τις Κάννες, ειδικά με το δεδομένο πως παραμένει μια ταινία σκηνοθετημένη από άντρα. Οι θεσμοί έχουν μια ερευνητική και ιστορική υποχρέωση που ξεχνάνε αυτές τις μέρες. Όμως το ότι οι θεσμοί του κινηματογράφου είναι στην πιο αδύναμη και δειλή φάση τους από τα 60s (ίσως επειδή τους κόβουν τις χρηματοδοτήσεις και πρέπει να βουτυρώσουν τη χι ψι κυβέρνηση με χάρες), δε σημαίνει πως δεν υπάρχει avant-garde κινηματογράφος ή κουηρ πειραματιστά της αριστεράς. Δε θέλω να ακούγομαι καθόλου σαν όλους αυτούς που έχουν μανία με το παρελθόν! Υπάρχουν πάρα πολλά ενδιαφέροντα πρωτοποριακά πράγματα και σήμερα και πάντα και έχω προσπαθήσει στη ζωή μου να τα αναδείξω όσο μπορώ ως επιμελητής. Απλά στην Ελλάδα ειδικά δε θα τα βρείτε γενικά στα ιδρύματα τέχνης.
Επίσης για τον Hocquenghem να πω απλά πως πρέπει να τον ξανα/διαβάσουμε επειγόντως άμεσα!

-Ποια άλλα πρότζεκτ που έχεις εμπλακεί (πειραματικά, video poems, performances) θεωρείς ότι έχουν διαμορφώσει τη δουλειά σου μέχρι σήμερα;

Περιγραμματικά θα αναφέρω τη συμμετοχή μας στην μπιενάλε AGORA το 2013 οπού οργανώσαμε ένα «καταστασιακό μπουρλέσκ» με 50+ καλλιτέχνα (ο Adam της documenta ήταν εκεί και έκλεβε ιδέες χαχαχ), τα Δοκούμενα (2017-18) που ήταν η πιο στοχευμένη καλλιτεχνική επίθεση στις αποικιοκρατικές τακτικές της Documenta, τις Queer Αναγνώσεις της Λένας Πλάτωνος (2018), ένα σπαρακτικό tribute από κουήρ περφόρμερς λίγες μόνο βδομάδες μετά τη δολοφονία της Zackie, τη διαδικτυακή έκθεση 200 Χρόνια Ασφυξία (2021) που μας έφτασε σε ακροδεξιά πρωτοσέλιδα, εκπομπές τύπου Καμπούρη και παραλίγο μηνήσεις για ανθελληνισμό, το φεστιβάλ H(e)avens (2023), που είναι η μόνη περίπτωση τόσο μεγάλου ιβέντ για την παρέμβαση των ιδιωτικών ιδρυμάτων στον πολιτισμό και τέλος τα ΥΓΡΑ (2024) στο ΚΕΤ που ήταν η επιστροφή μας με το Φοίβο στο σκηνικό περφόρμανς, ένα έργο για την εποχή του τέλους της πληροφορίας. Να σου πω την αλήθεια, επειδή έχω συνεργαστεί με εκατοντάδες ανθρώπους ανά τα χρόνια, ακόμα και το να κάνω αυτή τη λίστα μου φαίνεται περίεργο γιατί πραγματικά δε θα ήθελα να υποβιβάσω τίποτα. Δε δουλεύω με commissions, πράγμα που σημαίνει πως κάνω μόνο πράγματα που αγαπώ. Κλισαδούρα, αλλά ισχύει!

-Αγαπάς και δραστηριοποιείσαι και στην Ίριδα. Πώς ξεκίνησε η συνεργασία/δραστηριότητά σου με τον χώρο της; Τι ρόλο παίζουν τέτοιοι ανεξάρτητοι κινηματογραφικοί χώροι στην Αθήνα για τον πειραματικό και queer κινηματογράφο σήμερα;

Όταν ήρθα χρόνια πριν στην Αθήνα είχα σκεφτεί πως θα μου άρεσε κάπως να συνδεθώ με το πανεπιστήμιο και να συνομιλήσω με τα φοιτητά για τον πειραματικό κινηματογράφο. Ανά τα χρόνια αυτό αποδείχθηκε αδύνατο, δηλ. που ακριβώς να γινόταν; Από τη μια έχεις μια ΑΣΚΤ η οποία ακόμα διδάσκει νεοκλασικό σχέδιο, από την άλλη έχεις μια σχολή κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη που στους μαθητές ζητάνε σενάρια που ακολουθούν αριστοτελική αφήγηση. Με άλλα λόγια, ακόμα τις περιμένουμε στην ελληνική εκπαίδευση τις πρωτοπορίες του 20ου αιώνα, waiting for Godot… Φυσικά υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που κάνουν μια προσπάθεια από δω κι από κει, αλλά γενικά είναι άνθρωποι που πηγαίνουν κόντρα στις επιταγές της ντόπιας ακαδημίας.

Όταν μου κάναν την πρόταση τα παιδιά που τρέχουν την Ίριδα να κάνω μια σειρά σεμινάρια, τη δέχτηκα με πολλή χαρά παρά το ότι ήταν αρκετή εθελοντική εργασία για μένα και τα συνεργάτα μου. Και η σειρά είχε πάρα πολύ κόσμο και τρομερά ζωντανές και έντονες συζητήσεις. Αισθάνθηκα πως κάναμε κάτι ιστορικό εκεί και χάρηκα πολύ. Διάφορα άτομα έρχονταν και μου μιλούσαν μετά για τη δουλειά τους και μου κάναν παράπονα για τους αρτηριοσκληρωτικούς θεσμούς της εκπαίδευσης. Είναι φανταστικό το ότι τα παιδιά τρέχουν έναν ανεξάρτητο κινηματογραφικό χώρο και κάνουν ό,τι θέλουν εκεί και ελπίζω πραγματικά το κράτος να μην τους το πάρει, αν και με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση τα πράγματα είναι αρκετά δύσκολα.

