Εντουάρ Μανέ: Στα όρια των ρευμάτων

Γιορτάζοντας τα γενέθλια του Εντουάρ Μανέ, ανατρέχουμε στη ζωή και τα έργα που συντάραξαν τα βλέμματα του Παρισιού.

Όταν αναφερόμαστε σε πρωτοπόρους της εικαστικής τέχνης, κάποια στιγμή θα ακουστεί το όνομα του ζωγράφου Εντουάρ Μανέ. Η ζωή του αποτελούσε μία μεγάλη αντίφαση , με έργα που φλερτάρουν τόσο με τους κλασικούς όρους της τέχνης όσο και με τις νέες επαναστατικές τεχνικές του 19ου αιώνα. Παρόλα αυτά δεν επιθυμούσε τους τίτλους που αργότεροι μελετητές του απέδωσαν, ενώ ήθελε μία θέση δίπλα στους κλασικούς του Salon. Που να ήξερε ότι 189 χρόνια μετά τη γέννησή του, οι πίνακές του βρίσκονται σε μερικά από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Μανέ γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1832 στο Παρίσι. Με τον πατέρα του δικαστή και τη μητέρα του κόρη διπλωμάτη, ήταν λογικό οι γονείς του να τον ωθήσουν σε κάποιο νομικό επάγγελμα. Όμως ο Μανέ έτρεφε βαθιά αγάπη για τη ζωγραφική, την οποία είχε θρέψει ο θείος του με τις συχνές επισκέψεις των δύο τους στο μουσείο του Λούβρου.

Στα 17 του χρόνια, αρνούμενος να ακολουθήσει καριέρα νομικού και έχοντας αποτύχει στις εξετάσεις για την Ναυτική σχολή, μπάρκαρε σε ναυτικό πλοίο με προορισμό την Βραζιλία. Επιστρέφοντας στη Γαλλία και αποτυγχάνοντας για δεύτερη φορά στις εξετάσεις του Ναυτικού, οι γονείς του τελικά πείστηκαν να αφήσουν τον Μανέ να ακολουθήσει τον επαγγελματικό δρόμο του ζωγράφου.

Το 1850 γίνεται μαθητής στο ατελιέ του Τομά Κουτύρ, όπου και θα παραμείνει για έξι χρόνια. Αν και οι δυο τους είχαν αρκετές διαφορές, ο νεαρός Μανέ διδάχθηκε τεχνική και αντίληψη, αντιγράφοντας τους κλασικούς των τοίχων του Λούβρου και ακολουθώντας τις συμβουλές του δασκάλου του. Το διάστημα αυτό ταξιδεύει στην Ευρώπη όπου έρχεται σε επαφή και αντλεί έμπνευση από έργα μεγάλων ζωγράφων όπως οι Φρανς Χαλς, Ντιέγκο Βελάσκεθ και Φρανθίσκο Γκόγια.

Τα βήματα στην ανεξαρτησία

Το 1856 αφήνει τον Κουτύρ και ανοίγει δικό του στούντιο μαζί με τον Albert de Balerroy. Προσπαθεί να έρθει σε επαφή με το ρεύμα του καιρού του και να ζωγραφίσει ρεαλιστικά, φιλοτεχνώντας πίνακες όπως “The Boy with Cherries” (1858) και “The Absinthe Drinker” (1859) καθώς και άλλα διάσημα θέματα της εποχής. Παρόλα αυτά ο ρεαλισμός δεν ταίριαζε στον ζωγράφο. Τον μάγευε η έννοια της στιγμής, θέματα καθημερινά με τα οποία ερχόταν σε επαφή στους δρόμους του Παρισιού. Για να μπορέσει να αποτυπώσει αυτές τις έννοιες, οι πινελιές του έγιναν πιο ελεύθερες και πλατιές με σκοπό να ζωγραφίζει γρηγορότερα.

Παράλληλα η ερωτική ζωή του Μανέ είχε εξίσου σημαντικές εξελίξεις. Παντρεύτηκε την οικογενειακή δασκάλα πιάνου, μετά από 10 χρόνια μυστικής σχέσης. Απέκτησαν έναν γιό ο οποίος πόζαρε για τα έργα του “Boy Carrying a Sword” (1861) και “The Balcony.”

Το 1858 γνωρίζει τον ποιητή Σαρλ Μπωντλαίρ ο οποίος τον παρακινεί να δημιουργήσει έναν πίνακα σε εξωτερικό χώρο, μακριά από το στούντιο του. Το αποτέλεσμα είναι ο πίνακας “Concert in the Tuileries Gardens” (1862) όπου απαθανατίζει περαστικούς. Πολλοί τον κοίταγαν περίεργα και, όταν το έργο ολοκληρώθηκε, λίγοι κατάλαβαν τι προσπαθούσε να πετύχει: την αλήθεια της στιγμής. Το 1861 φιλοτεχνεί το έργο “Spanish Singer” το οποίο του δίνει μια θέση στο Salon. Παρόλα αυτά η οπτική του Μανέ ήταν επαναστατική για το Salon και το 1863 το αριστούργημά του “The Luncheon on the Grass” απορρίφθηκε.

