≡

Απόλλωνας Γλύκας: Πώς μεταμορφώνει τη φωτογραφία σε εικαστική εμπειρία

Στην έκθεση «Airborne», ο Απόλλωνας Γλύκας συνδέει την οικογενειακή μνήμη με την πειραματική φωτογραφία και τη χειροποίητη κατασκευή, αναζητώντας νέες σχέσεις ανάμεσα στην εικόνα, την ύλη και τον χρόνο.

Αυτές τις μέρες στην κεντρική αίθουσα της γκαλερί  έκφραση – γιάννα γραμματοπουλου, το βλέμμα του επισκέπτη αγκιστρώνεται αμέσως από μια παράδοξη γλυπτική παρουσία: έναν χειροποίητο σκελετό αερόπλοιου που μεωρείται στον χώρο. Πρόκειται για το κεντρικό έργο της έκθεσης «Airborne» του Απόλλωνα Γλύκα, το οποίο συμπυκνώνει με τρόπο υποβλητικό τον πυρήνα της εικαστικής του έρευνας. Η αφετηρία αυτής της διαδρομής είναι ένα κειμήλιο, από το οικογενειακό, τριών γενεών, φωτογραφείο το παλιό διαφημιστικό ζέπελιν. Όταν σταματησε να γεμίζει με αέρα και έχασε τη χρηστικότητα του, ο καλλιτέχνης δεν το μετατόπισε στο πεδίο μιας στείρας νοσταλγίας. Αντιθέτως, κράτησε το περίγραμμά του και, μέσα από μια επίμονη διαδικασία αποσυναρμολόγησης και ανασύνθεσης, έχτισε έναν νέο σκελετό από ετερόκλητα υλικά: εξαρτήματα φωτογραφικού στούντιο, τμήματα από παλιές βιτρίνες, συνδέσμους και ράβδους από σκηνές.

Στην «Airborne», η μεταμόρφωση δεν περιορίζεται στον σκελετό του αερόπλοιου. Επεκτείνεται στις φωτογραφίες, που αποτελούν τον πυρήνα της έκθεσης: ενώνουν ετερόκλητους τόπους, όπως την Αρεόπολη, την Ουρανούπολη, τα Τζουμέρκα και τα Μέθανα, σε ένα ιδιότυπο υβριδικό τοπίο και είναι τυπωμένες σε παλιά χαρτιά. Επεκτείνεται και στον τρόπο που τα έργα συνυπάρχουν στον χώρο. Τα σχέδιά του συνομιλούν με τις εικόνες, ενώ τα αλουμινένια πλαίσια επιτρέπουν διαφορετικές διατάξεις και δίνουν στη στήριξη των εικόνων αυτοτελή γλυπτική παρουσία. Ακόμη και τα υλικά που συνήθως μένουν στο περιθώριο της θέασης γίνονται μέρος της εμπειρίας: στον χώρο της γκαλερί, δύο λεκάνες με νερό παραπέμπουν στη διαδικασία της εκτύπωσης.

Χρονικά, η έκθεση καλύπτει σχεδόν είκοσι χρόνια: από την πρώτη, «αθώα» αναλογική παρατήρηση του κόσμου, πριν από την είσοδό του στην ΑΣΚΤ, έως τις σημερινές εννοιολογικές επεμβάσεις. Στη διαδρομή αυτή η οικογενειακή παράδοση της φωτογραφίας γίνεται αφετηρία για μια νέα εικαστική γλώσσα, όπου το οικείο συναντά το απρόσμενο. Ανοίκειες προσθήκες στα ασπρόμαυρα έργα του, τυπωμένα με ύγρα και με εκτυπωτή – μια ντισκομπάλα σε δασικό δρόμο, ένας τάπητας στίβου σε επαρχιακή πόλη, η αντανάκλαση μιας ανεμόσκαλας – υπονομεύουν το πραγματικό. Το ίδιο ισχύει για τα αλλοιωμένα χαρτιά του οικογενειακού αρχείου, που φέρουν τη δική τους «ηλικία» πριν δεχτούν την εικόνα. Όπως σημειώνει ο ιστορικός τέχνης Χριστόφορος Μαρίνος: «Η Airborne είναι μια έκθεση για την αξία της διαδικασίας και τον χρόνο ως υλικό. Τα παλιά χαρτιά, τα χειροποίητα πλαίσια, οι πρώιμες φωτογραφίες και το διαφημιστικό αερόπλοιο έχουν τη δική τους βιογραφία, τον δικό τους χρόνο».