-Το LALA (ή ΛΑΛΑ) είναι ένας συλλογικός/queer χώρος. Πώς λειτουργεί, τι είδους εκδηλώσεις φιλοξενεί και πώς συνδέεται με την ευρύτερη πειραματική κοινότητα της Αθήνας;

Το ΛΑΛΑ είναι ένα κουηρόσπιτο που ανοίξαμε λίγο μετά την εποχή των lockdowns. Μέσα στη συνθήκη καταστολής που ζούσαμε τότε, σκεφτήκαμε κάποια άτομα πως θα ήταν ωραίο να είχαμε ένα χώρο που δεν είναι ούτε δημόσιος ούτε ιδιωτικός ακριβώς. Και έτσι πιάσαμε ένα διαμέρισμα στη Δεριγνύ, στο οποίο πιο πριν έμενε η legendary καλλιτέχνιδα Veronique Tromokratisch. Ο χώρος έχει πολλαπλές χρήσεις: καλλιτεχνικό στούντιο, φιλοξενία residents, μικρά δημόσια ιβέντς, έρευνα, αλλά και πάνω απ’ όλα παραμένει ένα σπιτάκι στο οποίο μπορούμε τα μέλη να φάμε και να αράξουμε. Είναι μια πολύ διαφορετική πρόταση συνεύρεσης, η οποία μάλιστα με το να μην καταλαμβάνει πολύ εμφανή χώρο στη γειτονιά, απαντάει λίγο στην ερώτηση του πώς μπορούμε να φτιάξουμε ασφαλείς χώρους σε ευαίσθητες δημογραφικά περιοχές χωρίς να υποστηρίζουμε οπτικά το gentrification. Μέσα σε 4 χρόνια έχουμε κάνει 80 ιβέντς, έχουμε ξεκινήσει αρχείο λόκαλ κουήρ ιστορίας κλπ κλπ. Είναι δύσκολο φυσικά να τρέχεις έναν τελείως DIY χώρο χωρίς οικονομική υποστήριξη και το κάνουμε από το υστέρημά μας.

-Επομένως το queer για σένα είναι ακόμα εργαλείο ριζοσπαστικής πολιτικής ή θεωρείς ότι έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό lifestyle και καταναλωτικό προϊόν; Σε ρωτάω και σε σχέση με συστημικούς θεσμούς όπως το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, όπου κάποια στιγμή ενώ κλήθηκες να μιλήσεις σε ημερίδα για το έμφυλο, στο τέλος αφαιρέθηκε η παρουσίαση σου. Τελικά ποιο και πόσο queer χωράει σήμερα στους θεσμούς; Το εξωτικοποιημένο, όπως παλιά, ή το γνήσια punk και καταστασιακό;

Πιστεύω ακράδαντα πως μπορεί και σήμερα να υπάρξει κουήρ που είναι ριζοσπαστικό. Όχι – δεν παραδίδουμε με τίποτα τα όπλα που χτίζαμε δεκαετίες. Ένας φίλος μου στο Βερολίνο που ήρθε να δει το Uchronia μου είπε πως θεωρεί πως παρά το ότι ήμασταν στην Berlinale νιώθει πως αυτή η ταινία δεν αφομοιώνεται θεσμικά με τίποτα. Μου φάνηκε το πιο ωραίο σχόλιο για το έργο.

Οι ελληνικοί θεσμοί κάνουν μια μικρή προσπάθεια αφομοίωσης και σιδερώματος του κουήρ, αλλά το θέλουν τόσο καθαρό και γυαλισμένο που όταν όντως τους τυχαίνει να βγει εκτός ελέγχου, το κόβουν από την ιστορική αφήγηση, κάνουν μια διακριτική αποσιώπηση, ένα silencing κομματιού της ιστορίας. Η περίπτωση που αναφέρεις στο Φεστιβάλ Αθηνών έχει να κάνει με μια ημερίδα που λεγόταν το «Καθ’ Ημάς Κουιρ» ή κάτι τέτοιο. Είχαμε καλεστεί εκεί να μιλήσουμε για το κουήρ περφόρμανς άτομα που είχαμε φάει χρόνια και ζαμάνια τα πετσιά μας σ’ αυτές τις σκηνές, μαζί με διάφορα άλλα άτομα του ευρύτερου χώρου του θεάτρου, κάποια εκ των οποίων βρέθηκαν να κάνουν κουήρ γιατί ήταν της μόδας, το εξωτικό που λες κι εσύ. Κατά τη διάρκεια του ιβέντ ακούσαμε ομοφοβικές και τρανσφοβικές παπάντζες σε σημείο που μετά το διάλειμμα κάποια άτομα αποφασίσαμε αντί για παρουσίαση να κάνουμε μια παρέμβαση, ένα χάππενινγκ/περφόρμανς αρκετά αναρχικό, στο οποίο γδυνόμασταν, φασωνόμασταν, ουρλιάζαμε, κάναμε πασαρέλες κλπ.

