Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το βιβλίο, Δρόμοι του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου.

Ψάχνοντας στη µεταλλική ντουλάπα του µπαλκονιού, δίπλα από βερνίκια παπουτσιών, κάτω από ξεσκονόπανα, βρήκα το τασάκι. Πήλινο, ένας κύκλος, µε καµπυλωτό χείλος, χωρίς υποδοχή για τσιγάρο, το είχα αγοράσει τον καιρό που απολύθηκα από φαντάρος. Το είχα πάντα στο γραφείο, το κουβαλούσα στην κουζίνα κι από κει στο σαλονάκι. Το έπιασα στα χέρια σαν να έπιανα όλα τα τσιγάρα που κάπνισα –τότε που ήµουν πραγµατικός καπνιστής–, είδα στο βάθος του µαζεµένη όλη τη στάχτη, ανέβαινε καπνός, καπνός πολύς, σιωπηλός, φασαριόζος, µεθυσµένος. Πρόσεχα να µη µου φύγει από τα χέρια. Γιατί µια φορά µού έφυγε κι έγινε κοµµάτια. Κάθισα και το κόλλησα. Τέσταρα τους κολληµένους αρµούς, στέρεοι. Το ξεσκόνισα, το έπλυνα. Τώρα, αφού τελειώσω τούτες τις γραµµές, λέω να καπνίσω ένα τσιγαράκι. Π.Κ.


Ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος (1965-2014) γεννήθηκε στο Αρματολικό Τρικάλων. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε ως επιμελητής/διορθωτής κειμένων σε εφημερίδες («Αυγή», «Ελευθεροτυπία») και σε εκδοτικούς οίκους. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη μουσική -τρομπόνι-, παίζοντας διαδοχικά στις φιλαρμονικές των δήμων Νέας Φιλαδέλφειας και Αγίου Δημητρίου. Ως συγγραφέας εξέδωσε δύο βιβλία, τη συλλογή διηγημάτων «Η σκεπή» (Εστία, 2004) και το μυθιστόρημα «Πόλη παιδιών» (Εκδόσεις Πατάκη, 2012) με θέμα τις παιδοπόλεις που από το 1947 έως το 1998 συνυπήρχαν βουβά με τις υπόλοιπες πόλεις της ελληνικής επικράτειας. Ήταν μεγαλύτερος αδελφός του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου. Έφυγε από τη ζωή από εγκεφαλικό επεισόδιο, από το οποίο προσβλήθηκε αρχικά στις 19 Νοεμβρίου 2013, στην Αθήνα, την Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014, σε ηλικία 48 ετών.