Στη συζήτησή μας με τον Απόλλωνα Γλύκα, ο καλλιτέχνης μας εξηγεί πώς ο χρόνος, η μνήμη και ο πειραματισμός με τα υλικά διαμορφώνουν την εικαστική του γλώσσα, από την επεξεργασία των φωτογραφικών εικόνων έως την ίδια τη διαδικασία κατασκευής των έργων του. 

***

-Κοιτάζοντας τον σκελετό του αερόπλοιου εδώ στον χώρο, νιώθει κανείς ότι από αυτόν τον όγκο ξεκίνησαν όλα. Πώς άρχισε αυτή η διαδρομή; Ήταν μια απόφαση της στιγμής ή κάτι που δούλευε καιρό μέσα σου;

Το αερόπλοιο υπήρχε ήδη ως αντικείμενο, με τη δική του οικογενειακή ιστορία από το φωτογραφείο. Το πρόβλημα ήταν ότι πλέον δεν μπορούσε να φουσκώσει, καθώς είχε διαρροές. Έτσι, αντί να επιχειρήσω να το επαναφέρω στην αρχική του κατάσταση, άρχισα να σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετικά. Η λύση προέκυψε μέσα από την κατασκευή ενός σκελετού που ακολουθεί το σχήμα του. Για να τον δημιουργήσω, χρησιμοποίησα ετερόκλητα υλικά και εξαρτήματα: συνδέσμους, μεταλλικά στοιχεία, εξαρτήματα από παλιές βιτρίνες, εξοπλισμό φωτογραφικού στούντιο και ράβδους από σκηνές. Υλικά που είχαν αρχικά διαφορετικές χρήσεις βρέθηκαν να συνεργάζονται σε μια νέα δομή. Με ενδιέφερε να δω πού θα με οδηγούσε αυτή η διαδικασία. Το έργο εξελίχθηκε σταδιακά, μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο, και το αερόπλοιο έγινε η αφετηρία για μια ευρύτερη ιστορία, σχεδόν επιστημονικής φαντασίας.

-Ξέρεις, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάρα πολύ εύκολο να καταλήξει κανείς σε μια απλή νοσταλγική χειρονομία «το αντικείμενο της οικογένειάς μου». Εσύ πώς ξέφυγες από αυτή την παγίδα;

Η οικογενειακή ιστορία αποτελεί το σημείο εκκίνησης, όχι απαραίτητα και το τελικό νόημα του έργου. Το αερόπλοιο δεν με ενδιέφερε μόνο ως ενθύμιο. Με ενδιέφερε ως αντικείμενο που μπορούσε να μετασχηματιστεί, να αποδομηθεί και να ανασυντεθεί. Όταν ένα αντικείμενο αλλάζει μορφή και χρήση, ανοίγει μια σειρά από νέες δυνατότητες. Δεν παραμένει απλώς φορέας μιας ανάμνησης· αποκτά μια διαφορετική παρουσία στον χώρο. Η κατασκευή του γίνεται μια αυτόνομη διαδικασία, με απρόβλεπτες λύσεις και συσχετισμούς που δεν θα μπορούσαν να προκύψουν αν προσπαθούσα απλώς να το διατηρήσω όπως ήταν.

-Η φωτογραφία, φυσικά, δεν είναι απλώς το μέσο σου είναι ένα οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσες. Πώς λειτουργεί μέσα σου αυτή η κληρονομιά τριών γενιών;

Η φωτογραφία είναι ένα μέσο με το οποίο συνδέομαι εδώ και πολλά χρόνια. Στην οικογένειά μου υπήρχαν φωτογράφοι διαφορετικών γενεών: ο παππούς μου, ο πατέρας μου, ο θείος μου, ο ξάδελφός μου. Ο παππούς μου, μάλιστα, εργαζόταν ως φωτογράφος  στην Ακρόπολη. Αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο τις εικόνες που έχουν παραχθεί, αλλά και τις πρακτικές γύρω από τη φωτογραφία: τα υλικά, τον εξοπλισμό, την εκτύπωση, τα χαρτιά που μένουν αποθηκευμένα για χρόνια. Πολλά από αυτά τα υλικά διατηρήθηκαν και εξακολουθούν να υπάρχουν. Έτσι, η οικογενειακή ιστορία περνά στο έργο με έναν τρόπο πολύ συγκεκριμένο, μέσα από το ίδιο το πρωτογενές υλικό.

-Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και στην επιλογή σου να τυπώσεις σε εκείνα τα παλιά, αποθηκευμένα φωτογραφικά χαρτιά. Τι συμβαίνει όταν η εικόνα συναντά ένα υπόστρωμα που έχει ήδη ζήσει τη δική του ζωή;

Τα χαρτιά αυτά έχουν ήδη χρόνο πάνω τους. Πρόκειται για φωτογραφικά χαρτιά που υπήρχαν στην οικογένεια και προέρχονται από διαφορετικές δεκαετίες —κάποια από από το ’70 ή τις αρχές του ’90. Έχουν αλλάξει με τα χρόνια, έχουν χάσει την αρχική τους λευκότητα, η υφή και η κατάσταση της επιφάνειάς τους διαφέρουν. Το χαρτί, επομένως, δεν είναι ένα ουδέτερο υπόστρωμα που απλώς δέχεται την εικόνα. Έχει προηγούμενη ζωή. Όταν τυπώνω πάνω του, η φωτογραφία συναντά ένα υλικό που κουβαλά ήδη τον χρόνο, και αυτή η συνάντηση επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν επίσης χαρτιά που δεν είναι πια εύκολο να βρεθούν, όπως κάποια ουγγρικής κατασκευής. Η χρήση τους συνδέεται με την ίδια τη διαδικασία της φωτογραφικής εκτύπωσης, αλλά και με την επιθυμία να αξιοποιηθούν υλικά που διαφορετικά θα έμεναν ξεχασμένα.

-Και φαντάζομαι πως ένα τέτοιο υλικό δεν σου κάνει πάντα τη χάρη… Πώς διαχειρίζεσαι το ρίσκο ή την απρόβλεπτη αστοχία στον σκοτεινό θάλαμο;

Η συμπεριφορά του υλικού αποτελεί μέρος της διαδικασίας. Τα παλιά χαρτιά δεν λειτουργούν πάντοτε όπως θα περιμένει κανείς, και αυτό μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στην εκτύπωση. Υπάρχουν αστοχίες, αποτελέσματα που δεν είναι τα αναμενόμενα, χαρτιά που σκουραίνουν ή δεν δίνουν την εικόνα που είχα σχεδιάσει. Όμως η δουλειά με τέτοια υλικά προϋποθέτει ότι θα αποδεχτείς και την ιδιαιτερότητά τους. Δεν μπορείς να τα αντιμετωπίσεις σαν να ήταν καινούργια και απολύτως προβλέψιμα. Χρειάζεται να αναζητήσεις τι μπορούν να δώσουν, ακόμη κι όταν αυτό αποκλίνει από την αρχική πρόθεση.

-Περνώντας στις φωτογραφίες της έκθεσης, βλέπουμε τοπία υπαρκτά -από τα Τζουμέρκα και τα Μέθανα μέχρι την Αρεόπολη και την Ουρανούπολη- τα οποία όμως εμπεριέχουν μια παράδοξη αναστάτωση. Μια ντισκομπάλα στη μέση του δάσους, ένας τάπητας στίβου… Πώς δουλεύεις πάνω σε αυτές τις εικόνες;

Οι φωτογραφίες προέρχονται από διαφορετικούς τόπους και στιγμές, από τοπία που έχω συναντήσει και συνδέονται με τη δική μου εμπειρία. Η φωτογραφική διαδικασία, όμως, δεν τελειώνει τη στιγμή της λήψης. Η εικόνα μπορεί να μετασχηματιστεί και να αποκτήσει μια διαφορετική σχέση με αυτό που αρχικά αποτύπωσε. Σε ορισμένες περιπτώσεις προσθέτω ή μετακινώ στοιχεία, επεμβαίνω στις σκιές ή εισάγω αντικείμενα που δεν υπήρχαν στην αρχική σκηνή. Μια ντισκομπάλα, για παράδειγμα, μπορεί να εμφανιστεί σε ένα τοπίο με τρόπο που δεν εξηγείται αμέσως. Δεν θέλω η παρέμβαση να λειτουργεί απαραίτητα σαν ένα εφέ που αποκαλύπτεται με την πρώτη ματιά. Με ενδιαφέρει να ενσωματώνεται στην εικόνα, να μοιάζει σαν να ανήκε εξαρχής σε αυτήν.