Η παρέμβασή μας (που καταχειροκροτήθηκε από το κοινό εκεί) είχε τραβηχτεί σε κάμερα από το Ίδρυμα Μποδοσάκη για να αρχειοθετηθεί, μαζί με όλη την υπόλοιπη ημερίδα. Λίγες μέρες μετά, έλαβα ένα μέιλ από τα οργανωτά πως η παρουσίασή μας δε θα αρχειοθετηθεί (η μόνη απ’ όλο το συνέδριο), παρουσιάζοντάς μου κάποια αστεία δικαιολογία γι’ αυτό, του στυλ ότι δεν τους είχαμε ενημερώσει από πριν πως θα κάναμε περφόρμανς. Αυτό όπως καταλαβαίνεις ήταν ξεκάθαρη περίπτωση λογοκρισίας και δυστυχώς οι οργανωτές της ημερίδας δεν επέμειναν στους Μποδοσακαίους ότι αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Ούτε καν μας στείλαν ποτέ το υλικό που ζήτησα τότε, δηλαδή μας τραβήξαν βίντεο και απλά το εξαφάνισαν. Θα’θελα πάρα πολύ να είχα τα πλάνα για ιστορικούς λόγους, αλλά έχουμε μόνο κάποιες φωτός από κινητά.

-Πώς συνδέεις το drag και την performance με την αποδόμηση εθνικισμού, θρησκείας, φυλής και φύλου στην Ελλάδα του σήμερα; Μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία πολιτικής παρέμβασης;

Το drag ως κομμάτι του κουήρ περφόρμανς θεωρώ πως είναι πολιτικό εργαλείο και μέσα σε αυτό όλα τα στοιχεία ταυτότητας που αναφέρεις είναι απολύτως αλληλένδετα. Φυσικά καταλαβαίνω πως υπάρχει κι ένα κομμάτι drag αλλά και κουήρ περφόρμανς που είναι μόνο για διασκέδαση, ίσως αυτό που είχα πει σε μια συνέντευξη στο Antivirus «το κουίρ με γιώτα», χα! Αλλά αφήνοντας στην άκρη τα της ορθογραφίας, ναι, δε θεωρώ πως στην πραγματικότητα έχουν αφομοιωθεί καθόλου οι ΛΟΑΤΚΙ ταυτότητες με την ελληνική κοινωνία, ούτε δηλαδή για τα μάτια του κόσμου που λέμε. Μπορεί να έχει ψηφιστεί το ένα ή το άλλο, αλλά φοβικές συμπεριφορές είναι παντού γύρω μας. Όταν γυρνούσαμε μια σκηνή του Avant-Drag! στο Μοναστηράκι, ήρθαν κάποιοι τύποι και είπαν «αφαιρέστε την ελληνική σημαία που κρατάει το τραβέλι [sic] γιατί θα υπάρξει πρόβλημα». Νομίζω πως το να φτύνει ένας αναρχικός την ελληνική σημαία μπορεί να είναι πιο οκ για τους φασίστες από το να σπάει πλάκα μαζί της μια drag queen. Και ναι, το γύρισμα της ταινίας δεν ήταν ασφαλής διαδικασία.

-Ως ΦΥΤΑ, στη μετα-μοντέρνα όπερα Οrfeas 2021 που προανέφερες, οραματίστηκες μία προοδευτική gender κυβέρνηση που θα άλλαζε τα πράγματα προς το καλύτερο. Υπάρχει ακόμα ζωντανό αυτό το όνειρο; Μπορεί η τέχνη να λειτουργήσει πραγματικά ως αντίσταση όταν στην πραγματικότητα, η συστημική αριστερά εργαλειοποιεί την ελεύθερη έκφραση, η ακροδεξιά ενισχύεται, και τα ιδρύματα πιέζουν για «ουδετερότητα» και pink washing συμπερίληψη;

Για να τα λέμε με ακρίβεια, επειδή εκτός από αριστερός είμαι και λίγο αναρχικούλης, δεν έχω οραματιστεί κάποιο όνειρο ΛΟΑΤΚΙ κυβέρνησης και στην ταινία αν μη τι άλλο εξετάζουμε αν κάτι τέτοιο όντως θα είχε τελικά σημασία, ειδικά σε μια χώρα σαν την Ελλάδα… Το ORFEAS2021 είναι ένα πρότζεκτ για τα όρια των πολιτικών της ταυτότητας σε πλαίσιο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ανοίγοντας ακριβώς τα ζητήματα που λες και φέρνοντας πολιτικές κριτικές που κάνουν την έννοια των ΛΟΑΤΚΙ δικαιωμάτων ασύμβατη με τα «αναγκαία κακά» στα οποία χρειάζεται να υπακούσει μια κυβέρνηση για να επιβιώσει. Ο Ορφέας που παρουσιάζουμε εμείς είναι τελικά ένας νεοφιλελεύθερος γκέι πρωθυπουργός και ναι αυτό που σίγουρα φανταστήκαμε λίγο πριν συμβεί ήταν η ύπαρξη ενός πιθανού Στέφανου Κασελάκη! Ξέρουμε όλα μας πως πήγε το πρότζεκτ του συγκεκριμένου.