Το κοινό του Παρισιού θορυβήθηκε ιδιαίτερα από το έργο του Μανέ κυρίως λόγω, τόσο της παρουσίας μίας γυμνής γυναίκας συνοδευόμενη από δύο άνδρες όσο και της έλλειψης της κλασικής εικαστικής τεχνικής. Ο Μανέ όμως δεν σταμάτησε να αποτυπώνει τα θέματα που τον ενδιέφεραν, στοιχείο που παρατηρείται και στο έργο του “Olympia” (1865). Το θέμα προέρχεται από το έργο του Τιτσιάνο “Venus of Urbino”, όμως ο Μανέ παρουσιάζει την ωμή πλευρά του ίδιου πίνακα. Αυτή του η δημιουργία απογοήτευσε τους κριτικούς και προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο γύρω από το όνομα του καλλιτέχνη. Παρόλα αυτά οι σύγχρονοί του αναγνώρισαν την ιδιοφυία του και το ταλέντο του, το οποίο άρχισε να επηρεάζει και να επηρεάζεται από το ρεύμα που θα γινόταν το διαμάντι του 19ου αιώνα.

Τα έργα του εκείνη την περίοδο αρχίσαν να χρησιμοποιούν το φως με διαφορετικό από τις κλασικές τεχνικές τρόπο. Η ιδέα του βάθους άρχισε να χάνεται, το οποίο αποτέλεσε μία από τις βασικές κριτικές που ο ζωγράφος δέχτηκε. Δεν σταμάτησε να πρωτοπορεί τόσο σε θεματολογία όσο και σε οπτική. Μερικά από τα καλύτερα έργα του είχαν ως κέντρο την ζωή στα μπαρ και τα καφέ του Παρισιού όπως τα “At the Cafe”, “The Beer Drinkers” και “The Cafe Concert” , ενώ δεν έμενε μακριά από την απεικόνιση της μπουρζουά ζωής. Το 1870 υπηρέτησε στρατιώτης στον Γαλλογερμανικό πόλεμο, περίοδο στην οποία το ατελιέ του καταστράφηκε.

Μανέ και Ιμπρεσιονιστές

Το επαναστατικό πνεύμα του Μανέ, τράβηξε την προσοχή του νατουραλιστή ποιητή Εμιλ Ζολά ο οποίος υποστήριξε δημόσια τον ζωγράφο. Το 1868 γνωρίζει τη νεαρή ζωγράφο και αργότερα γυναίκα του αδελφού του, Μπερθ Μορισώ. Τον συστήνει στον κύκλο της ο οποίος αποτελούταν από ανερχόμενους Ιμπρεσιονιστές όπως οι Εντγκαρ Ντεγκά, Πιερ Ωγκύστ Ρενουάρ, Αλφρεντ Σίσλεϊ, Πολ Σεζάν και Καμίλ Πισαρό. Όμως, η πιο αξιοσημείωτη γνωριμία του ήταν αυτή με τον Κλωντ Μονέ. Ο τότε νεαρός Μονέ επέμενε πως, για να καταφέρει ο καλλιτέχνης να αποτυπώσει το θέμα σωστά ως προς το χρώμα και το φως, είναι απαραίτητο να εγκαταλείψει το εργαστήρι του. Η φιλία των δυο ανδρών κράτησε καιρό και ο Μανέ αποτύπωσε τον νεαρό καλλιτέχνη στη βάρκα-εργαστήρι του στο έργο “Monet Painting on His Studio” (1874).

To 1870, φιλοτεχνεί τον πίνακα “A Studio at Batignolles” στον οποίο απεικονίζεται ο ίδιος περιτριγυρισμένος από ανερχόμενους Ιμπρεσιονιστές, τον Ζολά και τον γλύπτη Ζακαρί Αστρύκ. Παρά τη σχέση που είχαν, ο Μανέ δεν συμμετείχε στις ανεξάρτητες εκθέσεις τους ενώ συνέχισε να προσπαθεί ώστε τα έργα του να κρεμαστούν στους τοίχους του Salon. Μετά την απόρριψη των “The Artist” και “Laundry” το 1875, άρχισε να κάνει εκθέσεις στο ατελιέ του.

Το 1880 η υγεία του Μανέ άρχισε να χειροτερεύει. Συνέχισε παρόλα αυτά να ζωγραφίζει στο σπίτι του στα περίχωρα του Παρισιού. Το τελευταίο του έργο ήταν το “A Bar at the Folies-Bergere”– ένας πίνακας που φέρνει τον θεατή στη θέση του πελάτη μίας σερβιτόρας που τον κοιτά κατάματα- το οποίο εκτέθηκε στο Salon to 1882. Την ίδια χρονιά του αποδόθηκε το Légion d’honneur από την Γαλλική Κυβέρνηση. Παρόλα αυτά η τύχη δεν κοιτά επιτυχίες και ο Μανέ πέθανε στις 6 Απριλίου 1883, παραδιδόμενος στα προβλήματα υγείας του. Άφησε στον κόσμο της τέχνης 420 καμβάδες και τα πρώτα βήματα για το ρεύμα του μοντερνισμού.

Πηγές: biography.com | britannica | manetedouard.org | manet.org | E.H. Gombrich, Το χρονικό της τέχνης, Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