-Είναι σαν να θολώνεις σκόπιμα τη γραμμή ανάμεσα στο ντοκουμέντο και τη μυθοπλασία. Τι αναζητάς σε αυτή την περιοχή του «ενδιάμεσου»;

Η εικόνα διατηρεί την αφετηρία της, αλλά μπορεί να αποκτήσει μια άλλη πραγματικότητα. Δεν πρόκειται απλώς για την πιστή καταγραφή ενός τόπου. Η φωτογραφία γίνεται ένας χώρος όπου διαφορετικά στοιχεία συνυπάρχουν και όπου η μνήμη, η παρατήρηση και η κατασκευή δεν είναι πάντα εύκολο να διαχωριστούν. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μην υπάρχει αναγκαστικά ένα σαφές όριο ανάμεσα στο πραγματικό και στο κατασκευασμένο. Η παρέμβαση μπορεί να αλλάζει την ανάγνωση μιας εικόνας χωρίς να ακυρώνει την αρχική της υπόσταση.

-Παρατηρεί κανείς επίσης ότι στη δουλειά σου συνυπάρχουν το αναλογικό φιλμ, η ψηφιακή επεξεργασία, η χειρονακτική κατασκευή, αλλά και το σχέδιο. Πώς συνδέονται όλα αυτά τα εργαλεία;

Δεν αντιμετωπίζω αυτά τα στάδια ως αντίθετα μεταξύ τους. Το καθένα προσφέρει διαφορετικές δυνατότητες. Η εικόνα μπορεί να ξεκινήσει από το φιλμ, να ψηφιοποιηθεί και να δεχτεί ψηφιακές παρεμβάσεις, και στη συνέχεια να επιστρέψει στο αναλογικό πεδίο, με την εκτύπωση στον σκοτεινό θάλαμο. Η ψηφιακή επεξεργασία επιτρέπει να μετακινηθούν στοιχεία, ενώ η αναλογική εκτύπωση επαναφέρει τη διαδικασία στο υλικό: στο χαρτί, στο φως, στη χημεία.

Παράλληλα, στο αερόπλοιο δουλεύω με δομικά στοιχεία, ενώ στα σχέδια η γραμμή και η οργάνωση της μορφής αναπτύσσονται απευθείας πάνω στην επιφάνεια. Παντού υπάρχει μια κοινή λογική κατασκευής. Σε όλες τις περιπτώσεις, η εικόνα δεν είναι κάτι δεδομένο. Κατασκευάζεται.

-Κλείνοντας, επιστρέφω στην εικόνα της μπλε τσάντας. Το αερόπλοιο είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να αποσυναρμολογηθεί, να μαζευτεί και να μεταφερθεί αλλού. Αυτή η δυνατότητα αποσυναρμολόγησης τι σημαίνει για εσένα;

Η δυνατότητα αυτή ήταν σημαντική από πρακτική άποψη, αλλά δεν αφορά μόνο τη μεταφορά. Ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται το έργο επιτρέπει να χωριστεί στα επιμέρους στοιχεία του και να συναρμολογηθεί ξανά. Η μορφή του δεν είναι κάτι ενιαίο και αμετακίνητο· προκύπτει από τη σύνδεση διαφορετικών μερών. Αυτό έχει ενδιαφέρον και σε σχέση με τη διαδικασία της δημιουργίας. Ένα έργο δεν είναι πάντοτε μια οριστική μορφή που ολοκληρώνεται και μετά απλώς παρουσιάζεται. Μπορεί να παραμένει ανοιχτό σε αλλαγές, να αποσυναρμολογείται και να ανασυντίθεται. Στο Airborne, το αερόπλοιο παραμένει μια κατασκευή που δεν θα πετάξει. Ωστόσο, μέσα από την ανασύνθεσή του, αποκτά μια άλλη δυνατότητα: να μεταφέρει τη σκέψη από το αντικείμενο στη μνήμη, από την εικόνα στο υλικό και από το παρελθόν σε κάτι που ακόμη διαμορφώνεται.

Photo Credit Κεντρικής εικόνας θέματος: Γιάννης Ασδραχάς

Διαβάστε επίσης:

Απόλλωνας Γλύκας – Airborne: Έκθεση στην αίθουσα τέχνης εκφραση – γιαννα γραμματοπουλου

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