Παρ’ ολ’ αυτά, πιστεύω πως είναι σημαντικό σε στιγμές ζόφου όπως σήμερα να παίρνουμε μια ανάσα και να μετράμε τις νίκες. Για παράδειγμα, αναφέρεσαι στο pinkwashing. Ναι, την τελευταία δεκαετία ή και εικοσαετία βλέπουμε μια απροκάλυπτη χρήση των ΛΟΑΤΚΙ δικαιωμάτων για να υποστηριχτεί η δυτική αποικιοκρατία, η ισλαμοφοβία κλπ κλπ. Ναι, έχουμε περιπτώσεις όπως το φαινόμενο των TERFs που είναι ένα απαράδεκτο πισωγύρισμα της κοινότητάς μας σε κάτι ακραία συντηρητικό και φονταμενταλιστικό. Αλλά συγχρόνως υπάρχει και έντονη αντίδραση σ’ αυτά. Δηλαδή μπορεί το Ισραήλ να χρησιμοποιεί τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα για να αποπροσανατολίσει ή και δικαιολήσει τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη ή για να κρύψει το ότι τελικά είναι ένα θεοκρατικό ρατσιστικό κράτος, αλλά συγχρόνως αν δεις πόσο μεγάλο κομμάτι του ίντερνετ μιλάει σήμερα για το pinkwashing, η διαφορά είναι τεράστια με πριν από 10-15 χρόνια. Θα μου πεις έπρεπε να σκοτωθούν χιλιάδες Παλαιστίνοι για να καταλάβουμε τί είναι το pinkwashing; Επίσης το να μετράμε τα σημαντικά δε σημαίνει πως δεν αναγνωρίζουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης ως ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα που καταλήξαμε στο pinkwashing. Δηλαδή μήπως για πολλά χρόνια παρτάραμε κοντά στο χείλος της καταστροφής;

Όμως επειδή είναι εύκολο απλά να παραιτηθείς και επειδή η απαισιοδοξία και το doomscrolling είναι κάτι που αγαπάει η αριστερά, εγώ αντιπροτείνω στα έργα μου έστω και μια επιτελεστική έννοια της ελπίδας. Όπως γράφει και ο Γκράμσι από τη φυλακή που τον βάλαν οι φασίστες, το ότι είμαστε πεσιμιστές γιατί έχουμε επίγνωση, δε σημαίνει πως συγχρόνως δεν είμαστε και οπτιμιστές γιατί απλά αποφασίζουμε να είμαστε.

-Αναφερθήκαμε ήδη σε περιστατικό λογοκρισίας. Πώς έχεις βιώσει τη λογοκρισία ή τυχόν πιέσεις για αυτολογοκρισία στα έργα σου; Με το Avant-Drag! στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης υπήρξαν συγκεκριμένες πιέσεις, περιορισμοί ή αντιδράσεις λόγω της αντι-εθνικιστικής και ριζοσπαστικής στάσης σου; Πώς επηρεάζει αυτό τη δημιουργική διαδικασία της κινηματογράφισης;

Στην Ελλάδα γενικά δε λογοκρίνουν με την παραδοσιακή έννοια, δηλαδή δε σου λένε «αυτό απαγορεύεται, πρέπει να πεις κάτι άλλο» (ίσως σε κάποια ιδρύματα δηλαδή το κάνουν, αλλά εμένα δε μου έχει τύχει τόσο εμφανές). Επειδή είναι σημαντικό για την Ελλάδα να τα έχει καλά με την ευρωπαϊκή ένωση, τηρείται μια στοιχειώδης κλασική ευρωπαϊκή ελευθερία του λόγου. Όμως όπως ξέρεις η λογοκρισία δεν έχει μόνο να κάνει με απαγόρευση ή κόψιμο μέρους ενός έργου, αλλά και με πιο πλάγια μέσα. Δηλαδή στην Ελλάδα σε βάζουν σε μαύρες λίστες, δεν αρχειοθετούν τη δουλειά σου, δεν αναφέρεσαι στα μίντια και διάφορα άλλα, θάβουν δηλαδή την εργασία σου πλαγίως θεσμικά. Επίσης στις πλάγιες λογοκρισίες θα έβαζα και το πώς οι θεσμοί έχουν «προτιμήσεις» σε ένα είδους τέχνης από άλλο. Εγώ έχω υπάρξει τυχερός να μην βιοπορίζομαι καθημερινά στην Ελλάδα, οπότε δεν έχω αυτό-λογοκρίνει ποτέ αυτά που κάνω και όπως μπορείτε να δείτε και σ’ αυτή τη συνέντευξη ούτε αυτά που λέω!

Ας δούμε την περίπτωση του Avant-Drag! και της σχέσης του με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Όταν η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Ρότερνταμ και ψηφίστηκε 10η αγαπημένη του κοινού από πάνω από 400 ταινίες, μας πλησίασαν από τη Θεσσαλονίκη για να δείξουμε την ταινία στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ. Δεχτήκαμε γιατί σε γενικές γραμμές μας φαίνεται ένα ενδιαφέρον φεστιβάλ. Λίγες μέρες πριν από την προβολή της ταινίας, έγινε στην Αριστοτέλους το συμβάν που μια ομάδα εφήβων κυνηγούσαν δυο τρανς άτομα, ένα είδος μίνι πογκρόμ. Μας τάραξε πολύ σαν συνθήκη αυτό και σκεφτήκαμε αμέσως τη θέση μας – δηλαδή να πάμε εμείς εκεί με μια ταινία να μιλήσουμε για την κουήρ ελευθερία όταν στον ίδιο δρόμο συνέβη αυτό. Αναρωτιόμασταν αν ξεπλένουμε έτσι τη Θεσσαλονίκη. Ρωτήσαμε μάλιστα και το φεστιβάλ αν έχει πάρει κάποια μέτρα ασφαλείας με αφορμή το περιστατικό ή αν μπορούσε να μας υποστηρίξει κάπως επιπλέον (πχ θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ταξιά/αμαξάδες για τις κουήνες) αλλά μας είπαν όχι. Σχεδόν σκεφτήκαμε να μην εμφανιστούμε καθόλου, αλλά τελικά αποφασίσαμε να πάμε, κάνοντας ένα καταστασιακό στέητμεντ για το περιστατικό. Ζητήσαμε λοιπόν από το άτομο στο οποίο είχαν επιτεθεί να μιλήσει στο κοινό μετά την ταινία και ντυμένες τρελά και πολύχρωμα σηκώσαμε μια γιρλάντα τύπου σχολικής γιορτής ή χριστουγεννιάτικη που έλεγε “Destroy Greece”. Ήταν αστεία και συγκινητική η δράση και καταχειροκροτήθηκε.

Λίγες μέρες αργότερα και ενώ παράλληλα είχαν γίνει αυτά που έγιναν με τα Αδέσποτα Κορμιά και υπήρχε ένταση, η εικόνα με τη γιρλάντα, βγήκε από το συγκείμενό της και άρχισε να κάνει το γύρο του ακροδεξιού και χριστιανο-ψεκ δικτύου με σχόλια από κάτω να πεθάνουμε, να μας σκοτώνουν όπως στη Ρωσία κλπ. Εκεί κρίθηκε κάτι σημαντικό – ποια θα ήταν η θέση του Φεστιβάλ. Δυστυχώς το Φεστιβάλ έκανε δημόσια δήλωση πως διαχωρίζει τη θέση του απ’ αυτή την παρέμβαση, πως δεν είχε ενημερωθεί και ούτε συμφωνεί με τη δράση της γιρλάντας (λες και πήγαμε με μολότοφ εκεί, χαχαχα, δηλ λίγο χιούμορ ρε κούκλες). Είτε επειδή είχαν καεί με τα Αδέσποτα είτε επειδή παραήταν ακραίο το δικό μας (σημείωση πως έχει υπάρξει χρόνια πριν η μπιενάλε Destroy Athens, δηλαδή σιγά πια), δεν ξέρω αν πήραν κανένα μέμο κι από το υπουργείο, όπως και να’χει σα να λέμε πλαγίως ξεπλύναν τους φασίστες και αδειάσαν την αντιφασιστική ταινία που είχαν επιλέξει στο πρόγραμμά τους. Επίσης σε αυτό ενδεχομένως έπαιξε ρόλο και το ότι έκανα δήλωση για την έλλειψη παλαιστινιακών ταινιών στο φεστιβάλ όταν πήρα βραβείο της επιτροπής.

Και βέβαια έχει ενδιαφέρον να δούμε τι συμβαίνει στη συνέχεια στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ιστορικά. Μετά από ένα πολιτικά δυνατό φεστιβάλ ντοκιμαντέρ (είχε γραφτεί αρκετά πως το 2024 ήταν ίσως το πιο μάχιμο που είχαμε δει) και μετά την εξαιρετικά συντηρητική δήλωση της Μενδώνη πως αυτής πάντως της αρέσει ο κλασικός ελληνικός κινηματογράφος, φτάνουμε στο να κάνουν αφιέρωμα στον παλιό καλό (κακό) ελληνικό κινηματογράφο και τις Βουγιουκλάκες. Έτσι δηλαδή βλέπουμε πώς συντηρητικοποιείται σε μια μέρα ένα ολόκληρος θεσμός και στη συνέχεια αρχίζει και ψάχνει και ένα κουήρ ασφαλές, που δεν πολυταράζει και μπαίνει λίγο ως γαρνιτούρα. Μου αρέσει πάντως σαν σκέψη πως ήμασταν ανάμεσα σε μια σειρά από πολιτικές ταινίες του 2024 που τους ταράξαμε τόσο που έπρεπε να επιστρέψουν σε κάτι ασφαλές πολιτικά. Απ’ αυτή την άποψη την κάναμε τη δουλειά μας. Δε μου φαίνεται σύμπτωση ότι το φεστιβάλ δεν έχει επικοινωνήσει καθόλου μαζί μας για το Uchronia, πράγμα που κανονικά είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο για ελληνική ταινία που κάνει διεθνή πρεμιέρα σε τόσο μεγάλο ξένο φεστιβάλ. Αλλά κάπως το περιμέναμε γιατί αντίστοιχα δεν κάλεσαν κανένα άτομο από τον underground πολιτικό πειραματικό κουήρ χώρο στο αφιέρωμα στον Κούτρα την επόμενη χρονιά, και προτίμησαν να έχουν συμμετέχοντα καλλιτεχνά και ακαδημαϊκά είτε τελείως μέινστριμ είτε που δεν είχαν καν να κάνουν με κουήρ φιλμ, καταλήγοντας τελικά και σε ένα ιβέντ αντιστοίχως νερόβραστο… Πες το gatekeeping, πες το blacklisting, πες το ό,τι θες.

-Στη Berlinale 2026 με το Uchronia, μέσα σε ένα ευρύτερο κλίμα έντονων συζητήσεων για λογοκρισία, ελευθερία λόγου, κατηγορίες για «απολιτικό» προγραμματισμό μα και πολιτικές πιέσεις, πώς βίωσες εσύ προσωπικά αυτή την ατμόσφαιρα; Το φιλμ σου ή η παρουσία του επηρεάστηκε άμεσα από ζητήματα λογοκρισίας ή αυτολογοκρισίας; Πώς βίωσες το κλίμα του να δημιουργείς και να παρουσιάζεις στο Βερολίνο του 2026; Φέρει άραγε στοιχεία Μεσοπολέμου;

Για να είμαι ειλικρινής, εμείς δε βιώσαμε άμεσα λογοκρισία από το ίδιο το Φεστιβάλ και ειδικά από το Forum Expanded του οποίου ήμασταν μέρος. Σε γενικές γραμμές, τα άτομα από το δικό μας τμήμα ήταν υποστηρικτικά θα έλεγα του ότι θέλαμε να κάνουμε ένα μεγάλο πολιτικό στέητμεντ και στο τέλος μας είπαν πως κάναμε κάτι μάλλον ιστορικό. Αλλά η γενικότερη ατμόσφαιρα στο φεστιβάλ θα έλεγα πως ήταν πολιτικά ψόφια, δηλαδή πού να βρεις την άλλοτε μάχιμη θέση αυτού του φεστιβάλ! Ως προς τη συνολικότερη ατμόσφαιρα, έχω πολλά φίλα στο Βερολίνο και έχω υπόψη μου πως έπαιξε τρελή καταστολή σε πορείες για την Παλαιστίνη, δηλαδή δεν λέω πως δεν ισχύουν αυτά που βλέπουμε στα σόσιαλ, απλά ίσως είναι σημαντικό να καταλαβαίνουμε πως ένα φεστιβάλ παραδοσιακά αριστερό έχει μέσα ακόμα πολλούς όντως αριστερούς ανθρώπους.

Όταν φτάσαμε εκεί ψάχναμε άλλες ταινίες για να κάνουμε κοινό στέητμεντ, να νιώσουμε αν υπάρχει κάποιο ομαδικό μομέντουμ αλλά για να είμαι ειλικρινής, δεν το βρήκαμε. Δηλαδή η απολιτίκ στροφή έχει σίγουρα συμβεί. Καταλήξαμε να φτιάχνουμε το πανό της διαμαρτυρίας μας με συντρόφια από την Palinale, δηλαδή το φεστιβάλ απέναντι στην Berlinale. Μας ήταν πολύ σημαντικό ότι άτομα από κει μας στήριξαν και θεωρούσαν πως είναι σημαντικό να γίνει κάτι και μέσα στην Berlinale, ασχέτως με το αν οι ίδιοι μποϊκόταραν. Όταν πήγαμε στο πάρτυ της Palinale μετά την πρεμιέρα μας, μας κάναν πολλές ερωτήσεις και ήταν όλοι πολύ γλυκοί μαζί μας και μας είπαν πολλές φορές μπράβο. Υπήρξε αλληλεγγύη και μια κατανόηση πως πολιτική γίνεται με πολλούς τρόπους. Οι ελληνικές πολιτικές σκηνές που συχνά πιστεύουν πως υπάρχει μόνο ένας τρόπος να σταθείς απέναντι στα θέματα έχουν πολλά ακόμα να μάθουν.

Στα διεθνή μίντια δε θα έλεγα πως έπαιξε κράξιμο της δράσης κατά του Wenders και ειδικά στα σόσιαλ μας υποστήριζαν άπειρα. Τα ελληνικά μίντια είχαν πάλι την πρωτιά του ναδίρ. Σε μια δημοσίευση χωρίς προηγούμενο, ο Ζουμπουλάκης άρχισε να μιλάει για το ήθος μας και ότι δεν έχουμε τρόπους και δεν ξέρουμε τι σημαίνει ένας τέτοιος κινηματογραφιστής σαν τον Wenders, μάλιστα χωρίς να καλύψει κατά τ’ άλλα τη μόνη ελληνική παραγωγή στο φεστιβάλ! Τι να του εξηγήσεις εκεί, ότι για τί τρόπους μου μιλάς ρε φίλε όταν πεθαίνουν παιδάκια; Ή ότι ακριβώς επειδή αγαπάω το σινεμά του Wenders και το σινεμά γενικότερα (και αυτό έχω φάει τη ζωή μου να σπουδάζω, όχι δημοσιογραφία όπως εσύ), γι’ αυτό το λόγο οφείλουμε να πούμε στον Wenders σύνελθε; Μετά το άρθρο είδα ένα κομμάτι της αρτηριοσκληρωτικής ιντελιγκέντσιας δεξιάς ΚΑΙ αριστεράς (κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά όχι μόνο) να συντάσσεται μαζί του περί ήθους – ακόμα και κωμικοτραγικά παραδείγματα όπως ότι μεταφραστής του Guy Debord μας κατηγορούσε στο facebook πως δεν έχουμε τρόπους χαχαχαχ – του Debord επαναλαμβάνω! Δε σου κρύβω πως διαβάζοντας τόσους πολλούς συντηρητικούς συστημικούς ψευδο-ιντελέξουαλς εκείνες τις μέρες, μου πέρασε από το μυαλό μήπως το Destroy Greece να μην το εννοούμε μεταφορικά τελικά, αλλά πάτα το κουμπί να τελειώνουμε.

-Πάτα το κουμπί Φιλ! Όμως η απάντηση σου σε όλους αυτούς ήρθε με την αποδοχή του Uchronia, όπου θεωρώ ότι έλαβες ενθουσιώδη ανταπόκριση, και από κοινό και κριτικούς.

Πάει καλά γενικότερα, ναι! Στο Βερολίνο έκανε δυο sold out προβολές και μετά άλλες τέσσερις στο Λονδίνο – ήμασταν στο BFI Flare, που μάλιστα μας έκανε εντύπωση που το πήρανε γιατί είναι σούπερ μέινστριμ φεστιβάλ. Λίγες μέρες πριν, παίξαμε στη Νέα Υόρκη στο Prismatic Ground που είναι το πιο ράντικαλ φεστιβάλ πειραματικής εικόνας στις ΗΠΑ, γίνεται σε συνεργασία με το Anthology Film Archives, εκεί που κάποτε έδειχναν τις ταινίες τους ο Jack Smith ή ο Kenneth Anger, πρόσωπα που εμφανίζονται στο δικό μας φιλμ… Ήρθε στην προβολή η τρομερή Penny Arcade, που ήταν φίλη με τον David Wojnarowicz και τη Marsha P. Johnson! Καταλαβαίνεις, όλο αυτό είναι πολύ συγκινητικό. Τα Q&As εν τω μεταξύ είναι πολιτικά έντονα, κάποιες φορές εκρηκτικά. Οι κριτικοί που το έχουν δει ψήθηκαν, δηλ. έχει πάρει καμιά δεκαριά πολύ θετικά reviews, ειδικά για τα δεδομένα τόσο δύσκολης ταινίας. Και βέβαια χωρίς να έχει πλάτες κάποιου μεγάλου στούντιο παραγωγής όπως σχεδόν όλες οι ελληνικές ταινίες που ταξιδεύουν. Μην ξεχνάς πως όλο αυτό το τρέχουμε μόνοι μας, πράγμα τρομερά δύσκολο. Φαντάσου αφού κάνεις μια ολόκληρη ταινία με λίγα χρήματα, πάνω εκεί στη φάση που είσαι πτώμα, στη συνέχεια να πρέπει να τρέχεις και το press, το PR, τα σόσιαλ μίντια, να στέλνεις σε φεστιβάλ κλπ κλπ. Θα το έλεγα εξουθενωτικό. Είναι πολύ διαφορετικό να έχεις από πίσω σου ένα μεγάλο στούντιο ή ένα ίδρυμα, που πληρώνουν πολλά σε σόσιαλ μίντια και διαφημίσεις κι εκτός από φεστιβαλικά κονέ, έχουν και μια πολύ ισχυρή SEO παρουσία. Οπότε για όσα καταφέρνουμε, παίζοντας με τόσο δικούς μας πολιτικούς όρους, είμαι ευγνώμων.

-Το φεστιβάλ Βερολίνου έχει μακρά παράδοση σε πολιτικό κινηματογράφο που ασχολείται και με ζητήματα φύλου. Πώς συγκρίνεις την ατμόσφαιρα και τις δυνατότητες που δίνει, με την ελληνική κινηματογραφική σκηνή; Πώς συγκρίνεις την ατμόσφαιρα της Berlinale (με όλες τις πολιτικές εντάσεις) με την ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα;

Όλα τα μεγάλα φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο είναι σε συντηρητική καμπή και η Berlinale επίσης. Αλλά να που κάπου μας χώρεσαν και μας φέτος. Προφανώς έχεις άλλες δυνατότητες να μαζέψεις ένα κοινό για μια ταινία σαν το Uchronia στη Γερμανία ή την Αγγλία κι άλλες στην Ελλάδα. Όταν έβγαλε το αθηναϊκό πρακτορείο ειδήσεων τα νέα για την Berlinale, αναφέρονταν σε ανύπαρκτες ελληνικές ταινίες, βασικά σε ξένες συμπαραγωγές όπου η Ελλάδα ήταν απλά μειοψηφική χώρα ανάμεσα σε πολλές (κοινώς σε μη ελληνικές ταινίες) και για μας δε λέγαν σχεδόν τίποτα ή μας βάζαν κάτω-κάτω στη λίστα, ενώ υπενθυμίζω ήμασταν η μόνη όντως ελληνική ταινία εκεί φέτος! Αν κοιτάξεις τα βραβεία Ίρις ως άλλο παράδειγμα της ελληνικής κινηματογραφικής πραγματικότητας, δεν βραβεύουν πειραματικές ταινίες ούτε για πλάκα. Γενικά αυτή η χώρα δεν το ‘χει με τον πειραματισμό.

Ίσως είναι και λίγο άδικο βέβαια ιστορικά να συγκρίνουμε την Ελλάδα με τις τόσο μεγαλύτερες χώρες που έχουν μια μεγάλη συνέχεια πολιτισμού (όπως και πρόσφατη ιστορία αποικιοκρατίας βεβαίως), μια συνέχεια άφταστη για μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα. Λόγω της αρχαίας Ελλάδας και της προπαγάνδας που έχουν πουλήσει στους ανθρώπους εδώ περί συνέχειας του έθνους, συχνά ξεχνάμε πως έχουμε στην πράξη να κάνουμε με μια επαρχεία της οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην οποία ιδιαίτερα η Αθήνα δεν ήταν ούτε καν πολιτισμική υποσημείωση. Όταν στο Παρίσι κάνανε το nouvelle vague, στο Μαρούσι είχε ακόμα κότες και κατσίκες. Η Ελλάδα δυστυχώς πάντα αυτό είναι: από μπροστά Μπάμπης Βωβός και πίσω κότες. Θα μου πεις έχουν περάσει και 200 χρόνια από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, τι, τίποτα; Ε ναι, πόλεμοι, φτώχια, χούντες, διαφθορά, πότε να προλάβει όντως η Ελλάδα να αναπτύξει πολιτισμό; Αυτά παίρνουν αιώνες. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως για τα δεδομένα της η Ελλάδα του σήμερα είναι αρκετά ΟΚ, δηλαδή κοίτα τα χάλια της Ιταλίας σε σχέση με την ιστορία της… Και στον κινηματογράφο αν δεις τι σαβούρα έβγαινε στα 90s, σίγουρα είναι πολύ καλύτερα σήμερα, πολλά νέα κινηματογραφιστά κάνουν ιδιαίτερες δουλειές.

-Τελικά ποια είναι η αξία του Ελληνικού διαβατηρίου αν είσαι καλλιτέχνης;

Επειδή όλα τα πράγματα κινούνται με τις μόδες, δε θα έλεγα πως εμένα αυτό το διαβατήριο μου είναι χρήσιμο. Αν έκανα μετα-λανθιμικές ταινίες, το weirdwave που λένε, άγριο μαγικό ρεαλισμό που οι άνθρωποι μιλούνε σαν ρομπότ, με συμμετρικά ανοιχτά πλάνα κλπ, ίσως να ήταν χρήσιμο, δεν ξέρω. Για μια ελληνική ταινία για τον Rimbaud, η αντίδραση είναι περισσότερο στο wtf τα έπιασε αυτά τα παιδιά στην Αθήνα με τον 19ο αιώνα… Δεν έχουμε ούτε και στα film-essays παρά ελάχιστη ελληνική παράδοση και κυρίως καλλιτέχνα που έχουν μείνει στην αφάνεια. Όπως και να’χει, έχει ενδιαφέρον ότι κάνουμε αυτές τις διεθνείς πρεμιέρες και έτσι θέλουμε να συνεχίσουμε, γιατί πραγματικά το να πείσω τους Έλληνες για τη σημασία του πειραματικού κινηματογράφου, όταν για παράδειγμα αγνοούσαν τη δουλειά της Αγγελίδη εγκληματικά για δεκαετίες, ε, δε θα κάτσω να το κάνω. Βλέποντας τα κείμενα που γράφουν οι μέινστριμ φιλμοκριτικοί στην Ελλάδα για άλλες ταινίες, ως επί το πλείστον διαφωνώ κάθετα μαζί τους στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το τι είναι σινεμά, οπότε προφανώς δε με αφορά η άποψή τους. Επίσης αν με ρωτάς τι μου είναι πιο σημαντικό, να αρέσει η δουλειά μου στον Charlie Kaufman που μας τίμησε με το να είναι executive producer του Uchronia ή στον Ζουμπουλάκη, ε καταλαβαίνεις ποια είναι η απάντησή μου… χαχαχ… Τώρα όσον αφορά το κοινό στην Ελλάδα, ακόμα δεν έχω κάποιο νέο να μοιραστώ για την πρεμιέρα του Uchronia και δεν ξέρω κατά πόσο αυτή την ταινία μπορούν να την υποστηρίξουν τα ελληνικά φεστιβάλ ή παραείναι περίεργη γι’ αυτά, περιμένω να δω… Αλλά θα την παίξουμε όπως και να’χει είτε σε φεστιβάλ είτε εκτός το Φθινόπωρο, γιατί πάντα υπάρχει ένα σταθερό, αφοσιωμένο κοινό γι’ αυτό που κάνουμε εδώ και το αγαπάμε και εμείς.

-Τι σε εμπνέει αυτήν την περίοδο; Έχεις νέα πρότζεκτ που συνεχίζουν τη ριζοσπαστική, φιλοσοφική και πολιτική γραμμή του Uchronia;

Το επόμενό μου φιλμ θα έχει να κάνει με το που κινείται η έννοια της πληροφορίας σήμερα, πως δηλαδή σιγά-σιγά εξαφανίζεται η ουσία της πληροφορίας μέσα στον αλγόριθμο και οι άνθρωποι είναι συγχρόνως για λύπηση αλλά και 100% υπεύθυνοι γι’ αυτή την κατάντια. Θα συνεχίσω με το film-essay, μου αρέσει ως φόρμα, αλλά αν το Uchronia ήταν λίγο πειραματικό φιλμ αισθητικής ταινίας εποχής, το επόμενο το βλέπω να πηγαίνει προς τρόμου και μαύρη κωμωδία. Φαντάσου δηλαδή έναν Adam Curtis να συναντάει τον Δόκτωρα Καλιγκάρι. Μ’ αρέσει να αλλάζω genre σε κάθε ταινία, το πρώτο ήταν sci-fi, το δεύτερο cinema verité, το τρίτο εποχής, τώρα πάω για τρόμου. Λίγο σαν τον Kubrick ή τη Χρυσηίδα Δημουλίδου.

-Τι θα έλεγες σε νέους καλλιτέχνες που θέλουν να κάνουν πειραματικό, queer και πολιτικό σινεμά και τέχνη σε αυτή την παγκόσμια δυστοπική ιστορική συνθήκη που διάγουμε, και σε ένα περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο εχθρικό προς την πραγματική τολμηρότητα και την ακηδεμόνευτη καλλιτεχνική έκφραση;

Η δική μου συμβουλή, ειδικά σε καλλιτέχνα στην Ελλάδα, είναι να πάρουν ρίσκα, γιατί έχουμε ανάγκη διαφορετικές αφηγήσεις άμεσα, ειδικά όπως λες με τα δεδομένα του που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή ιστορικά. Αλλά και μπακαλίστικα μιλώντας, έτσι κι αλλιώς τι έχει κάποιο καλλιτεχνό να χάσει σήμερα; Σοβαρό εμπορικό αφηγηματικό σινεμά στην Ελλάδα δεν υπάρχει, δηλαδή δεν είναι πως όντως μπορείς να κάνεις καριέρα και να βγάλεις χρήματα ή να κάνεις ταινίες που να είναι μέινστριμ και να πιάσουν πολύ χώρο (ο πολύς χώρος πάει στον Καποδίστρια). Η κινηματογραφική παραγωγή στην Ελλάδα είναι ελάχιστη, οπότε τουλάχιστον κάντε τη φάση σας, μην ψάχνετε το συμβατικό. Έτσι, εκτός από το ότι θα έχετε υπηρετήσει το όραμά σας, έχετε όντως και καλύτερη πιθανότητα κάποιος εκτός Ελλάδας να το προσέξει.

Photo credit: Μιχάλης Γκατζόγιας

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